«Ήτο το έτος 1865. Εξημέρονε Μεγάλη Παρασκευὴ και συνάμα η εορτὴ του Ευαγγελισμού…», γράφει ο Μωραϊτίδης ανακαλώντας στη μνήμη του ένα ασυνήθιστο Πάσχα όταν συνέπεσε η Μ. Παρασκευή με την 25η Μαρτίου. Ο Αλέξανδρος είναι μόλις 15 ετών κι ανηφορίζει με τη συντροφιά του από το Σχολαρχείο στη Μονή Ευαγγελισμού όπου κατά «την κρατούσαν συνήθειαν» ετελείτο Αγρυπνία. «Από την Μεγάλην Δευτέραν είχε διακωδωνισθή εις την πολίχνην ότι εις το Μοναστήρι κατά τας τυπικάς διατάξεις της Εκκλησίας θα καταλύσουν έλαιον και θαλασσινά την ημέρα του Ευαγγελισμού κι ας ήτο και Μεγάλη Παρασκευή.»

Γι’ αυτό το λόγο κι όπως είπε κι «ο αγαθός Οικονόμος της Μονής, ο πατήρ Γερμανός…δεν ενθυμείτο άλλοτε τόσην συγκέντρωσιν κοσμικών, να γεμίσει η μεγάλη τράπεζα.» «Τι οργή Θεού» αναφωνεί ο μοναχός βλέποντας να μαζεύονται «πάρα πολλοί νησιώται, οι μάλλον κοιλιόδουλοι, οι μάλλον γαστρίμαργοι» Όλη τη νύχτα γινόταν χαμός, ιδίως απ’ τα παιδιά που έτρεχαν με αλαλαγμούς ώσπου «ο μάγειρος της Μονής, ο πάτερ Γεδεών, ό άλλοτε καλούμενος Καραβογιάννης, μελαψός κεφαλήν, ρωμαλέος και ζηλωτής, λαβών τον κόπανον, με τον οποίον εκάλει τους γάτους της Μονής συνήθως να φάγουν, ήρχισε να διώκη τα ατακτούντα παιδιά» Με τα πολλά τους «έδωκεν κι από ένα χαβιαροκεφτέ» για το δρόμο της επιστροφής.

Ο Γεδεών λοιπόν έφτιαξε για εκείνο ειδικά το βράδυ, αστακούς με μάραθα και μοναστηριακούς χαβιαροκεφτέδες «με τα μυριστικά της χλόης σκεπασμένους, οπού ήσαν μεγάλοι ωσάν πήταις, ο καθένας μια τηγανιά»! Άρα δικαιολογείται μάλλον με τα μάτια της εποχής μας, η αθρόα τότε προσέλευση στο ιστορικό Μοναστήρι…