Το παζάρι των αναμνήσεων | γράφει ο Νίκος Τζούμας

Ήταν τέτοια μέρα που θυμάμαι τον εαυτό μου να πανηγυρίζει που το παζάρι στο Διμήνη του Βόλου θα ξεκινούσε. Η λίστα στο μυαλό μου ήταν έτοιμη. Κυριαρχούσε σε αυτή πάντα το παιχνίδι, τα νέα οπλικά συστήματα σε χάρτινη ζαλατίνα, ήταν σα να τα εβλεπα μπροστά μου. Όχι ότι ημουν πολεμοχαρής, αλλά να, βλέπεις, εκείνος ο ήχος των όπλων όπως πατούσες την σκανδάλη και γύριζαν τα γρανάζια και αναβαν τα λαμπάκια, μου ανέβαζε την ανδρεναλίνη. Μακάρι τα οπλα -σκέφτομαι-, να ήταν έτσι και αληθινά.

Μακάρι όμως να ακούγονταν εκείνες οι παιδικές φωνές, να ζητάνε τα πάντα όλα, σε κάθε παράγκα που περπατούσαμε. Τα γέλια που τα διέκοπταν και τα κλάματα και οι στριγγλιές αφου δεν μπορούσαν να μας γίνουν και όλα τα χατήρια… Οι χαρούμενες φατσούλες μεταμορφωνόντουσαν σε λυπημένες, κλαμένες και απογοητευμένες που τελικά δεν μπορούσαμε να πείσουμε τους γονείς μας να μας πάρουν αυτά που είχαμε στην λίστα του μυαλού και άλλα τόσα που αντικρύζαμε εκείνη τη στιγμή

Βέβαια υπήρχε και το κόλπο, για όσα παιδιά είχαμε την πολυτέλεια το 7ημερο να πηγαινουμε, τη μια με τους γονείς, την άλλη με τους παππούδες και κανας θείος που θα ερχόταν παντα εκείνη την περίοδο από την πρωτεύουσα

Πόσα χρώματα και εικόνες και να μπορούν να εκφραστούν σε μια ανάρτηση και πόσα ακόμα σου ερχονται στο μυαλό, η Μπαλαρίνα η αγαπημένη Lady του Παζαριού, τα τρενάκια, το τρενάκι του Τρόμου, η μεγάλη βάρκα και τόσα άλλα….

Αλλά να σας πω του στραβού το δίκιο όλα αυτά τα γράφω γιατί ήθελα να καταλήξω σε αυτό που πάντα θαύμαζα στο Παζάρι. Ηταν ο Γύρος του Θανάτου… και πιο πολύ με συνάρπαζε να κάθομαι έξω και να κοιτάζω την επίδειξη, το promo που λέμε σήμερα και τον ντελάλη με το μικρόφωνο να μας καλεί στο μεγαλύτερο θέαμα της Ελλάδας με την οικογένεια Βερούτη.

Μια φορά την είδα όλη κι’ όλη γιατί ένιωθα ίσως τον κίνδυνο που διέτρεχαν αυτοί οι άνθρωποι, να πληρώσουν αυτό το μικρό τίμημα με την ίδια τους την ζωή. Ισως για αυτό στο τέλος του έρεναν με χαρτονομίσματα, σε δραχμές ακόμα, το κατάλαβα όταν μεγάλωσα και είχα την αίσθηση του κινδύνου.

Το παζάρι όμως έκλεισε και έχει μείνει ανάμνηση. Έκλεισε το δικό μου παζάρι, αυτό που με έπαιρνε ο μπαμπας και η μαμα απο το χέρι, χωρίς να το αφήνουμε ποτέ, να μην απομακρυνθούμε, να μην χαθούμε.

Το παζάρι όμως των αναμνήσεων μου παραμένει καρφώμενο στα βελάκια, ερωτευμένος με την Μπαλαρίνα και το χαμόγελο στα ύψη πάνω στα πιάτα, ή την ρόδα που έβλεπες τον πανεμορφο Βόλο από ψηλά.

Το δικό μου παζάρι δεν αγοράζεται και δεν θα κλείσει ποτέ

Καλό 15αύγουστο