Ο τηλεοπτικός «Βαρδιάνος στα σπόρκα» κακοποιεί βάναυσα το αριστούργημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και το ανάγει σε παρωδία με όρους καθημερινής τηλεοπτικής σειράς.

Ο Παπαδιαμάντης γράφει τον «Βαρδιάνο» σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα από την επιδημία χολέρας του 1865 που έπληξε και τη Σκιάθο. Δεν είναι μία ελεγεία πάνω στην ασθένεια και στον θάνατο, άλλωστε έχει μεσολαβήσει ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε, αντίθετα είναι ένα γλαφυρό ανάγνωσμα που σκιαγραφεί με λεπτές πινελιές την καθημερινή ζωή στη Σκιάθο το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με φόντο το πυκνό επιδημικό φάσμα της τότε Ελλάδας.

Ωστόσο, η μεταφορά του διηγήματος στην ΕΡΤ, με όρους καθαρά τηλεοπτικούς, καταλήγει σε μία παρωδία της ασθένειας χωρίς να αποτυπώνεται ούτε στιγμή η Σκιάθος του 19ου αιώνα. Δεν μιλώ για τις αβλεψίες του χώρου (αψεγάδιαστες προσόψεις, σκιαθίτικα μπαλκόνια με σύγχρονα κάγκελα και τόσα άλλα) αλλά για την αυτή καθαυτή αποτύπωσή του. Θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε νησί, που το «τακτοποίησαν» όπως όπως για να υλοποιηθούν κάποια τηλεοπτικά γυρίσματα: Από εκπομπή μαγειρικής έως και ένα ριάλιτι που οι παίκτες αναλαμβάνουν να υποδυθούν κάποιους ρόλους.

Οι χωρικές αναπαραστάσεις είναι παντελώς ανύπαρκτες

Οι Σκιαθίτες του τηλεοπτικού Βαρδιάνου είναι ένας όχλος που περιφέρεται και δρα χωρίς σκοπό. Για παράδειγμα, η φουρνάρισσα περιφέρεται διαρκώς στον χώρο, αλλά πουθενά δεν είδαμε τον φούρνο και δεν μυρίσαμε το φρεσκοψημένο ψωμί. Λείπουν δηλαδή όλες εκείνες οι λεπτομέρειες που υποδηλώνουν την καθημερινότητα ενός τόπου, σχεδόν 150 χρόνια πριν. Ακόμα και στο εσωτερικό του αρχοντόσπιτου, απουσίαζε κάθε μορφής λεπτομέρεια, στο βωμό μίας αμιγούς τηλεοπτικής αποτύπωσης. Οι ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις, όπως αποτυπώνονται στον χώρο, επίσης ήταν ανύπαρκτες. Τα εσωτερικά του υγειονομείου, των φτωχόσπιτων, των καφενέδων ήταν επίσης ανύπαρκτα είτε γιατί υπήρξε μια εξαρχής αδυναμία αναπαράστασης είτε γιατί απαλείφθηκαν για άλλους λόγους: κόστους κλπ. Δεν είδαμε τη Σκιάθο ούτε από μέσα ούτε από έξω. Τα σπόρκα του Βαρδιάνου είναι επίσης κακέκτυπα, τόσο ως σκαριά όσο και ως εσωτερική αναπαράσταση.

Η φωτογραφία της σειράς είναι αμιγώς τηλεοπτική και, μάλιστα, περασμένων δεκαετιών, που σκοπίμως παραπέμπει σε καθημερινές σειρές, που ίσως καταναλώνονται πιο εύκολα από το κοινό. Κάτι που όμως δεν ισχύει στην πραγματικότητα. Το τηλεοπτικό κοινό επιβράβευσε το Νησί του Θοδωρή Παπαδουλάκη, μία ιστορία με φόντο πάλι την ασθένεια, αλλά και το υπέροχο «10» του Μ.Καραγάτση σε σκηνοθεσία Πηγής Δημητρακοπούλου. Ο Βαρδιάνος όχι μόνο δεν μπορεί να σταθεί απέναντί τους αλλά δεν αντέχει και τη σύγκριση. Ακόμη και ο Τσουγκριάς, αυτή η νησίδα απέναντι ακριβώς από το λιμάνι της Σκιάθου, αποτυπώνεται ως εικόνα μέσα από τον φακό τουρίστα και όχι ως τοπόσημο μέσα στην αχλή του χρόνου.

Δυνητικά, η πιο δυνατή σκηνή του πρώτου επεισοδίου θα ήταν η εν δυνάμει επιχόλερη βάρκα με τους ταξιδιώτες που αναζητούν τροφή και στέγη στη στεριά και οι κάτοικοι που τους απωθούν μακριά. Είναι ο φόβος της ασθένειας που διαλύει τις κοινωνικές σχέσεις και εξοβελίζει κάθε έννοια ανθρωπισμού. Ακόμη όμως και αυτό το πολύ ισχυρό δίπολο, στον τηλεοπτικό Βαρδιάνο κατέληξε σε μία σκηνή παρωδία.

Η τηλεοπτική Σκεύω ούτε κατανόησε ούτε μπόρεσε να εκφέρει τη σημασία του λόγου του Παπαδιαμάντη. Δεν αρκεί να ντύσεις την ηρωίδα ως «Σαβουρόκοφα», δεν είναι μόνο η ενδυματολογική προσέγγιση, πρέπει να πείθει και ως τέτοια. Μπορείς άλλωστε να απαλείψεις κάθε εικονοπλαστικό στοιχείο, αλλά το τελικό αποτέλεσμα να πείθει τον θεατή ότι έτσι είναι, ακόμη και όταν απουσιάζει το εξωτερικό πλαίσιο. Η τηλεοπτική Σκεύω ήταν μια φιγούρα που την έχεις ξαναδεί σε άλλο κανάλι και σε άλλο «έργο».

Από τον Βαρδιάνο απουσίαζαν παντελώς οι σιωπές και οι παύσεις, ενδεικτικό της τηλεοπτικής μανιέρας πάνω στην οποία βασίστηκε ο σκηνοθέτης. Συνεχής ροή λόγου και αλλεπάλληλων σκηνών δράσης, χωρίς ο θεατής να μπορεί να προσλάβει τον χώρο αλλά και τα συναισθήματα των ηρώων. Χαρακτηριστικό μάλιστα αυτού του γεγονότος είναι ο έρωτας των δύο νέων, εκείνος ο φτωχός που μπαρκάρει για να συγκεντρώσει χρήματα προκειμένου να διεκδικήσει με κάποιες αξιώσεις την αγαπημένη του από τον πατέρα της και εκείνη η νεαρή κόρη μίας εύπορης οικογένειας, που ως εύπορη οικογένεια αναζητά περισσότερα από τον δημόσιο κορβανά της χώρας. Μία πρακτική δηλαδή που διαιωνίζεται μέχρι σήμερα. Αλλά η απόδοση αυτού του έρωτα και του νεανικού πάθους είναι τόσο άνευρη και ρηχή, που οι ήρωες μοιάζουν με τυποποιημένες φιγούρες σχολικής γιορτής.