SKIATHOS Ο καιρός σήμερα

21 Μαρτίου Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης – Αχιλλέας Παράσχος | Γράφει η Στέλλα Λεοντιάδου

2024-03-21 15:38:22
21 Μαρτίου Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης – Αχιλλέας Παράσχος | Γράφει η Στέλλα Λεοντιάδου

 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε ως η Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης από την Εκπαιδευτική Επιστημονική και Πολιτιστική Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών το 1999

Το αφιέρωμα είναι για τον Αχιλλέα Παράσχο, τον τελευταίο μεγάλο ρομαντικό της Ελληνικής ποίησης.

Ο Αχιλλέας Παράσχος ήταν Έλληνας ρομαντικός ποιητής του 19ου αιώνα (1838-1895), το πραγματικό του όνομα ήταν Νασάκης ή Νασίκογλου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο και έζησε στην Αθήνα. Δεν έλαβε μεγάλη μόρφωση, τον βοήθησε ο αδελφός του Γεώργιος στην μελέτη του, επίσης ποιητής και αργότερα πλούτισε τη μόρφωσή του διαβάζοντας εφημερίδες και βιβλία. Έγραφε ποίηση από τα νεανικά του χρόνια. Η ρομαντική γραφή του είχε δεχθεί επιρροές από τους ξένους ρομαντικούς της εποχής, Ουγκώ, Σατωβριάνδο, Βύρωνα, Λαμαρτίνο, καθώς και από τον λόρδο Μπάιρον, ορισμένες φορές δε, έφθανε σε σημείο υπερβολής. Έγραφε σε γλώσσα καθαρεύουσα κυρίως αλλά και μικτή, κράμα καθαρεύουσας και δημοτικής. Τα ποιήματά του ήταν πολύστιχα, αλλά και πολυσέλιδα, όπως αρκετών ρομαντικών ποιητών.

Ο Παράσχος δημοσίευσε για πρώτη φορά στίχους του στο περιοδικό “Αβδηρίτις” του Δημ.Βρατσάνου και στη “Χρυσαλλίδα” και πολύ γρήγορα έγινε δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής όπου κι αν απήγγειλε, στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό όπου ταξίδεψε (Ρουμανία, Αίγυπτο, Αγγλία, Γαλλία), οι Έλληνες τον υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη αγάπη. Τον καλούσαν συχνά να εκφωνήσει επιτάφιους λόγους ή να απαγγείλει ποιήματα σε εθνικές κυρίως εκδηλώσεις. Λέγεται ότι όταν απήγγειλε στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» και έβγαινε από τον χώρο, οι θαυμαστές του φιλούσαν τη γη που είχε πατήσει.

Ήταν ο πρώτος ποιητής που ζούσε από την ποίησή του και την φήμη του, δημοσιεύοντας τα ποιήματά του σε περιοδικά και εφημερίδες και συντάσσοντας επί παραγγελία «επιτύμβια» και ερωτικά τετράστιχα. Οι κυβερνήσεις της εποχής τον διόριζαν σε διάφορες θέσεις για να έχει μισθό. Το 1881 τα ποιήματά του τυπώθηκαν σε τρεις τόμους, οι οποίοι έγιναν ανάρπαστοι και πληρώθηκε αδρά γι’ αυτό. Αρκετά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν και τραγουδήθηκαν.

Στα νεανικά του χρόνια αναμείχθηκε στην αντιβασιλική κίνηση «Χρυσής Νεολαία», αποτελούμενη από σπουδαστές και διανοούμενους που αποσκοπούσαν στην απομάκρυνση του Όθωνα και το 1861 φυλακίστηκε στις φυλακές του Μενδρεσέ της Πλάκας. Στη φυλακή έγραψε τα ποιήματα «Οι μάρτυρες» και «Εις τον πλάτανον του Μενδρεσέ», ήταν ο πλάτανος που οι Οθωμανοί κρεμούσαν τους θανατοποινίτες. Αρρώστησε και αποφυλακίστηκε με ενέργειες του αδελφού του και επέστρεψε στην αντιβασιλική του δράση. Μετά τον θάνατο του Όθωνα έγραψε το «Ελεγείον εις τον Όθωνα», ένα ποίημα μεταμέλειας για την προηγούμενη δράση του και έγινε ακόμη πιο δημοφιλής. Η εκλογική νοθεία, η εκμετάλλευση, οι πελατειακές σχέσεις των πολιτικών με το λαό, ήταν το έναυσμα για να γράψε τους στίχους «Άλλος θα ήσουν δύστηνε, αν ήξευρες οποίαν Έχει αυτό το ελαφρόν σφαιρίδιον, αξίαν» (τα σφαιρίδια ήταν οι ψήφοι, μικροί μολυβένιοι βώλοι λίγο μεγαλύτεροι από το βόλι της επανάστασης του 1821).

Στην εποχή του θεωρήθηκε εθνικός ποιητής, μετά λησμονήθηκε και η ποίησή του ξεπεράστηκε με την πάροδο του χρόνου, όταν νέοι ποιητές χάραξαν καινούργιους δρόμους, παραμερίζοντας τα ξεφτισμένα πλέον ιδανικά περιφρονώντας τη δόξα του, καθώς το έργο του αποτιμήθηκε με τα κριτήρια των νέων εποχών και όχι της δικής του, στην οποία αποθεώθηκε.

Τα ποιήματά του ήταν χωρισμένα σε τέσσερις ενότητες: “Δάφνες” (πατριωτικά), “Ιτέας” (ελεγειακά), “Χλόη” (παιδαγωγικά), και “Φύλλα” (διάφορα).

Μέσα από τις λυρικές εικόνες των στίχων του ταξιδεύει στην εποχή του, στην έγνοια του για την πατρίδα και τα θεία, στα τοπία, στις συνήθειες, στους χαρακτήρες των ανθρώπων, στο συναίσθημα. Στην ποίησή του όλα είναι έντονα πολλές φορές σε υπερβολικό βαθμό, τα πάθη, η θλίψη, ο πόνος του έρωτα, η φιλοπατρία, η απογοήτευση, η ελπίδα, όλα φαντάζουν σαν κραυγές που λυτρώνονται στους στίχους, η πένα αφήνεται και κυριεύεται από το λυγμό του πνεύματος και της ψυχής που που σπαράζει πάνω στο λευκό χαρτί.

Έζησε έναν μεγάλο τραγικό έρωτα, που άφησε τα σημάδια του στην ποίησή του, στην ψυχή του αλλά και στην ψυχή και το μυαλό της αγαπημένης του Μαρίας-Αμαλίας Σεραφείμ. Η πλατωνική τους σχέση, που δεν άντεξε τα αυστηρά ήθη της εποχής στα μέσα του 19ου αιώνα, έζησε μέσα από ποιήματα και γράμματα. Όταν ο πατέρας της την αρραβώνιασε με κάποιον της τάξης τους εκείνη αρρώστησε από τον καημό της. Ο Παράσχος της αφιέρωσε ποιήματά του για την αγάπη του, για τον χωρισμό τους όταν νόμισε ότι τον έδιωξε, για τη συγγνώμη του όταν κατάλαβε την αλήθεια.

Μετά από χρόνια γνώρισε τη σύζυγό του και δημιούργησαν οικογένεια. Πριν ταξιδέψει στη Ρωσία για να διοριστεί υποπρόξενος, επισκέφθηκε την παλιά του αγαπημένη στο φρενοκομείο της Κέρκυρας για να της ζητήσει συγγνώμη για το σκληρό ποίημα που της είχε γράψει όταν νόμισε ότι τον χώρισε. Όταν την συνάντησε είδε μια γυναίκα γερασμένη, ατημέλητη, διαφορετική από τη γυναίκα που είχε γνωρίσει. Η Μαρία δεν τον αναγνώρισε και δεν του μίλησε, πέθανε δε μετά από έναν χρόνο. Όταν το έμαθε ο Αχιλλέας Παράσχος έγραψε ένα ποίημα συγγνώμης στη μνήμη της.

Χαρακτηρίζεται ως ο τελευταίος μεγάλος ρομαντικός της Ελληνικής ποίησης, που τραγούδησε με την πένα του την πατρίδα, την θρησκεία, τις ηθικές αξίες, τον θάνατο και τον έρωτα.

Πλήθος θαυμαστών προσήλθε στην κηδεία του, την οποία παρακολούθησε και ο Βασιλιάς, ενώ κατά τη διάρκειά της εκφωνήθηκαν πάνω από είκοσι επικήδειοι και ποιήματα.

Όπως έγραψε και ο συγγραφέας Γρηγόριος Ξενόπουλος «Δεν έμεινε άνθος που να μην κατατεθεί εις τον τάφον του εκείνον στολιζόμενον καθημερινώς επί εβδομάδας, επί μήνας από γνωστούς και αγνώστους θαυμαστάς. Όλοι τον έκλαψαν ως τον τελευταίον εθνικόν ποιητήν του ελληνισμού».

ΠΕΝΤΕ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Αποσπάσματα

Μία γραμμή -απλή γραμμή- γραφείσα χωρίς πόνον
εις φύλλον χάρτου, και ουχί τι άλλο, τούτο μόνον.
Μόνον αυτό, έν αίσθημα βαθύ ως την θρησκείαν
να εκριζώσει δύναται με τόσην ευκολίαν!
...

Μίαν αυγήν εγείρεται ψυχρά, καθώς η λήθη
και γράφει: «Είσ΄ ελεύθερος, λησμόνει με και ζήθι…»
και πέμπ’ εις φίλον παλαιόν, εις φίλον λατρευμένον
τον κεραυνόν εις φάκελον ευώδη κεκλεισμένον!
...

Κι ηξεύρει, δεν το αγνοεί ποσώς εκάστη Φρύνη,
οπόσον η γραμμή αυτή η ελαφρά βαρύνει·
γνωρίζει ότι φίλου της τας φρένας θα σαλεύσει
και ότι ζώσαν δι’ αυτήν καρδίαν θα φονεύσει!

……..ακολουθούν άλλες 11 τετράστιχες στροφές…

 

Παρέλθωμεν, παρέλθωμεν εκ ταύτης της εικόνος,

Αν και το τραύμα προ πολλού επούλωσεν ο χρόνος.

Εκείνης είναι η εικών... Ταλαίπωρος νεάνις,

Πόσον σκληρά προς εαυτήν, πόσον σκληρά εφάνης.

Ω! αν το όμμα έκλειες πριν παύσ` η γοητεία,

Αν η Μαρία αληθής διέμενε Μαρία,

Δεν θα επήρχετο ποτέ τόσον φρικώδες τέλος...

Συ η ιδία έπληξες τα στήθη σου με βέλος.

Τα στήθη; Όχι δυστυχής, δεν έπληξες εκείνα.

Φευ, του νοός σου έσβυσες την ιεράν ακτίνα.

Και τώρα, εις απαίσιον, ψυχρόν φρενοκομείον,

Εκπνέεις, σβύσασα λαμπάς και άνευ μύρου ίον.

Παρέλθωμεν, παρέλθωμεν εκ ταύτης της εικόνος,

Αν και το τραύμα προ πολλού επούλωσεν ο χρόνος.

 

Ρεμβασμοί

Εἰς τοῦ Φαλήρου κάθομαι μονάχος τ’ ἀκρογιάλι,

τὴν ἄπιστη τὴ θάλασσα κυττάζω πέρα πέρα,

κι’ ἀμέσως τὸ καπέλο μου πετῶ ἀπ’ τὸ κεφάλι,

γιὰ ν’ ἀναπνεύσω καθαρὸ τῆς θάλασσας ἀέρα.

Τί πέλαγος καὶ τί δροσιά!…

μόνον ἐδῶ ἡ σκόνη

τὰ μάτια δὲν στραβώνει. ...