Η Βολιώτισσα δικηγόρος, η οποία τα προηγούμενα χρόνια δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στις ΗΠΑ, αλλά το τελευταίο διάστημα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, δεν έκρυψε τη συγκίνησή της για την έκθεση, που είναι μάλιστα αφιερωμένη στον μεγάλο… απόντα μεταξύ των καλλιτεχνών που λαμβάνουν μέρος. Η επιλογή της πόλης της Κατερίνης δεν ήταν τυχαία, αφού εκεί υπηρέτησε ο Βασίλης Κιος προτού πάρει μετάθεση στον Βόλο. Η πρωτεύουσα της Μαγνησίας θα αποτελέσει τον δεύτερο σταθμό της έκθεσης που διοργανώνει ο Σύνδεσμος Απόστρατων Σωμάτων Ασφαλείας Πιερίας, ενώ επίσης συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες το ενδεχόμενο τα εκθέματα των εν αποστρατεία ένστολων να περάσουν τα ελληνικά σύνορα και να φτάσουν μέχρι τη Σερβία.
«Ο πατέρας μου υπηρέτησε στην Κατερίνη μέχρι το 1998, που ήρθαμε στον Βόλο», είπε στην αρχή της κουβέντας και πρόσθεσε: «Με αφορμή και το ετήσιο μνημόσυνο που είχαμε στις αρχές Νοεμβρίου, όλοι στην οικογένειά μας συγκινηθήκαμε πάρα πολύ, μόλις πληροφορηθήκαμε για την έκθεση. Διατηρούσε εξαιρετική σχέση με τους συναδέλφους του και στις δύο πόλεις που υπηρέτησε και κράτησε μέχρι το τέλος».

Η ενασχόληση με την ξυλογλυπτική, τη ζωγραφική, τη φωτογραφία και την αγιογραφία, επιβεβαιώνει τον πλούτο των χαρισμάτων του αξέχαστου Τρικαλινού αστυνομικού, ο οποίος αφιέρωσε αμέτρητες ώρες για καλλιτεχνικές δημιουργίες που αποτυπώνουν έναν ευαίσθητο χαρακτήρα. «Ανέκαθεν ασχολούταν. Αγαπούσε την Τέχνη. Λάτρευε την ομορφιά και την έβλεπε μπροστά του σε πολλά πράγματα. Από παιδί, όταν ακόμη ζούσαμε στην Κατερίνη, τον θυμάμαι που ασχολούταν με την ξυλογλυπτική και την αγιογραφία», εξομολογήθηκε η κ. Κιου, ενώ έπειτα αποκάλυψε περισσότερες λεπτομέρειες για τα έργα που εκτίθενται στο Πνευματικό Κέντρο «Εκάβη» και φιλοτεχνήθηκαν από τον πατέρα της: «Στην έκθεση στείλαμε το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο του, που απεικονίζει τον Άγιο Δημήτριο. Το τελείωσε, όταν ήταν άρρωστος. Μάλιστα, έχει πολύ μεγάλη συναισθηματική αξία για εμάς, διότι είχε αποφασίσει να κάνει δώρο από μία εικόνα στα δύο αδέλφια μου και εμένα. Πρόλαβε να κάνει στον μεγάλο μου αδελφό και σε μένα, όχι, όμως, και στον μικρότερό μας αδελφό, ο οποίος αυτή τη στιγμή ζει και εργάζεται στο Μόναχο. Το παραχώρησα στους διοργανωτές με όλη μου την καρδιά, για να το δει ο κόσμος. Δώσαμε επίσης δύο ξυλόγλυπτα, τα οποία δεν τα ολοκλήρωσε, αλλά και μία σειρά από ακουαρέλες και μικρούς πίνακες. Ο πατέρας μας έτρεφε αδυναμία σε καθετί παλιό. Για παράδειγμα επισκεπτόταν συχνά παλαιοπωλεία. Έβρισκε παλιά αντικείμενα, τα αναπαλαίωνε και έπειτα τα δώριζε σε φίλους. Όσοι ασχολούνταν με αντίκες, γνώριζαν για τη συγκεκριμένη ασχολία του. Επίσης, επειδή του άρεσαν οι περίπατοι, όταν έβρισκε παλιές μονοκατοικίες ή ερειπωμένα σπίτια φωτογράφιζε τις πόρτες και τις αποτύπωνε στον καμβά. Τέλος, ανάμεσα στα έργα που θα δει κάποιος στην έκθεση, περιλαμβάνεται και η εικονογράφηση που έκανε σε μία ποιητική συλλογή».

Το ξαφνικό «φευγιό» του Βασίλη Κιου, ο οποίος καταγόταν από την Ελάτη Τρικάλων και κατατάχτηκε στο Αστυνομικό Σώμα ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του, δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει τις εικαστικές αναζητήσεις του. Εντούτοις, κρίνοντας από τις δημιουργίες που άφησε παρακαταθήκη, η κόρη του έχει κάθε λόγο να θυμάται με στοργή τον πατέρα της: «Αφότου συνταξιοδοτήθηκε και είχε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή του, δούλεψε πάνω σε αρκετά έργα του. Κυρίως όταν έμενε στο σπίτι που έχουμε στις Σερβανάτες Πηλίου, αφού αγαπούσε τη φύση. Ενόσω ήταν άρρωστος, μας έλεγε διαρκώς ότι μόλις γίνει καλά, θα ασχοληθεί ακόμη περισσότερο. Ο πατέρας μου ήταν πολύ προσιτός και ευαίσθητος άνθρωπος και η Τέχνη ήταν ένας τρόπος διαφυγής για τις δύσκολες καταστάσεις που αντιμετώπιζε στη δουλειά του».