Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, οι οποίοι βρήκαν καταφύγιο στη Σκιάθο το 1922, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης Ιστορίας του νησιού. Το επερχόμενο έτος θα σημάνει τη συμπλήρωση ενός αιώνα από τα θλιβερά γεγονότα εκείνης της εποχής, η οποία συνδυάστηκε με το τέλος του Ελληνισμού στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου. Η θλιβερή επέτειος των εκατό χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης με την κ. Μαρία Βερβέρη, πρόεδρο της Ένωσης Μικρασιατών Σκιάθου, η οποία μίλησε στο Skiathoslife.gr  για τους προγόνους της που βρέθηκαν στις Βόρειες Σποράδες από τα χωριά της Ερυθραίας.  

Τα γεγονότα του 1922 είναι γνωστά σε όλους, αφού οι Έλληνες της Μικράς Ασίας βιώνοντας πρωτοφανή φρίκη και άγριες σφαγές, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την πατρογονική τους γη και να πάρουν τον πικρό δρόμο της προσφυγιάς. Η Σκιάθος υποδέχθηκε όσους ξεριζώθηκαν από τη χερσόνησο της Ερυθραίας, με το μεγαλύτερο ποσοστό των προσφύγων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο νησί, να προέρχονται από τον Τσεσμέ και την Αγία Παρασκευή ή Κιόστε.

Το βιβλίο του αείμνηστου Γιάννη Αικατερίνη με τίτλο «Χαμένες πατρίδες, το χωριό μας η Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ (το Κιόστε) 1760-1922», το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1984 και επανεκδόθηκε πριν από μία πενταετία από τις Εκδόσεις Μπαλτά, δίνει πολλές λεπτομέρειες για τον τόπο καταγωγής των Μικρασιατών που έγιναν… Σκιαθίτες. Άλλωστε, ο Αικατερίνης, απόστρατος μοίραρχος Χωροφυλακής, ήταν Μικρασιάτης πρώτης γενιάς, ο οποίος κατέληξε στη Σκιάθο σε ηλικία 21 ετών και στην ουσία το 734 σελίδων βιβλίο του αποτελεί μία αυθεντική μαρτυρία για αυτά που βίωσαν οι πρόσφυγες από την Ερυθραία. Η Αγία Παρασκευή θεωρείτο το μεγαλύτερο καπετανοχώρι της Μικράς Ασίας και διέθετε συγκροτημένο στόλο με αλιευτικά σκάφη, τα οποία έφταναν μέχρι την Αδριατική. Η χερσόνησος της Ερυθραίας βρίσκεται δυτικά της Σμύρνης, απέναντι από την Χίο, και πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή, τα χωριά που υπήρχαν κατά μήκος της ακτογραμμής είχαν αμιγείς ελληνικούς πληθυσμούς. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Αγίας Παρασκευής, αλλά και του Τσεσμέ, ήταν αλιείς που κέρδιζαν εκατοντάδες χρυσές λίρες σε ετήσια βάση και είχαν δημιουργήσει μία θαυμαστή ναυτική παράδοση στην «καρδιά» της Ιωνίας. Στο τέλος δε, όταν οι τουρκικές ορδές όρμησαν με λύσσα εναντίον των Ελλήνων, τα αλιευτικά της Ερυθραίας έσωσαν χιλιάδες κόσμου από βέβαιο θάνατο.

Σπάνιο φωτογραφικό ντοκουμέντο από το Κιόστε, όπως ήταν γνωστή επίσης η Αγία Παρασκευή, όταν ακόμη στο χωριό της Ερυθραίας υπήρχε αμιγής ελληνικός πληθυσμός

Βρέθηκαν σε γνώριμους ψαρότοπους

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν για τους λόγους, που οι πρόσφυγες από την ευρύτερη περιοχή της Ερυθραίας, επέλεξαν τη Σκιάθο για να μείνουν, απαντάται στο ότι η περιοχή δεν ήταν άγνωστη στους αλιείς της Αγίας Παρασκευής και του Τσεσμέ. Η Σκιάθος ήταν δημοφιλής ψαρότοπος, όπως για παράδειγμα η Καβάλα και η Νέα Μηχανιώνα και έτσι, όταν κλήθηκαν να αποφασίσουν το πού θα συνεχίσουν τη ζωή τους μετά τον διωγμό των Τούρκων, δεν δυσκολεύτηκαν να καταλήξουν στο νησί του Παπαδιαμάντη. Στη Σκιάθο βρέθηκαν πολλές οικογένειες από εκείνα τα μέρη, που έχτισαν το βιος τους από την αρχή, στηριζόμενες σ’ αυτό που γνώριζαν καλά: Την ενασχόλησή τους με την αλιεία.

«Η Αγία Παρασκευή μοιάζει αρκετά με τη Σκιάθο. Μέχρι και μια χερσόνησος που υπήρχε εκεί, λεγόταν Μπούρτζι. Πέραν αυτού βέβαια, η Σκιάθος, όπως και ο Θερμαϊκός, θεωρούνταν πολύ καλοί ψαρότοποι. Υπήρχαν ψαράδες, οι οποίοι από τα παράλια της Μικράς Ασίας έφταναν μέχρι εδώ, γιατί ήταν πιο καλές οι καλάδες. Αντάμωναν με τους ντόπιους κι έτσι είδαμε πολλούς Μικρασιάτες, οι οποίοι είχαν καταγωγή από την περιοχή της Ερυθραίας, να εγκαθίστανται στη Σκιάθο το 1922, καθώς γνώριζαν καλά το μέρος. Το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων στη Σκιάθο ήταν από την Αγία Παρασκευή. Σχεδόν το 60% των Μικρασιατών που έφτασαν εδώ ήταν από το Κιόστε, ένα ποσοστό 30% προερχόταν από τον Τσεσμέ και ένα 10% από χωριά που υπήρχαν στις μικρασιατικές ακτές του Μαρμαρά», είπε στο Skiathoslife.gr η κ. Βερβέρη, η οικογένεια της οποίας κατάγεται από την Αγία Παρασκευή: «Από εκεί κρατάει η γιαγιά μου. Μαρία Τσουρού την έλεγαν. Έφυγε από το Κιόστε όταν ήταν 20 χρόνων. Το συγκεκριμένο επίθετο συναντάται συχνά και στη Χίο, όπου επίσης κατέφυγαν πολλοί από την Αγία Παρασκευή».

Από το βιβλίο του Γιάννη Αικατερίνη μαθαίνουμε πως η Αγία Παρασκευή, αυτή η ξακουστή κωμόπολη του Ερυθραιώτικου Ελληνισμού, προτού εγκαταλειφθεί οριστικά το 1922, δοκιμάστηκε πρώτη φορά το 1914. Τότε έλαβαν χώρα οι πρώτοι διωγμοί, που υποχρέωσαν τους κατοίκους της να εγκαταλείψουν προσωρινά τη γη τους και να μείνουν σε Χίο και Σκιάθο. «Πάρα πολλοί είχαν μείνει τότε για λίγο στη Χίο, κάποιοι άλλοι βρέθηκαν στη Σκιάθο, αλλά ξαναγύρισαν στην Αγία Παρασκευή, μέχρι που το 1922 πήραν τον δρόμο δίχως επιστροφή», σημείωσε η 60χρονη, σήμερα, Σκιαθίτισσα, η οποία ανήκει στην τρίτη γενιά των προσφυγικών οικογενειών που εγκαταστάθηκαν στις Βόρειες Σποράδες.

Το εξώφυλλο της β’ έκδοσης από το βιβλίο-ντοκουμέντο του αείμνηστου Γιάννη Αικατερίνη, το οποίο κυκλοφόρησε πρώτη φορά πριν από 37 χρόνια και επανεκδόθηκε το 2017

Οι θρυλικοί τρατάρηδες του Κιόστε και τα πρώτα δύσκολα χρόνια

Η συμβολή των τρατάρηδων της Αγίας Παρασκευής στην ανάπτυξη της ελληνικής αλιείας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, είναι μία από τις σημαντικότερες παρακαταθήκες που άφησαν εκείνοι οι άνθρωποι στην καινούρια τους, πλέον, πατρίδα πριν από έναν αιώνα ακριβώς. Η Μαρία Βερβέρη εξηγεί τον λόγο: «Ήταν οι μόνοι από τους Μικρασιάτες, οι οποίοι μετέφεραν το σύστημα αλιείας με τράτες στην Ελλάδα. Μέχρι το ’22 αυτός ο τρόπος ψαρέματος ήταν ελάχιστα διαδεδομένος στις ελληνικές θάλασσες. Επιπλέον, η Αγ. Παρασκευή είχε να επιδείξει τον μεγαλύτερο αλιευτικό στόλο στο Αιγαίο. Έφταναν μέχρι την Ιταλία. Και όταν χρειάστηκε να φύγουν για να γλυτώσουν από τους Τσέτες, ας μη ξεχνάμε πως οι τράτες εκείνες αποδείχθηκαν σωτήριες. Τα θύματα από τα χωριά εκείνα στον διωγμό του 1922 ήταν ελάχιστα. Όλοι έφυγαν έγκαιρα με τα σκάφη τους, πλην ενός παπά που έμεινε πίσω και οι Τούρκοι τον σκότωσαν στο ιερό, αφού δεν ήθελε να αφήσει την εκκλησία του».

Η θέληση των Μικρασιατών της Ερυθραίας να ξανασταθούν όρθιοι στα πόδια τους, παρά τα όσα έχασαν το 1922, αποδείχθηκε καταλυτική. Ο μόχθος των ανθρώπων εκείνων δεν πήγε χαμένος και γρήγορα η ισχυρή κοινότητα που δημιουργήθηκε στη Σκιάθο, μπόρεσε να ορθοποδήσει. «Οι συνθήκες που επικρατούσαν τότε στην Ελλάδα ήταν πολύ δύσκολες. Η χώρα έβγαινε από πολυετείς πολέμους, ενώ το προσφυγικό ζήτημα που προέκυψε απ’ όσους ξεριζώθηκαν βίαια από τη Μικρά Ασία, έκανε πιο δύσκολη την κατάσταση. Το ελληνικό κράτος, εξαντλημένο ηθικά και οικονομικά, έπρεπε να περιθάλψει και να εντάξει συνολικά ενάμιση εκατομμύριο Μικρασιάτες πρόσφυγες.  Παρόλα αυτά, όσοι βρέθηκαν στη Σκιάθο πρόκοψαν, ιδίως εκείνοι που ασχολήθηκαν με τη θάλασσα. Για παράδειγμα, μέχρι και σήμερα συναντούμε οικογένειες αλιέων που συνεχίζουν την παράδοση δεκαετιών, ενώ στα σκάφη τους διατηρούν μικρασιατικές ονομασίες», σημείωσε η δραστήρια πρόεδρος της Ένωσης Μικρασιατών Σκιάθου, η οποία στη συνέχεια αναφέρθηκε στην ιστορία του σωματείου που βρίσκεται επικεφαλής από το 2009: «Το 1924, ακριβώς δύο χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, καταγράφεται η πρώτη προσπάθεια αυτό-οργάνωσης των προσφύγων στο νησί της Σκιάθου. Το 1924 ίδρυσαν σύλλογο με την επωνυμία «Μικρασιατική Ένωση Σκιάθου». Σκοπός του ήταν η ανάπτυξη ηθικής και υλικής αλληλεγγύης μεταξύ των μελών του. Υπάρχει και απόφαση του Πρωτοδικείου Βόλου, την οποία έχουμε στο αρχείο μας. Το πρώτο σωματείο, όμως, αδράνησε. Το 1934 έχουμε την πρώτη ανασύσταση και εμφανίζεται η Ένωσις Μικρασιατών Σκιάθου «Η Ερυθραία», που επίσης στόχευε στην αλληλοβοήθεια των προσφύγων. Όμως, έπειτα από χρόνια και αυτό το σωματείο ανέστειλε τη δραστηριότητά του. Το 1988 προέκυψε η Ένωση Μικρασιατών Σκιάθου, η οποία είχε σκοπό τη διάσωση, διατήρηση και διάδοση της πολιτιστικής κληρονομιάς των προσφύγων. Ούτως ή άλλως, οι συνθήκες είχαν πλέον αλλάξει και οι προτεραιότητες ήταν διαφορετικές, αφού τόσες δεκαετίες μετά οι Μικρασιάτες είχαν ενταχθεί πλήρως στην ελληνική κοινωνία. Τελικά, το 2009 είχαμε την τελευταία ανασύσταση του συλλόγου μας. Κρατήσαμε την τελευταία επωνυμία και ανάμεσα στα 240 μέλη που υπογράψαμε τότε, ήταν και ο τωρινός Δήμαρχος του νησιού, Θοδωρής Τζούμας, ο οποίος διετέλεσε αντιπρόεδρος για πολλά χρόνια».

Καλλιτεχνική απεικόνιση, που δημοσιεύθηκε πριν από λίγα χρόνια σε ημερολόγιο που κυκλοφόρησε η Ένωση Μικρασιατών Σκιάθου και απεικονίζει τις δύο πατρίδες των Μικρασιατών που βρήκαν καταφύγιο στις Βόρειες Σποράδες: Αριστερά διακρίνεται το λιμάνι της Αγίας Παρασκευής, ενώ δεξιά βλέπουμε άποψη της Σκιάθου, με εμφανή την πρόθεση σύνδεσης των δύο περιοχών

Ορόσημο η εκατονταετηρίδα μνήμης

Σε λίγους μήνες θα υποδεχθούμε το 2022. Η Μαρία Βερβέρη στάθηκε στη συμπλήρωση των εκατό χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, λέγοντας σχετικά: «Σε κάθε περίπτωση, είναι βαρύ το συμβολικό φορτίο που κουβαλάμε. Το 2022 θα συμπληρωθεί ένας αιώνας από το τέλος του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Η επέτειος αυτή είναι πολύ σημαντική και οφείλουμε να δώσουμε τη δέουσα προσοχή στο αποτύπωμα που έχει αφήσει στη συλλογική μνήμη ο ξεριζωμός του 1922. Αλίμονο στους νέους, να μη λησμονούμε την καταγωγή μας, γιατί ό,τι ξεχνιέται, χάνεται. Έχουμε χρέος να κρατήσουμε «ζωντανή» τη μνήμη των προγόνων μας, μαζί με τα ήθη, τα έθιμα και όλες τις παραδόσεις που κουβάλησαν στην Ελλάδα».

Προς αυτή την κατεύθυνση η Ένωση Μικρασιατών Σκιάθου θα οργανώσει εντός της νέας χρονιάς εκδηλώσεις, οι οποίες θα υπενθυμίσουν στους νεότερους τα γεγονότα εκείνης της ταραγμένης περιόδου, αλλά και τη συμβολή των Μικρασιατών στην ανάπτυξη της Ελλάδας. «Πέρα από τον πολιτισμό των προγόνων μας, τα γεγονότα εκείνα μάς θυμίζουν και κάτι άλλο: Η Μικρασιατική Καταστροφή είναι ταυτισμένη με την πυρπόληση της Σμύρνης και τον αφανισμό των Ελλήνων. Όμως, αποτελεί και τον σημαντικότερο σταθμό στη νεότερη ελληνική Ιστορία, διότι ερχόμενοι εδώ οι πρόσφυγες, έδωσαν τη δυνατότητα της νέας προοπτικής και της εξέλιξης της χώρας. Η τραγωδία εξελίχθηκε σε δημιουργία και η καταστροφή σε μοχλό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και πολιτισμού. Αναπτύχθηκε η Ελλάδα με τους Μικρασιάτες. Για τον λόγο αυτό, ξεκινήσαμε ήδη συζητήσεις με τον Δήμος Σκιάθου, ενώ αναζητούμε χορηγούς, για να κάνουμε κάποια μεγάλη εκδήλωση», κατέληξε με νόημα η κ. Βερβέρη.