Danos | Ντάνος | article of Richard Romanus




You liked him immediately. There was an innocence about him. Handsome with green twinkling eyes, he seemed comfortable enough around people though he spoke softly and spent a great deal of time looking at the ground with a shy smile. He was of average height, just under five feet, eleven inches, but with the excellent musculature of a professional soccer player. His grip was of steel and he always offered it on meeting and parting when he pumped my gas, trying to be cheerful yet with a slight air of melancholy. He had hoped for more out of life than he currently had, or didn’t have, and he didn’t know what to do about it. He even asked me one day if I thought he could be an actor in Hollywood. He told me what he missed was playing under the lights and the attention he received as a professional soccer player, the applause.



Born in 1982, Yiorgos Angelopoulos was called Danos because in his early teens he worked at his uncle Danos’ bakery and was known as “Danaki” or little Danos. His father was a driver, cabs, busses, anything that needed driving on this small island. Danaki grew up in the Plaka where, like most of the neighborhood boys, he would dive off jagged cliffs, one overlooking the other, between two large rocks into the sea with only a few inches to spare on either side, and then rock climb back and do it again for summer fun. By the time he was in his later teens, his strength was looked on as a marvel, shoveling concrete into a barrel and breaking the shovel handles, carrying a two-man pile of marble on his shoulder up three flights of stairs. Now, of course, he was known only as Danos.


After high school Danos played professional soccer, first in Volos, and then Rhodes and Athens from 2004 to 2010, until he tore his quadriceps, or thigh muscles, so badly that, even after several surgical procedures, he was finally forced to quit. Returning to Skiathos, deeply disappointed, he first worked as a water ski instructor at several beaches. Then, together with his brother, Haris, he rented a small gas station/car wash/tire outlet on the Ring Road just when the economic crisis began. To help promote their business the brothers started offering a little extra, washing your windshield, handing you a cold bottle of water on a hot day as a courtesy. But the crisis was relentless. Many Skiathans were rationing their gas and not buying any heating oil, coupled with more and more taxes, and more taxes, until the burden became overwhelming; and so, after five years, having spent every cent of their own money plus the funds borrowed from family and friends, even selling their family home in the Plaka trying to stay afloat, Danos, now, thirty-three, having to walk away from the business for failing to come up with the rent, completely adrift with no way forward, on that particular morning in my ignorance of it all, met me with his usual shy smile and a genuine pleasure to see me while we chatted once again about the possibility of him becoming an actor in Hollywood. I wouldn’t realize until much later that he was serious. He was desperate.


The rest of his story unfolds like a Hollywood movie where the handsome young man in his early thirties and down on his luck is lying in bed depressed one day watching television when he sees an advertisement for contestants for a realty show for the most beautiful and physically competent young men and women capable of performing a never ending series of athletic competitions in bathing attire, and involving all manner of physical and mental prowess. After a process of elimination the winner is awarded a large six figure sum and more. Well, why not. So, of course, our hero sends in the requisite papers, but is told the show is already cast. Then, in a perfect plot turn, Danos is told one contestant opted out and he could participate.


Off to the Dominican Republic for the next three months where the show was filmed and soon became a Greek national pastime and beyond. And as if his whole life had prepared him for these events and driven by desperation, while everyone else was being eliminated one by one, Danos was catching fire with the public, and especially with young girls, by his athletic ability and the way he looked down in his bathing suit with his innocent shy smile, and people of all ages began coming to the island to talk to anyone who knew Danos and share selfies in front of Danos Bakery, and his name was suddenly on everyone lips as more contestants were eliminated and Danos was still left standing. “Danos” was suddenly like a movie star and, like all movies where the hero overcomes insurmountable odds, on June 5, 2017, Danos was the last survivor. You couldn’t write a better Hollywood ending. And yet…


The summer after his coronation at a popular taverna on the quay, it was being whispered around that “Danos is here!” I saw him nearby and I wanted to congratulate him and tell him how truly happy I was for his success, but he was being enveloped by an older man. When he noticed me he smiled large, and extended his hand and untangled himself as I ventured over to meet him. As I approached he grinned wider “So what do you think? Hollywood?”

  He was about to leave on an ambassadorial mission from the Greek government to Cyprus and had just signed a contract to star in the most popular daytime serial in Greece.


Now, after having acted in a number of television shows and movies in Greece, he has signed contracts for three American movies. “Danos” is his name, and now that Hollywood will be watching, perhaps his story thus far is only the end of the beginning.



Σε κέρδιζε µε την πρώτη µατιά. Υπήρχε µια αθωότητα πάνω του. Οµορφάντρας µε πράσινα
σπινθιροβόλα µάτια, έδειχνε να είναι αρκετά άνετος µέσα σε κόσµο άνκαι µιλούσε χαµηλότονα και την περισσότερη ώρα κοίταζε κάτω µε ένα ντροπαλό χαµόγελο. Με µέτριο ύψος, λίγο πιο κάτω από ένα ογδόντα, αλλά µε την εξαιρετική µυική δοµή ενός επαγγελµατία ποδοσφαιριστή.
Η χειραψία του ήταν από ατσάλι και την πρόσφερε πάντοτε όταν σε συναντούσε και όταν σε
αποχαιρετούσε όποτε µου έβαζε βενζίνη, προσπαθώντας να είναι εύθυµος αλλά µε µια ελαφριά αίσθηση µελαγχολίας. Είχε ελπίσει ότι η ζωή θα του πρόσφερε περισσσότερα από όσα είχε, ή δεν είχε, και δεν ήξερε τί να κάνει. Έφτασε στο σηµείο να µε ρωτήσει µια µέρα αν πίστευα πως θα µπορούσε να γίνει ηθοποιός στο Χόλιγουντ. Μου είπε ότι αυτό που νοσταλγούσε ήταν να παίζει κάτω από τα φώτα και το ενδιαφέρον που αποσπούσε ως επαγγελµατίας ποδοσφαιριστής, το χειροκρότηµα.
Γεννηµένος το 1982, ο Γιώργος Αγγελόπουλος άκουγε στο όνοµα Ντάνος επειδή ως νεαρός
έφηβος εργαζόταν στον φούρνο του θείου του Ντάνου και τον φώναζαν «Ντανάκι» ή µικρό
Ντάνο. Ο πατέρας του ήταν οδηγός, ταξί, λεωφορεία, ο,τιδήποτε χρειαζόταν τις υπηρεσίες του σ’αυτό το µικρό νησί. Το Ντανάκι µεγάλωσε στην Πλάκα όπου, όπως τα περισσότερα από τα αγόρια της γειτονιάς, βουτούσε στη θάλασσα από άγριους γκρεµούς ανάµεσα από δύο µεγάλους βράχους µε µόνο λίγα εκατοστά απόσταση από κάθε πλευρά, και µετά σκαρφάλωνε πάλι πίσω για να ξαναβουτήξει απολαµβάνοντας το καλοκαιρινό παιγνίδι. Όταν µεγάλωσε κάπως η δύναµή του θεωρήθηκε θαύµα, καθώς οι συγχωριανοί του τον έβλεπαν να φτυαρίζει τσιµέντο µέσα σε ένα βαρέλι και να σπάζει τα φτυάρια, να κουβαλάει στον ώµο του µέχρι τρεις ορόφους µάρµαρα που χρειάζονταν δύο άνδρες. Τώρα πια, βέβαια, ήταν γνωστός µόνον ως Ντάνος.
Μετά το λύκειο ο Ντάνος έπαιξε επαγγελµατικό ποδόσφαιρο, πρώτα στον Βόλο, και κατόπιν
στην Ρόδο και την Αθήνα από το 2004 µέχρι το 2010, οπότε έπαθε ρήξη τετρακέφαλου, ή των µυών του µηρού, που αποδείχθηκε τόσο καταστρεπτική ώστε, ακόµη και έπειτα από µια σειρά χειρουργικών επεµβάσεων, τελικά αναγκάστηκε να αποσυρθεί. Επιστρέφοντας στην Σκιάθο, βαθειά απογοητευµένος, εργάστηκε αρχικά ως εκπαιδευτής θαλάσσιου σκι σε διάφορες παραλίες. Έπειτα, µαζί µε τον αδελφό του τον Χάρη νοίκιασε ένα µικρό βενζινάδικο/πλυντήριο αυτοκινήτων/πρατήριο ελαστικών επάνω στον Περιφερειακό, ακριβώς τότε που άρχισε η οικονοµική κρίση. Για να προωθήσουν την επιχείρησή τους, τα αδέλφια άρχισαν κάποιες προσφορές, π.χ. καθάρισµα του παρ µπριζ, ένα µπουκάλι κρύο νερό τις ζεστές µέρες. Όµως η κρίση ήταν ανελέητη. Πολλοί Σκιαθίτες µοιράζονταν τη βενζίνη τους και δεν αγόραζαν καύσιµα για θέρµανση, και µε όλο και πιο πολλούς φόρους, τα βάρη έγιναν ασήκωτα. Έτσι, έπειτα από πέντε χρόνια, έχοντας ξοδέψει και το τελευταίο σεντ από τα δικά τους χρήµατα συν όσα είχαν δανειστεί από την οικογένεια και φίλους, πουλώντας ακόµη και το πατρικό τους σπίτι στην Πλάκα στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν, ο Ντάνος, τριάντα τριών πια, υποχρεωµένος να εγκαταλείψει πια την επιχείρηση µη έχοντας την δυνατότητα να πληρώσει το ενοίκιο, ολότελα χαµένος χωρίς καµία διέξοδο, εκείνο το πρωινό χωρίς εγώ να ξέρω τίποτε από όλα αυτά, µε συνάντησε µε το γνωστό του ντροπαλό χαµόγελο και µε γνήσια χαρά που µε έβλεπε – ενώ µιλούσαµε έφερε πάλι την κουβέντα στην πιθανότητα να γίνει ηθοποιός στο Χόλιγουντ. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα ότι µιλούσε σοβαρά. Ήταν πραγµατικά απελπισµένος.
Η συνέχεια της ιστορίας ξετυλίγεται σαν µια Χολιγουντιανή ταινία, στην οποία ο όµορφος
νέος, τριαντάρης και κάτι, και χωρίς ελπίδα βρίσκεται µια µέρα ξαπλωµένος στο κρεβάτι του
θλιµµένος χαζεύοντας την τηλεόραση, οπότε βλέπει µια διαφήµιση για συµµετοχή σε ένα ρεάλιτι σόου που αφορούσε τους πιο όµορφους και σε καλή φυσική κατάσταση νέους και νέες ικανούς να εκτελέσουν µιαν ατέλειωτη σειρά αθλητικών διαγωνισµάτων µε κολυµβητική αµφίεση, που περιλάµβανε όλων των ειδών σωµατικές και πνευµατικές ικανότητες. Μέσα από την διαδικασία της σταδιακής αποχώρησης ο νικητής επιβραβεύεται µε ένα υψηλο εξαψήφιο ποσό και άλλα ωφέλη. Γιατί όχι, λοιπόν; Και έτσι, βέβαια, ο ήρωάς µας στέλνει την απαραίτητη αίτηση, αλλά του απαντούν ότι έχουν ήδη κλείσει. Και τότε, µε µια τέλεια ανατροπή στην υπόθεση, ειδοποιούν τον Ντάνο ότι ένας από τους διαγωνιζόµενους αποσύρθηκε και ότι µπορούσε να πάρει τη θέση του.
Αναχώρηση για την Δοµινικανή Δηµοκρατία για τους επόµενους τρεις µήνες, όπου γυριζόταν
το σόου το οποίο σύντοµα πήρε διαστάσεις εθνικού τηλεοπτικού θεάµατος στην Ελλάδα και όχι µόνον. Και, σαν ολόκληρη η ζωή του να τον είχε προετοιµάσει για αυτό και µε κίνητρο την απελπισία του, όσο όλοι οι άλλοι αποχωρούσαν ένας ένας, ο Ντάνος ξεσήκωνε το κοινό, και ιδιαίτερα τα νεαρά κορίτσια, µε τις αθλητικές του ικανότητες και τον τρόπο µε τον οποίο
φορώντας το µαγιό του κοιτούσε χαµηλά µε το αθώο ντροπαλό του χαµόγελο, ενώ άνθρωποι όλων των ηλικιών άρχισαν να φθάνουν στο νησί για να µιλήσουν µε όποιον γνώριζε τον Ντάνο, να βγάλουν σέλφις µπροστά από τον Φούρνο του Ντάνου, και το όνοµά του βρέθηκε ξαφνικά στα χείλη όλου του κόσµου καθώς όλο και περισσότεροι διαγωνιζόµενοι αποχωρούσαν και ο Ντάνος έµενε εκεί σταθερά. Ο «Ντάνος» έγινε ξαφνικά κάτι σαν αστέρας του σινεµά και, όπως σε όλες τις ταινίες όπου ο ήρωας υπερπηδάει αξεπέραστα εµπόδια, στις 5 Ιουνίου 2017 ο Ντάνος ήταν ο τελευταίος επιζών. Δεν θα µπορούσε να γράψει κανείς καλύτερο Χολιγουντιανό τέλος. Κι όµως …

Το καλοκαίρι µετά την στέψη του σε µια γνωστή ταβέρνα στην παραλία άρχισε να ψυθιρίζεται ότι ο «Ντάνος» είναι εδώ! Τον είδα εκεί κοντά και ήθελα να τον συγχαρώ και να του πω πόσο ειλικρινά χαιρόµουν για την επιτυχία του, αλλά τον είχε αγκαλιάσει κάποιος ηλικιωµένος. Όταν µε πήρε το µάτι του χαµογέλασε πλατιά, άπλωσε το χέρι του και απελευθερώθηκε από τις αγκαλιές καθώς εγώ προχωρούσα να τον συναντήσω. Όσο πλησίαζα το χαµόγελό του γινόταν όλο και πλατύτερο «Τί νοµίζεις, λοιπόν; Χόλιγουντ;»

Ετοιµαζόταν να φύγει για την Κύπρο σε µια πρεσβευτική αποστολή του Ελληνικού Κράτους
και είχε µόλις υπογράψει συµβόλαιο για να πρωταγωνιστήσει στο πιο δηµοφιλές σήριαλ στην
ελληνική τηλεόραση.
Σήµερα, έχοντας παίξει σε πολλά τηλεοπτικά σόου και ταινίες στην Ελλάδα, έχει υπογράψει
συµβόλαια για τρεις Αµερικανικές ταινίες. «Ντάνος» είναι το όνοµά του, και τώρα που θα τον βλέπει το Χόλιγουντ, ίσως η µέχρι τώρα ιστορία του να είναι µόνον το τέλος της αρχής.