Η Ελένη Σπηλιώτη την τελευταία τριετία εστιάζει στα ταραγμένα χρόνια του Εθνικού Διχασμού στη Σκόπελο και ανασκάπτει βαθιά σε μία άγνωστη – στους περισσότερους – περίοδο της ιστορίας του νησιού των Βορείων Σποράδων.

Από την έρευνα που έχει ξεκινήσει η Μεσσήνια φιλόλογος, η οποία τα τελευταία είκοσι τρία χρόνια μένει μόνιμα στη Σκόπελο, προκύπτουν εντυπωσιακές πληροφορίες για τα τεκταινόμενα στο νησί πριν από έναν και πλέον αιώνα. Η «κυοφορία» της ιδέας της κυκλοφορίας της «Καθημερινής» από τον Γεώργιο Βλάχο, ο οποίος πήρε την απόφαση για την έκδοσή της με τους συνεξόριστούς του, Παναγή Τσαλδάρη και Γιάννη Ράλλη, οι έρωτες των δύο τελευταίων με τη Λίνα Λάμπρου και τη Ζαΐρα Θεοτόκη αντίστοιχα και φυσικά η παρουσία του Ίωνα Δραγούμη, είναι ορισμένα μόνο από τα στοιχεία που έχει συλλέξει η κ. Σπηλιώτη.

Γράφει ο Χριστόφορος Σεμέργελης

Με αφορμή, μάλιστα, την ομιλία που έδωσε πριν από λίγες ημέρες, σε μία συνεργασία του Κέντρου Μελετών Νήσου Σκοπέλου, του οποίου είναι μέλος, με τον τοπικό Δήμο, μίλησε στο Skiathoslife.gr για τον ρόλο του νησιού στα χρόνια που ακολούθησαν μετά την έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου και την ανάληψη της εξουσίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Έπειτα από την Κορσική, η Σκόπελος αποτέλεσε το δεύτερο νησί που εξορίστηκε ο Ίων Δραγούμης

Στον κατάλογο που έχει καταρτίσει η φιλίστωρ εκπαιδευτικός συμπεριέλαβε τα ονόματα τριάντα δύο επώνυμων της φιλοβασιλικής παράταξης, οι οποίοι βρέθηκαν τότε εκτοπισμένοι στη Σκόπελο. «Η Σκόπελος ήταν ένα μέρος, που στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού εξορίστηκαν πολλοί επώνυμοι. Μέχρι στιγμής έχω εντοπίσει τριάντα δύο περιπτώσεις, με πιο γνωστό από τους εξόριστους τον Ίωνα Δραγούμη», σημείωσε η κ. Σπηλιώτη. Το κεφάλαιο της παρουσίας του Δραγούμη στη Σκόπελο είναι ένα από τα τελευταία στη ζωή του. Βρέθηκε στις Βόρειες Σποράδες μετά την εξορία του στην Κορσική, ενώ όταν απολύθηκε από τη Σκόπελο και πήρε τον δρόμο της επιστροφής για την Αθήνα, πλήρωσε με τη ζωή του την αντιπαράθεσή του με τον Βενιζέλο. Το ημερολόγιο έδειχνε 31 Ιουλίου 1920, όταν ο Δραγούμης έπεσε δολοφονημένος από τους παρακρατικούς του Παύλου Γύπαρη μέσα στη μέση του δρόμου, εν είδη αντιποίνων για την απόπειρα δολοφονίας του πρωθυπουργού της χώρας, Ελευθέριου Βενιζέλου, στο Παρίσι από δύο απότακτους βασιλόφρονες αξιωματικούς, τους Απόστολο Τσερέπη και Γεώργιο Κυριάκη.

Ο Παναγής Τσαλδάρης στις αρχές του 1918 εκτοπίστηκε αρχικά στην Ύδρα και αργότερα στη Σκόπελο. Καταλήγοντας στο νησί των Βορείων Σποράδων συνδέθηκε με την κόρη του συνεξόριστού του και πρώην πρωθυπουργού Σπ. Λάμπρου, Λίνα, με την οποία νυμφεύτηκε δύο χρόνια αργότερα

Ποιοι συμπληρώνουν τη λίστα

Εξίσου ενδιαφέροντα, όμως, είναι και τα υπόλοιπα ονόματα που έχει συγκεντρώσει η κ. Σπηλιώτη. «Στο νησί κατέληξαν επίσης ο Ιωάννης Ράλλης, ο Παναγής Τσαλδάρης, ο Αγαμέμνων Σλήμαν (σ.σ. μεγαλοτσιφλικάς στη Θεσσαλία και πολλάκις εκλεγμένος βουλευτής, γιος του Ερρίκου Σλήμαν, ο οποίος έμεινε στην Ιστορία για τις ανασκαφές του στην αρχαία Τροία και στις Μυκήνες), ο Σπυρίδων Λάμπρος, ο Κωνσταντίνος Κουμουνδούρος (σ.σ. αντιναύαρχος, πρωτότοκος γιος του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κουμουνδούρου), σχεδόν ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησης των Αθηνών, ο Γεώργιος Βλάχος, όπως και ο Κωνσταντίνος Λούρος, μαιευτήρας-γυναικολόγος και θείος της Μαρίας Κάλλας. Τα απομνημονεύματα του Λούρου είναι πολύ ενδιαφέροντα για το διάστημα της παραμονής του στη Σκόπελο, δίνει πολλές πληροφορίες».

Με μία πιο προσεκτική ματιά στα ονόματα που παρέθεσε η Ελένη Σπηλιώτη, εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα για όλους εκείνους που εκτοπίστηκαν στη Σκόπελο εκείνη την εποχή, στην οποία επικρατούσε μετεμφυλιακό κλίμα και οι πολιτικές διώξεις καλά κρατούσαν. Όμως, το πλέον εντυπωσιακό είναι ότι μέσα σε δύσκολες συνθήκες, ο έρωτας έκανε την εμφάνισή του.

Προσωπογραφία της Ζαΐρας Θεοτόκη-Ράλλη. Έργο του Δημήτρη Γερανιώτη που φιλοτεχνήθηκε το 1903 και σήμερα εκτίθεται σε μουσείο της Κέρκυρας

«Ο Ράλλης στη Σκόπελο γνωρίστηκε με τη Ζαΐρα Θεοτόκη, κόρη του Κερκυραίου πρωθυπουργού Γεωργίου Θεοτόκη και πρώην σύζυγο του Σίδνεϊ Μέρλιν. Παντρεύτηκαν εδώ και μάλιστα, επειδή η Ζαΐρα έμεινε έγκυος στη Σκόπελο, ο νονός του Γεωργίου Ράλλη, Θεόδωρος Υψηλάντης, συνεξόριστος του πατέρα του στις Βόρειες Σποράδες και αυλάρχης του βασιλιά, τον βάπτισε Γεώργιο Ρηγίνο. Του έδωσε το όνομα του τοπικού Αγίου και αυτό το αναφέρει ο ίδιος ο Ράλλης στα απομνημονεύματά του», είπε η κ. Σπηλιώτη.

Κι ετούτος, δεν ήταν ο μοναδικός έρωτας που καταγράφηκε… Ο Παναγής Τσαλδάρης, ο οποίος ανέλαβε πρωθυπουργός δύο φορές κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, στάλθηκε στη Σκόπελο μετά την Ύδρα, επίσης έκανε γνωριμία που κατέληξε στα σκαλιά της εκκλησίας. «Ο Τσαλδάρης σχετίστηκε με τη Λίνα Λάμπρου, την οποία νυμφεύτηκε αργότερα. Ήταν κόρη του Σπυρίδωνα Λάμπρου, πρωθυπουργού του Εθνικού Διχασμού, ενώ η Λίνα Τσαλδάρη υπήρξε η πρώτη γυναίκα υπουργός σε ελληνική κυβέρνηση στα μέσα στης δεκαετίας του 1950», συμπλήρωσε η συνταξιούχος εκπαιδευτικός.

 

 

Στη λίστα με τους 32 επώνυμους εξόριστους στη Σκόπελο συμπληρώνει ο δημοσιογράφος και εκδότης της «Καθημερινής», Γεώργιος Βλάχος

Η «γέννηση» της «Καθημερινής»

Το 1919 είναι το έτος ίδρυσης της «Καθημερινής», η οποία αποτέλεσε τη σημαντικότερη εφημερίδα της αντιβενιζελικής παράταξης. Εκδότης του εντύπου υπήρξε ο Γεώργιος Βλάχος, ο οποίος διώχθηκε στη Σκόπελο. «Ο εν λόγω δημοσιογράφος στη Σκόπελο κυοφόρησε την ιδέα της «Καθημερινής». Πρόπερσι, που η εφημερίδα γιόρτασε τα εκατό χρόνια κυκλοφορίας, έγραψε στο αφιέρωμα ότι «καθώς ο Τσαλδάρης, ο Ράλλης και ο Βλάχος περπατούσαν στην παραλία της Σκοπέλου, είπαν πως όταν γυρίσουν από την εξορία, θα φτιάξουν μία εφημερίδα». Όπως και έγινε», ανέφερε έπειτα η κ. Σπηλιώτη, η οποία όμως έκανε και μία αναγκαία διευκρίνιση: «Πέρα από τους επιφανείς αντιβενιζελικούς, υπήρξαν πολλοί απλοί πολίτες που εξορίστηκαν. Ο Δραγούμης στα φύλλα ημερολογίου του έλεγε ότι υπήρχαν επίσης «ληστές και άλλοι ποινικοί κρατούμενοι, Τούρκοι, Μακεδόνες κ.α.», αλλά τα αρχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης μέχρι στιγμής δεν με βοηθάνε».

Το παρασκήνιο της επιλογής

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που απασχολούν την ερευνήτρια, είναι ο λόγος που η Σκόπελος μετά την επικράτηση του κινήματος της Εθνικής Αμύνης, κατέληξε τόπος εξορίας για όσους αντιμάχονταν τον Βενιζέλο. «Προσωπική μου εκτίμηση είναι πως από τη μία μεριά η Σκόπελος ήταν απομονωμένη και θα μπορούσε να ασκείται έλεγχος. Δύσκολα έπιανε καράβι για να φύγει κάποιος. Από την άλλη μιλάμε για την πρωτεύουσα μίας επαρχίας, που υπήρχαν Αρχές. Λειτουργούσε τηλεγραφείο, όπως και τελωνείο, υπήρχε αστυνομία και όπου κινούνταν οι εξόριστοι υπήρχε φύλαξη. Επιστρατεύονταν μέχρι και τελωνοφύλακες, όταν περιδιάβαιναν το νησί οι εκτοπισθέντες. Όλοι αυτοί οι επώνυμοι είχαν καλύτερη φύλαξη, και σίγουρα έτυχαν καλύτερης μεταχείρισης από το να στέλνονταν σε άλλα ξερονήσια του Αιγαίου» κατέληξε η κ. Σπηλιώτη.