Ἀγαπητοί μου γείτονες Σκιαθίτες καὶ φίλοι τῆς Σκιάθου, ἄν καὶ θὰ ἤθελα νὰ εἶμαι κοντά Σας, αὐτὴ τὴν τόσο σημαντικὴ γιὰ τὴς Σκιάθο, τὶς Σποραδες, ἀλλὰ καὶ τὴ δοξασμένη ναυπηγικὴ τέχνη τῶν ἀγραμματων μὲν ἀλλὰ σοφῶν πάτερων μας, δὲν ἔγινε κατορθωτὸ αὐτό. Ἔτσι Σᾶς στέλνω αὐτὸν τὸ χαιρετισμὸ μὲ κάποιες ἄγνωστες ἤ ἀθησαυριστες πληροφορίες, ποὺ ἀφοροῦν τὰ νησιά μας:Σκιάθο καὶ Σκόπελο

Ὅσοι γνωρίζουμε τὴν ἱστορὶα τοῦ νησιοῦ αὐτοῦ, πληροφορηθήκαμε ὅτι μετὰ τὰ 1830 ἄρχισε σιγά-σιγὰ νὰ ἀναπτύσσεται καὶ νὰ μεγαλώνει πληθυσμιακὰ ἡ σημερινὴ πόλη τῆς Σκιάθου, ἀφοῦ οἱ κάτοικοι ἐγκατέλειπαν σταδιακὰ τὸ Κάστρο, τὴ μεσσαιωνικὴ πολιτεία.

Ἀπὸ τὸ 1830 καὶ μετά, λοιπόν,  παρατηρεῖται ἄνθιση τῆς ναυπηγικῆς τέχνης, ἀφοῦ τὰ σκιαθίτικια καράβια αὐγατίζουν, ἀλλὰ καὶ ἀρκετὰ ξένα ναυπηγοῦνται στὸν περίφημο ταρσανᾶ τοῦ νησιοῦ,  ποὺ ὕμνησε τόσο ὁ πολὺς Ἀλέξανδρος Παπαδιαμαντης.

Στὸ ναυπηγεῖο αὐτὸ ἐργάστηκαν πολλοὶ Σκιαθίτες καὶ ξένοι ναυπηγοί.

Τὸ 1871, στὰ χρόνια δηλ. τοῦ Παπαδιαμαντη,  ἐργαζονται στὸ ναυπηγεῖο αὐτὸ ἤ καὶ ἀλλοῦ,  δώδεκα πρωτομαστοροι, χωρια τοὺς καλαφατες τοὺς μαραγκούς κ. ἄ

Ἕνας ἄλλος ταρσανᾶς εἶναι καὶ τῶν Μαθηναίων, ποὺ πολὺ σωστὰ τὸν ἀναφέρει κι ὁ Ππδ. στὸ διηγημα του «Βαρδιάνος στὰ σπορκα». «Ἀνάμεσα εἰς τὲς Πλάκες  καὶ είς τὴν Σπηλιά, πρὸς ἀνατολὰς, εὑρίσκετο ὁ ἀρσανὰς τῶν Μαθηνάιων, παλαιὸν κτίριον τρίπατον, παραπλήσιον μὲ τοὺς μοναστηριακοὺς ταρσανάδες τοῦ Ἁγίου Ὄρους». [2]

Πράγματι, τότε στὸν ταρσανᾶ αὐτὸν δούλευαν οἱ ἀδελφοὶ Μαθηναῖοι, Ἀναστασιος, Ἀριστοτελης, Ζαχαριας καὶ Κωνσταντής, ποὺ ἦταν κι ὁπρῶτος γιός, γεννημένος τὸ 1827,  μαζὶ μὲ τὸν καλαφατη πατερα τους Δημ. Μαθηνό, γεννημένο τὸ 1804..

Στὸ κεντρικὸ τώρα ναυπηγεῖο ἐργάζονται κι ἄλλοι ἐπιφανεῖς Σκιαθίτες ναυπηγοί, ὅπως ὁ Γεώγιος Σταματᾶς τοῦ Σταματίου, γεννημένος τὸ 1840. Γιὸς τοῦ κορυφαίου ναυπηγοῦ Σταματη Σταματᾶ, ποὺ διδαχτηκε τὴν τεχνη στὰ ὀθωμανικὰ ναυπηγεῖα, συνεχίζει τὴν παραδοση, ποὺ φτάνει ἴσα μὲ τὶς μέρες μας.

Ὅμως, σύμφωνα μὲ τὶς πηγὲς ποὺ διαθέτουμε, πληροφορούμεθα ὅτι ἀρκετοὶ Σκοπελίτες ναυπηγοὶ ἐργάστηκαν στὴ γείτονα νῆσο Σκιαθο[3], ὅπως π. χ τὸ 1833, ὁ ἀρχιναυπηγὸς Γεώργιος Γιαννούλης, ποὺ ναυπηγεῖ τὴ Γολέτα «Εὐαγγελίστρια» τοῦ Γιάννη Ἀνδρέου, ἐνῶ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1834 ὁ ἄλλος Σκοπελίτης ἀρχιναυπηγὸς Δημήτριος Ἀλεξάνδρου ναυπηγεῖ τὸ μπρίκι «Ἀγαμέμνων» τοῦ Νικολάου Καρπέτη καὶ τοῦ γιοῦ του Ἰωάννη .  Παράλληλα μὲ τοὺς δύο αὐτοὺς Σκοπελίτες ναυπηγοὺς στὴ Σκιάθο ἐργάζεται κι ἄλλος ἕνας Σκοπελίτης πρωτομάστορας τῆς ναυπηγικῆς, ὁ Κωνσταντὴς Φλούμης, γόνος τῆς οἰκογένειας τῶν παλιῶν Σκοπελιτῶν ναυπηγῶν Σωστὰ λοιπὸν ἔγραψε ὁ Κώστας Φαλτάιτς ὅτι « εἶναι πενήντα ἐξῆντα χρόνια ποὺ οἱ καραβομαραγκοὶ τῆς Σκιάθου ἦταν Σκοπέλίτες…Οἱ καραβομαραγκοὶ τῆς Σκοπέλου ποὺ ἐγύριζαν τόσα μέρη ἐπήδησαν στὴ γεοτνικὴ Σκιάθο καὶ ἔστησαν ἐκεῖ τοὺς ταρσανάδες των. Οἰ δουλειὲς ἦσαν πολλὲς καὶ οἱ Σκοπελίτες βρέθηκαν ἀναγκασμένοι νὰ παίρνουν μικροὺς Σκιαθίτες γιὰ τσιράκια-βοηθούς. Τὰ τσιράκια σιγὰ-σιγὰ ἐγίνονταν καλαφάτες, μαστόροι, πρωτομαστόροι»[4]

Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ περίσσότρο στὸ θέμα, ποὺ μᾶς τὸ ἐξαντλοῦν τόσο ὁ ἀείμνηστος ἱστορικὸς τῆς Σκιάθου Ἰω, Ν. Φραγκούλας μὲ τὰ Σκιαθίτικα καραβια του, ὅσο κι ὁ καλὸς ἀδελφός, ὁ παπα-Γιώργης Σταματᾶς , γόνος παλιᾶς οἰκογένιας σκιαιθιτῶν ναυπηγῶν, μὲ τὴν ἀξιοσημείωτη ὁμιλία του στὸ Συνεδριο γιὰ τὴ ναυπηγικὴ τέχνη, ποὺ ἔγινε παλιοτερα στὴ Σκόπελο.

Παλιοτερα εἶχα σὲ μελέτες μου ἐπισημάνει,  τὸ πόσο συγκίνησε τὸν μεγαλο μας Ἀλέξανδρο Παπαδιαμαντη ἡ νοσταλγία τῶν Σκοπελιτῶν γιὰ τὸν τόπο τους. Κι ὄχι τῶν ὅποιων Σκοπελιῶν, ἀλλὰ τῶν ναυπηγῶν καὶ τῶν ἐργαζομένων σὲ συναφῆ ἐπαγγέλματα, δηλαδή, καλαφατες, μαραγκοί, κ.λ.π.

Ὡστόσο, αὐτό πού πρέπει νά ὑπογραμμιστεῖ εἶναι ἡ ἀπό μέρους τοῦ Παπαδιαμάντη μελέτη τοῦ ψυχισμοῦ τοῦ Σκοπελίτη. Κάτι πού δείχνει ἀναμφισβήτητα τήν εὔστοχή προσέγγισή του στόν ἔσω κόσμο τοῦ γείτονά του,  τόν ὁποῖο ἀσφαλῶς δέν μελέτησε τυχαῖα ἤ βιαστικά. Γιατί ὁ Παπαδιαμάντης ἔζησε κοντά ἕνα χρόνο στή Χώρα τοῦ νησιοῦ μας, συναναστράφηκε τούς Σκοπέλίτες, ἐδῶ, στή Χαλκίδα καί στήν Ἀθήνα κι ἔτσι μπόρεσε νά μελετήσει, ὡς ἠθογράφος καί ψυχογράφος πού ἦταν, τόν καημό καί τήν ἐξάρτηση τοῦ Σκοπελίτη μέ τό νησί του. Πολύ εὔστοχα δέ καταθέτει τίς ἀπόψεις του στό διήγημά  Κοκκώνα θάλασσα”, ὅπου μεταξύ τῶν ἄλλων σημειώνει καί τά ἑξῆς, τά ὁποῖα ὁμολογουμένως προκαλοῦν ρίγη συγκινήσεως.

Οἱ δύο ναυτομαραγκοί κατήγοντο πράγματι ἀπό τήν Σκόπελον, τῆν νῆσον ἐκείνην ἤτις ἐξασκεῖ γλυκείαν μαγείαν ἐφ᾿ ὅλων τῶν τέκνων της, καί μεταβάλλει εἰς φανατισμόν τήν ἀγάπην τῆς πατρίδος…….τήν νῆσον τῶν νοσταλγῶν[5]

 Ἀλλά τόν σύνδεσμο τοῦ Σκοπελίτη μέ τό νησί του τόν μνημονεύει ὁ Παπαδιαμάντης προσθέτοντας καί κάτι ἀκόμη, τό ὁποῖο δέν ἔχει ἀξιολογηθεῖ πλήρως, ἀφοῦ μάλιστα δέν εἶναι κι ὁ μόνος πού τό ἀναφέρει. Καί θά ἐξηγήσω ἀμέσως τό τί προτίθεμαι νά πῶ.

Εἶναι ἀπό τίς πηγές κι ἀπό τήν προφορική παράδοση γνωστό, πώς οἱ Σκοπελίτες καραβομαραγκοί πού δούλευαν παλιότερα- δηλαδή στά μέσα τοῦ 19ου αἰ. μέχρι καί τά πρῶτα χρόνια τοῦ 20 αἰ.-στίς παραδουνάβιες χῶρες, ἀλλά καί στό Γαλαξείδι, προσπαθοῦσαν, καταβάλοντας μεγάλους κόπους καί θυσίες, νά βρεθοῦν στά σπίτια τους τίς χρονιάρες μέρες: τά Χριστούγεννα δηλ. ἤ τίς Ἀπόκριες ἤ τό Πάσχα.

Τά παραπάνω ἔχοντας λοιπόν ὑπόψη του ὁ  Σκιαθίτης λόγιος ἀναφέρει:

Τήν νῆσον τῶν νοσταλγῶν (τή Σκόπελο δηλ), εἰς τούς κόλπους τῆς ὁποίας διά νά ἐπανέλθουν τά φιλόστοργα τέκνα της, ἐπιβιβάζονται ἀπό τό Ταϊγάνι, ἀπό τήν Βραΐλαν, ἀπό τήν Ὀδησσόν, πρίν παγώσουν τά νερά, χειμῶνα-καιρόν, ἤ εὑρίσκουν ἄλλο μέσον πορείας, ἐάν ἐπάγωσαν ἤδη, καί ταξιδεύουν δύο μῆνας, τρεῖς μῆνας- εἰς τήν ἐποχήν τῶν ἰστίων-μόνον  διά νά ἀξιωθοῦν νά φθάσουν ἐγκαίρως εἰς τήν Σκόπελον διά νά ἑορτάσουν τά Χριστούγεννα, ἤ διά νά κάμουν ἀποκριές, καί νά γίνουν “μουτζοῦνες”.[6]

Ὅλ’αὐτά, τά ὁποῖα εἶχε ζήσει καί βιώσει ὁ Παπαδιαμάντης, ἴσως νά ἦταν ἀπλῶς μιά λογοτεχνική ἐφεύρεση ἑνός λογογράφου, ἄν ἐν τῷ μεταξύ δέν εἴχαμε καί τίς παρακάτω παράλληλες γραπτές μαρτυρίες, οἱ ὁποῖες ἔρχονται νά πιστοποιήσουν τά παραπάνω.

Μέ τό Τριώδι, ἀναφέρει ὁ Σκυριανός λόγιος Κ. Φαλτάϊτς, οἱ Σκοπελίτες καραβομαραγκοί ἦσαν φτασμένοι ὅλοι στό νησί των. Ξεκινοῦσαν ἀπό τήν Μπραΐλα, ἀπό τό Γαλάτσι, ἀπό τήν Πόλη, ἀπό τήν Σύρα, ἀπό τό Γαλαξείδι, ἀπό ἄλλα λιμάνια πού ἔχουν ταρσανάδες, γιά τή Σκόπελο. Ἐδούλευαν ὄλο τό χρόνο…..καί ἐφύλαγαν τίς παραμονές τῶν Ἀπόκρεω, γιά νά γυρίσουν στό νησί. Ἐδῶ καί πενῆντα ἑξῆντα χρόνια πρέπει νά εἶχεν ἡ Σκόπελος περισσοτέρους ἀπό 300 καραβομαραγκούς- Φαλτάϊτς ἀναφέρεται στή χρονική περίοδο 1870-1880. Τό καρνάβάλι στή Σκόπελο ἦτο κάτι ἐξαιρετικό σέ ζωηρότητα, σέ θόρυβο, σέ κέφι…..[7]

Σχολιάζοντας τίς εἰδήσεις τῶν δύο λογίων ἀσφαλῶς ὁ νοῦς ὅλων μας πηγαίνει στό παλαιό ἔθιμο τῆς “τράτας”, πού γίνεται αἰῶνες τώρα τήν Κυριακή τῆς Ἀποκριᾶς καί τό ὁποῖο ἔχει τίς ρίζες του στή φημισμένη τέχνη τῆς ναυπηγικῆς, στή ὁποία πρόκοψαν καί μεγαλούργησαν οἱ πρόγονοί μας. περίπτωση τῶν μαραγκῶν, πού ἐπιθυμοῦν νά ἐπιστρέψουν τό νησί τους δέν εἶναι ἡ μοναδική.

Ἐπίσης πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὁ  Παπαδιαμάντης  ἀναφέρει κι ἄλλο ἕνα περιστατικό, τό ὁποῖο, ἔχω τή γνώμη πώς χρειάζεται νά μνημονευτεῖ, γιατί κι αὐτό ἀποτελεῖ τεκμήριο ἀδιάψευστο τῆς λατρείας, τῆς ὄντως συγκινητικῆς λατρείας τοῦ Σκοπελίτη γιά τόν τόπο του, ἀλλὰ καὶ τῆς προσφορᾶς ἐργασίας τους στὸ ναυπηγεῖο τῆς Σκιάθου. Παραθετω  τό παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπό τό διήγημα “Ὀλόγυρα στή λίμνη“, εὐγνωμονόντας τόν γείτονα λογοτέχνη πού διέσωσε καί παράλληλα πρόβαλλε τέτοιες μνῆμες τιμῆς καί εὐαισθησίας τῶν προγόνων μας. Καί θά σᾶς ἐξηγήσω τό γιατί.

Ἐκεῖ ὄπισθεν τῶν θάμνων τοῦ φράκτου…….ἤκουες πολλάκις τήν ἑσπέραν περί τό λυκόφως, ἐνῶ οἱ ναυπηγοί φορτωμένοι τά ζεμπίλια μέ τά σιδερικά των  ἐπέστρεφαν εἰς τήν πολίχνην, ἤκουες, μεταξύ δύο ἤ τριῶν μαραγκῶν, μετρούντων τάς ἡμέρας ἑωσοῦ ἔλθῃ ἡ πρώτη Κυριακή, κατόπιν τῆς ὁποίας εἴποντο κατά σειράν τρεῖς ἤ τέσσαρες ἑορταί (τῶν Κορυφαίων Ἀποστόλων, τῶν Δώδεκα, τῶν ἁγ. Ἀναργύρων καί τῆς Ἁγίας Ἐσθῆτος)-θέλει νά πεῖ ὁ Ππδ, γιά τίς γιορτές πού μεσολαβοῦν  ἀπό τίς 29’Ιουνίου μέχρι τίς 2 Ἰουλίου- καί ἀναλογιζομένων μετά προαπολαύσεως μελλούσης μακαριότητος ὅτι θά ἔπλεον ὅσον οὕπω ἀντικρύ, εἰς τήν ἀνατολικήν νῆσον, τήν κρατοῦσαν δέσμια πανταχόσε τῆς γῆς ὅλα τά τέκνα της μέ ἀόρατον συμπαθές νῆμα πόθου καί νοσταλγίας, θά ἔπλεον ὅλοι στοιβαζόμενοι εἰς δύο μεγάλας ὀλκάδας, ἔργα τῶν χειρῶν των, ὅπως ἐπί τετραήμερον ἑορτάσωσιν·[8]. Κι ἐδῶ πρέπει νά σᾶς θυμίσω πώς στούς ταρσανάδες τῆς Σκιάθου δούλευαν Σκοπελίτες ναυπηγοί.  Μάλιστα, ὁ Κ. Φαλτάϊτς μᾶς πληροφορεῖ τό ἑξῆς σημαντικό,  ὅτι δηλ.  “Οἱ Σκιαθίτες καραβομαραγκοί ἔμαθαν τήν τέχνη ἀπό τούς Σκοπελίτες[9] 

Ζώντας, λοιπόν, ὁ Ππδ. ἀπό κοντά τόν καημό τοῦ Σκοπελίτη γιά ἐπιστροφή στή γεννέτειρά του, πασχίζει νά τόν διδάξει, μέσω τῶν γραφτῶν του, στούς συνέλληνες, γιατί ὁ Νόστος εἶναι βίωμα πού σημαδεύει τή ζωή τοῦ ξενιτεμένου· βίωμα πού δέν περιγράφεται ἔτσι ἁπλᾶ: πραγματοποιεῖται μόνο. Γι’αὐτό σᾶς εἶπα ὅτι τόν εὐγνωμωνοῦμε…

Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ εὐχαριστῶ θερμότατα τὸν καπετὰν Γιάννη Παρίση ποὺ μὲ τιμᾶ πάντα μὲ τὴν ἀποστολὴ τοῦ μνημειώδους Ἡμερολογίου τοῦ Συλλόγου τῶν Ναυτικῶν τῆς Σκιάθου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ νὰ μέ καλέσει στὴν τόσο σημαντικὴ ἀποψινὴ ἐκδήλωση. Ὁ Θεὸς νὰ τοῦ χαρίζει χρόνους, ὑγεία καὶ φωτισμὸ νὰ συνεχίσει τὸ κορυφαῖο του ἔργο.

π. κ. ν. κ

[1] Στάλθηκε στὸν κ. Γιάννη Θεοδ. Παρίση , κατὰ τὰ ἐγαίνια τῆς Ἐκθέσεως τοῦ Ναυτικοῦ Μουσείου τῆς Σκιαθου

[2] Βαρδιανος στὰ Σπόρκα, σελ. 19 ( ἔκδ. Λ. Πολίτη, Γαλαξίας 1968)

[3] Γιὰ τὴ ναυπηγικὴ στὴ Σκιάθο βλ. τὴ μελέτη τοῦ Ἰω. Ν. Φραγκούλα, Τὸ Σκιαθίτικο ἰστιοφόρο ναυτικό, στὸ συλλογικὸ τόμο, Τὰ Σκιαθίτικα καράβια,  Σκιάθος 1995, σελ. 37-45

[4] Κ. Φαλτάιτς, Ναυτικὴ Λαογραφία. Οἱ Σκοπέλίτες καραβομαραγκοί, περ. Ναυτικὴ Ἑλλάς, ἔτ. Α΄ φ. 6 31-3-1929, σελ. 94

[5] Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ΑΠΑΝΤΑ, τ. 3, ὅπ.παρ. σελ. 283-284

[6] ὅπ. παρ. σελ. 284

[7] Κ. Φαλτάϊτς, Ναυτική Λαογραφία. Οἱ Σκοπελίτες καραβομαραγκοί. περ. ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ, ἔτ. Α΄ φ. 6, 31 Μαρτίου 1929, σελ. 94

[8] ΑΠΑΝΤΑ τ. 3, 387.

[9] Κ. Φαλτάϊτς, ὅπ. παρ.