Από το 1350 περίπου ως το 1829 έζησαν οι Σκιαθίτες επάνω στον άνυδρο και αφιλόξενο βράχο που προεξέχει στη θάλασσα και τότε επικοινωνούσε με το νησί με μια ξύλινη κινητή γέφυρα την οποία έριχναν την ημέρα και μάζευαν τη νύχτα. Όταν έφτασε ο περιηγητής και μεταλλειολόγος Κάρολος Fiedler τον Δεκέμβριο του 1834, που από μακριά το Κάστρο του φάνηκε σαν μινιατούρα, η γέφυρα δεν μπορούσε πλέον να κατεβεί εύκολα και υπήρχαν ακόμα όρθια ακατοίκητα λευκά σπιτάκια, κλειστά, μικρά και ακανόνιστα χτισμένα. Το μοχλό της σκουριασμένης πύλης άνοιξαν τελικά για να μπει ο επισκέπτης, μετά κόπου τρεις γέροι φρουροί που «είχαν καμπουριάσει από τα χρόνια της ταλαιπωρίας».

Εκεί κοντά, σε μια πεζούλα, είδε να κάθονται αμίλητες κυκλικά δεκαέξι μαυροφορεμένες χήρες, «για να ζεσταθούν λίγο απ’ τον ήλιο που έλαμπε χλιαρά. Είχαν χάσει τους άντρες τους από πειρατές και Τούρκους. Μπροστά τους έπαιζαν αθώα κάτω στο χώμα μερικά παιδάκια με σκληρά χορτάρινα καλάμια και μικρές πέτρες, χωρίς να έχουν συνείδηση της καταστάσεως, χωρίς φροντίδα για το μέλλον.» Συνεχίζει ο Fiedler: «Μόνο καλό νερό δεξαμενής υπάρχει στο Κάστρο και λίγο αλεύρι. Για κρέας και ψάρια δεν γίνεται λόγος, κανένας δεν τους φέρνει ξύλα και η πύλη όλη την ημέρα είναι κλεισμένη από το φόβο των πειρατών.

Προχθές ακόμα έκαμαν την εμφάνισή τους εδώ κοντά. Έτσι περνούν τη ζωή τους πέντε χρόνια τώρα, γιατί εδώ έχουν γεννηθεί και δεν μπορούν να χωριστούν από τον έρημο βράχο, αν και έχουν χάσει τη χαρά τους… Κανένας δεν τολμά τίποτε ν’ απολαύσει εδώ, όπου άφωνος πόνος στερεί κάθε χαρά της ζωής.» Αρκετοί λοιπόν, παρά τη μετοίκηση των περισσοτέρων στο ανατολικό φυσικό κι απάνεμο κόλπο, προτίμησαν να παραμείνουν και να πεθάνουν στα μαθημένα τους: εκεί απάνω στον αφιλόξενο κι άγριο βράχο…