ΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗΣ | Γράφει ο Γιώργος Σανιδάς

του Γιώργου Σανιδά

 

Ο Αύγουστος του 44 είναι ο πιο γλυκόπικρος μήνας στη μακρόχρονη ιστορία της Σκιάθου. Με την εκπνοή του, αποχώρησαν οι κατακτητές αφού προηγουμένως όμως, σαν αγρίμια που ξεψυχούν, εκδήλωσαν την απύθμενη θηριωδία τους σε βάρος αθώων αμάχων.

Ήταν 12 του μήνα όταν οι αντάρτες του ΕΑΜ συνέλαβαν στη Σκιάθο σε μια κινηματογραφική καλοστημένη επιχείρηση, το Ναζί Διοικητή των Β. Σποράδων, Γιόζεφ Άντλερ, τον επονομαζόμενο απ’ τους κατοίκους ‘Μιλεούνη’ καθώς τους είχε στραγγίξει απαιτώντας συνεχώς λύτρα. Έτσι άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου.

Την επομένη κιόλας, οι Γερμανοί έπιασαν 18 ομήρους την ώρα που οι κάτοικοι έφευγαν έντρομοι απ’ την πόλη για να κρυφτούν στα βουνά φοβούμενοι τα αναμενόμενα αντίποινα. Οι όμηροι μεταφέρθηκαν στη Βάση της Σκοπέλου ώστε να αποτελέσουν με την απειλή του θανάτου τους, προϊόντα ανταλλαγής με το Γερμανό Διοικητή που φυγαδεύτηκε στο Κάιρο.

Οι Σύμμαχοι όμως αρνούνται να τον επιστρέψουν κι οι Γερμανοί ελευθερώνουν τους 12 απ’ τους ομήρους και τους άλλους έξι τους πνίγουν με το χειρότερο τρόπο: δένοντάς τους ζωντανούς και τραβώντας τους σαν έμψυχες άγκυρες, πίσω απ’ τα πλοία!

Στο μεταξύ στη Σκιάθο, επικρατεί περίεργη σιωπή που κάνει κάποιους ντόπιους να ξεθαρρέψουν και ν’ αφήσουν τις κρυψώνες τους επιστρέφοντας στην πόλη. Ώσπου στο λυκαυγές της 23ης του μήνα, μέσα στο μούχρωμα της νύχτας, εμφανίζονται στο νησί, σερνάμενες στη θάλασσα σαν ύπουλες οχιές, Γερμανικές καταδιώξεις κι άλλα επιταγμένα σκάφη γιομάτα στρατιώτες και Ταγματασφαλίτες. Ακροβολίζονται στ’ ανοιχτά. Βομβαρδίζουν ανελέητα την παραλία. Αράζουν και στήνουν πολυβολεία απέναντι απ’ τα σπίτια. Βγαίνουν στις γειτονιές. Φωνάζουν, βρίζουν κι απειλούν. Χτυπούν δαιμονισμένα τις καμπάνες. Καλούν με ντουντούκες τους κατοίκους να μαζευτούν στο μουράγιο.

 

Διακόσια γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι κατηφορίζουν με τη βία προς τα εκεί. Τους μαντρώνουν στο καφενείο του Ασβέστη μπροστά στο Μπούρτζι. Τους απειλούν πως θα ανατινάξουν το κτίριο αν δε μαρτυρήσουν που κρύβονται οι αντάρτες και γενικότερα οι άντρες. Τα στόματα, παρά το τρέμουλο στα χείλη, μένουν ερμητικά κλειστά. Οι παρείσακτοι μουσαφίρηδες σκυλιάζουν. Βλέπουν έναν, μοναδικό νέο άντρα ανάμεσα στο πλήθος να κρατά το μωράκι του αγκαλιά. Τον τραβούν μπροστά κι απαγκιστρώνουν το παιδί απ’ την αγκαλιά του. Γύρω του στοιβάζεται η φαμίλια του μα εκείνοι την παραμερίζουν. Τον βγάζουν έξω. Το στήνουν στον τοίχο και τον εκτελούν. Είναι ο Θεοδόσης Παρίσης που άφησε πίσω του γυναίκα και πέντε ορφανά. Οι Γερμανοί σαστίζουν κι οι ίδιοι με την πράξη τους. Ανοίγουν τις πόρτες του καφενέ. Ο κόσμος τρέχει να σωθεί. Πολλοί δε βλέπουν το πτώμα και το πατούν. Τα παιδιά του κλαίνε…

Οι δωσίλογοι πιάνουν δουλειά. Βάζουν φωτιά στα σπίτια κι αρχίζουν το πλιάτσικο. Οικοσκευές ολόκληρες φορτώνονται στα πλοία. Μια γριούλα, η Ζωή Αντωνίου, καίγεται ζωντανή μέσα στο κονάκι της, κάτω απ’ τον Αι- Νικόλα. Οι Γερμανοί ψάχνουν σπιθαμή προς σπιθαμή το χωριό να ξετρυπώσουν αρσενικά και να βγάλουν το άχτι τους. Στη σημερινή οδό Ευαγγελιστρίας θα βρουν τους δεκαεννιάχρονους Λεωνίδα Κανταράκια και Αργύρη Κούκια. Πατούν τη σκανδάλη οι αδίσταχτοι, οι παρανοϊκοί και τους σκοτώνουν! Θέλουν κι άλλα!

Θέλουν να κάψουν όλο το νησί, να βρουν και ν’ αφανίσουν όλους τους κατοίκους, ν’ αφήσουν φεύγοντας, ανεξίτηλη τη στάμπα τους στους αιώνες των αιώνων! Είναι όμως λίγοι για να τα κατορθώσουν όλα αυτά. Φεύγουν για να φέρουν ενισχύσεις.

Το ίδιο βράδυ ξεσπά πρωτοφανές μπουρίνι κι η δυνατή βροχή σβήνει την πυρκαγιά που αφήνει στις στάχτες 350 σπίτια, ενώ τόσο αυτά, όσο και όλα σχεδόν τα υπόλοιπα είναι λεηλατημένα απ’ τους γύπες της συμφοράς. Ο καιρός επιδεινώνεται καλοκαιριάτικα επί οκτώ ολόκληρες μέρες κάνοντας αδύνατη την άφιξη των Γερμανών κι ο πιο άπιστος κάτοικος, μιλά τότε για θαύμα της Παναγιάς!

Ώσπου έρχεται η διαταγή ν’ αποχωρήσουν στις 29 του μήνα απ’ τις Σποράδες κι ο τόπος ησυχάζει μαζί με τη φύση. Μένουν μονάχα οι ανοιχτές κι αγιάτρευτες πληγές… Όσοι λοιπόν ειδικά σήμερα, ντόπιοι και ξένοι, περνοδιαβαίνουμε τα σοκάκια τούτης της πολύχρωμης και χαρούμενης πόλης, καλό θα είναι να θυμόμαστε τι έγινε κάποτε εδώ, μια τέτοια λαμπερή καλοκαιριάτικη μέρα του Αυγούστου…

Loading...