π. Κωνσταντίνος Καλλιανός

Στὴν ἱερὴ μνήμη τῆς Μητέρας μου Μαγδαληνῆς

Δὲν ἐμφανίζω ὡς ὑποθετικὲς τὶς ἱστορίες, τὶς ὁποῖες  στὴ συνέχεια θὰ παρουσιάσω, ἱστορίες ποὺ ἀποτελοῦν μικρὰ μέν, ἀλλὰ πολὺ σημαντικὰ καὶ πυκνὰ μαθήματα Ποιμαντικῆς, γιατὶ γνωρίζω καλῶς, ἀπὸ ἀδιάψευστες, φυσικά, πηγὲς, ὅτι ἐνέχουν τὴν ἱστορική τους ἀλήθεια, ἔστω κι ἂν κάποια ἀπὸ τὰ ὀνόματα ἤ καὶ τὰ γεγονότα ἔχουν, ποιητικῇ λεγομένῃ ἀδείᾳ, διαφοροποιηθεῖ. Γιατὶ ἡ δική μου προβληματική, ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι ἀπότοκη τοῦ ψυχισμοῦ ἑνὸς ἱερωμένου, ὑπογραμμίζει ἔνα πράγμα: πὼς ἡ παρουσία τῶν πειρασμῶν σὲ μᾶς τοὺς κληρικοὺς τέτοιες ὦρες εἶναι δεδομένη. Ἑπομένως, διαχρονικὸ εἶναι τὸ μήνυμα ποὺ μᾶς στέλνει μὲ τὰ Πασχαλινά του διηγήματα ὁ Παπαδιαμάντης καὶ πολὺ διδακτικό.

Ἔχω, λοιπόν, τὴν ἐντύπωση-καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶμαι ὁ μοναδικός- πὼς τὶς πλέον ἱερὲς καὶ εὐκατάνυκτες ὧρες τοῦ Μ. Σαββάτου, καθὼς σιμώνει ἠ περιούσια στιγμὴ τῆς Ἀναστάσεως, οἱ πειρασμοὶ γιὰ τὸν ἱερέα καὶ μέλλοντα λειτουργό, ὅλο καὶ αὐξάνονται, καθὼς ἔργο τοῦ μισοκάλου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ τὸ πῶς θὰ μᾶς ἀποσπάσει ἀπό τὴν εὐφρόσυνο προαναστάσιμο ἀναμονὴ καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀπόγνωση. Κι εἶναι οἱ πειρασμοὶ αὐτοὶ κάθε εἴδους καὶ ἐκτάσεως. Ἀπὸ τὸ θυμὸ τοῦ ἐνορίτη γιατὶ ἄργησε ἡ λειτουργία ἢ ἡ ἀκολουθία, ἴσαμε τὴν σύγκρουση τοῦ ἴδιου τοῦ ἱερέα μὲ τὸν ψάλτη, τὸν συνεφημέριό του, τὸν ἐπίτροπο κ.λ.π. Σὲ ὄλ᾿ αὐτὰ δέ, μπορεῖ νὰ προστεθεῖ κι ἡ κούραση ποὺ παρουσιάζεται αὐτὲς τὶς ὧρες, κόπωση ποὺ θὰ ἐξατμιστεῖ, παραδόξως, μὲ τὸ τέλος τῆς Ἀναστάσιμης λειτουργίας. Κι ὅλ᾿ αὐτὰ ἀσφαλῶς συμβαίνουν καὶ θὰ συμβαίνουν. Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ Ππδ. τὰ παρουσιάζει καὶ τὰ διασώζει μὲ διάκριση καὶ προσοχή, ὄχι μόνο γιὰ νὰ δείξει τοὺς χαρακτῆρες κάποιων ἱερέων, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει περισσότερο, πὼς κι ὁ παπᾶς ἄνθρωπος εἶναι, καὶ, τὸ κυριώτερο, μπορεῖ νὰ πέσει σὲ πειρασμὸ· ἀρκεῖ μονάχα νὰ βρεῖ τὴ διέξοδο ἐκείνη ποὺ θὰ τὸν φέρει «εἰς ἑαυτόν» (πρβλ. Λκ. 15, 17 ), θὰ συνειδητοποιήσει, μὲ λίγα λόγια, τὸ λάθος του καὶ θὰ μετανοήσει.

Παρατηρώντας τώρα τοὺς τύπους τῶν ἐφημερίων ποὺ παρουσιάζει στὰ Πασχαλινὰ του διηγήματα, τὰ Σκιαθίτικα κατὰ κύριο λόγο, ὁ Παπαδιαμάντης συναντοῦμε, ὄχι καπάτσους ἤ πνευματώδεις παπάδες, ὅπως ἀλλοῦ (βλ. π.χ. τὸν Παπατρέχα τοῦ Κοραή[1] ἢ τὸν παπα-Θανάση, τὸν ἱερέα τοῦ χωριοῦ[2] στὸν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν). Οἱ ἐφημέριοι τοῦ Ππδ. εἶναι ἁπλοί, καλωσυνάτοι, πεδαιμένοι καὶ, κατὰ κύριο λόγο, ἀνθρώπινοι, ποὺ σημαίνει ὅτι συνεχίζουν τὸν ἀγώνα τους καὶ ἐμβιώνουν τὰ περιούσια λόγια ποὺ λένε καὶ στὴ συνέχεια τὰ ὑψώνουν σὲ προσευχή, ἱκέσιο λόγο μὲ συνειδητὴ τὴν ἀναξιότητά τους τὴν ὥρα τὴ φριχτὴ τῆς Θ. Λειτουργίας.

«Ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀχρεῖον δοῦλόν σου καὶ καθάρισόν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν ἀπό συνειδήσεως πονηρᾶς καὶ ἱκάνωσόν με τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος, ἐνδεδυμένον τὴν τῆς ἱερατείας χάριν, παραστῆναι τῇ ἁγίᾳ σου ταύτῃ Τραπέζῃ καὶ ἱερουργῆσαι τὸ Ἅγιον καὶ ἄχραντό σου σῶμα καὶ τὸ τίμιον αἷμα… Σοὶ γὰρ προσέρχομαι, κλίνας τὸν ἑμαυτοῦ αὐχένα, καὶ δέομαίς σου · Μὴ ἀποστρέψῃς ἐκ πάιδων σου, ἀλλ᾿ ἀξίωσον προσενεχθῆναί σοι ὑπ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου σου τὰ δῶρα ταῦτα»[3]

Πολὺ σωστὰ ἐπισημάνθηκε πὼς οἱ ἱερεῖς αὐτοὶ «παρὰ τὶς ὁποιεσδήποτε ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ ἀτέλειές τους, δημιουργοῦσαν στὶς σχέσεις τους μὲ τὸ λαὸ ἕνα κλίμα, στὸ ὁποῖο μποροῦσε νὰ βρίσκει ἐφαρμογὴ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν» (Ἰω. 10, 14)[4]».

Ὅπως δὲ εἶναι φυσικὸ τὶς ἀδυναμίες τὶς ἀκολουθοῦν καὶ κάποιοι πειρασμοὶ, οἱ ὁποῖοι, καθὼς γίνεται ἀντιληπτό, ἀναστατώνουν τὴν ἱερατικὴ συνείδηση καὶ ψυχὴ καὶ τῆς δημιουργοῦν πρὸς καιρὸν σύγχυση καὶ ἀνησυχία. Μάλιστα σὲ μέρες καλές, χαρμόσυνες κι εὐφρόσυνες ὅπως εἶναι τοῦ Πάσχα.

Προσέχοντας, λοιπόν, κάποια ἀπό τὰ λεγόμενα Πασχαλινὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη, παρατηροῦμε καὶ συμμετέχουμε, ἀσφαλῶς, οἱ ὅσοι πιστοί, σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀγωνία τοῦ ἁπλοῦ παπᾶ, ποὺ πῆγε, μὲ ὄλη του τὴν καλὴ καρδιὰ καὶ διάθεση, νὰ κάνει Ἀνάσταση, νὰ χαρεῖ καί ν᾿ ἀπολάψει μὲ τοὒς ἁπλοϊκοὺς ἀγροτοποιμένες τὴ μέρα αὐτή. Μέρα μοναδικὴ καὶ δεμένη ἀπόλυτα μὲ τὴ γνήσια ἑλληνικὴ ψυχή.

Φυσικὰ δὲν εἶναι ἡ ἔξοδος τοῦ ἐφημερίου αὐτοῦ ἔξοδος ἐκδρομική, ὅπως κάποιοι θὰ νομίσουν, ἀλλὰ μιὰ ἀγωνιώδης προσπάθεια γιὰ ἐπιμελημένη καὶ φροντισμένη, ὅσο γίνεται πιὸ ἄψογα, καὶ μὲ ὅλη της ἱεροπρέπεια τελούμενη Πανήγυρι τῆς Ἀναστάσεως.

Οἰ πειρασμοὶ τοῦ παπα-Διανέλου τοῦ πρωτέκδικου, στὸ διήγημα «Λαμπριάτικος ψάλτης», δὲ σχετίζονται μονάχα μὲ τὶς βεβηλώσεις τῶν «βοσκῶν καὶ τᾶν αἰπόλων», ποὺ σὲ καιρὸ βροχῆς ἔβαζαν «τὰ θρέμματά των ἐντὸς τῶν ἐξωκκλησίων», μὴ κάνοντας τὸν κόπο νὰ ἐξαλείψουν οὔτε τὰ ἴχνη ποὺ ἄφηναν τὰ ἄλογα ζῶα. Αὐτὸ τὸ ἀντιμετώπισε μὲ ὑπομονὴ καλλωπίζοντας ὁ ἴδιος τὸ ἱερὸ Βῆμα, ὅπως καὶ ὁ ὅμιλος τῶν φιλεόρτων γυναικῶν τὸν ὑπόλοιπο ναό. Ὁ μεγάλος πειρασμὸς τοῦ παπα-Διανέλου ἦταν ἄλλος. Περίμενε τὸν βοηθό του, τὸν ψάλτη δηλαδή, ποὺ θὰ τὸν ἀπόβγαινε στὴν Ἀναστασιμη Πανήγυρι.

«Ἦτο δὲ ἀνήσυχος ὁ ἱερεύς, καὶ φόβος ἦτο νὰ μείνωσι χωρὶς Ἀνάστασιν καὶ λειτουργίαν. Διότι εὐλόγως δὲν ἠδύνατο ἄνευ βοηθοῦ νὰ ἱεροπρακτήσῃ. Λειτουργία χωρὶς ἕνα τουλάχιστον ψάλτην ἢ ἀναγνώστην δὲν γίνεται, οἱ ποιμένες καὶ οἰ βοσκοὶ ἦσαν ὅλοι, ὡς εἰκός, οὐ μόνον ἀγράμματοι, ἀλλὰ καὶ ἀλιβάνιστοι οἱ κακόμοιροι πολλοὶ τούτων.»

Αὐτὸς ὁ πειρασμὸς τοῦ παπα-Διανέλου εἶναι πιὸ ἐμφανὴς παρακάτω, ὅταν ὅλοι του γύρω «ἔρεγχον καὶ μόνον (αὐτός) ὁ ἱερεὺς δηλαδή, ἀνησύχει καὶ ἦτο ξάγρυπνος». Κι ὄχι μόνον αὐτὸ, ἀλλὰ τὸν κατεῖχε καὶ, δικαίως, κάποιος ἐκνευρισμός, καθώς μονολογοῦσε. «Ὁ ἀσυνείδητος…ὁ μωρός !… «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη».

Κανεὶς, πιστεύω, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει αὐτὲς τὶς ἐναγώνιες στιγμὲς ποὺ διέρχεται ἕνας ἱερέας, ποὺ συνειδητὰ καὶ ὑπέυθυνα ἀναχωρεῖ ἀπό τὴ θαλπωρὴ τῆς ἐνορίας του, γιὰ νὰ τελέσει τὴν Ἀνάσταση, μὲ ὅλη της τὴ λειτουργικὴ λαμπρότητα, σ᾿ ἕνα ἀπομακρο ἐξωκκλησι, μακρυὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του. Γιατὶ πρέπει νὰ τὰ ὑπολογίσει ὅλα. Νὰ ἔχει ἔτοιμα τὰ τῆς ἱεροπραξίας, ἄμφια, τὰ ἱερὰ σκέυη, τὰ βιβλία κ.λ.π. Παράλληλα, νὰ ἔχει συννενοηθεῖ μὲ τὸν βοηθό του, αὐτὸν ποὺ θὰ τὸν «ξελειτουργήσει», τὸν ψάλτη δηλαδή. Φυσικὰ πρέπει νὰ ὑπολογίσουμε καὶ τὸν κόπο τῆς ὁδποιπορίας, τὸν ἄλλο κόπο τῆς ἀγρυπνίας καὶ τῆς ἔντασης τῶν ἡμερῶν τῆς Μ. Ἑβδομάδος, ἀλλὰ καὶ προβλήματα ποὺ προκύπτουν τὴν τελευταία ὥρα. Ὅπως τὸ νὰ περιμένεις τὸν ψάλτη καὶ νὰ μὴν ἔρχεται…

Ἀλήθεια, πὼς μπορεῖ νὰ ξεχρεωθεῖ ἡ ἀγωνία τοῦ παπα-Διανέλου, ποὺ κάποια στιγμὴ βάζει τὸ πετραχήλι του κι ἀρχίζει τὴ Παννυχίδα; «Ὁ ἱερεὺς ἐσηκώθη στενάζων,-σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς φιλέορτες γυναῖκες ποὺ καθὼς ἄναβαν τὰ καντήλια «ἠσθάνοντο ἀνέκφραστον χαρὰν καὶ γλύκαν εἰς τὰ σωθικά των»- εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, καὶ προσκύνησεν εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ ἱεροῦ βήματος». Ἀρχίζει τὴν ἀκολουθία, λοιπόν, ψάλλοντας μόνος του. «Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν, ἔψαλε μόνος του τὴν παννυχίδα, ὅλον τὸ <Κύματι θαλάσσης>, ἐθυσίασεν, ἔκαμεν ἀπόλυσιν…».

Ἡ ἀπόφαση τοῦ ἱερέα «ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ψάλλωσι τὴν ἀκολουθίαν», γίνεται πραγματικότητα, καθὼς τελεῖται ἡ Ἀνάσταση καὶ ψάλλουν μαζί του τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη δύο τῶν βοσκῶν, οἵτινες δὲν ἦσαν μὲν πλέον γραμματισμένοι ἀπό τοὺς λοιποὺς, ἀλλ᾿ εἶχον ὀλιγώτερον τραχεῖαν προφορὰ κ᾿ <ἐγύριζε κάπως ἠ γλώσσά των> …ἡ θειὰ Μαθηνὼ καὶ ἡ θειὰ τὸ Σεραϊνώ», προκαλώντας, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, τὴ θυμηδία στὶς κόρες τοῦ παπα-Διανέλου.

Αὐτὰ φυσικὰ ἀναφέρονται ἐδῶ, ὄχι γιὰ τὸν λεπτομερῆ σχολιασμὸ τοῦ διηγήματος, ἀλλὰ γιὰ νὰ δειχθεῖ ἡ ἐναγώνια προσπάθεια τοῦ ἱερέα στὸ νὰ τακτοποιηθοῦν ὅλα τὰ τῆς Ἀναστασίμου πανηγύρεως μὲ ὅση γινόταν εὐπρέπεια καὶ τάξη. Γιατὶ δὲν εἶναι τὸ ἴδιο λαμπρὴ μιὰ πανηγυρις μὲ ἔμπειρο ψάλτη, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποβγάλει τὸν ἱερέα, μὲ μιὰ Ἀναστάσιμη πανήγυρι μὲ βοηθοὺς κάποιους γέροντες, ποὺ γνωρίζουν μὲν λίγα ψαλτικά, ἀλλὰ πρέπει ὁ παπᾶς νὰ ἔχει τὸ νοῦ του γιὰ τὶς ὅποιες τους χασμωδίες ἤ διακοπές. Φυσικὰ μιὰ τέτοια βραδυὰ δὲν μποροῦσε νὰ μὴν ψάλλει κι ὁ ἴδιος τὸν Κανόνα, ἐλπίζοντας μονάχα στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ὁ ἴδιος ἔκαμε τὸ χρέος του μὲ τὸ παραπάνω, προσπαθώντας ἔτσι νὰ νικήσει τὸν πειρασμό. Κι εἶναι πράγματι τὸσο συγκινητικὴ ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἐμφανίζεται ἐπίτέλους ὁ ψάλτης ποὺ περίμεναν, γιὰ μποῦν τὰ πράγματα στὴ θέση τους, ἀλλὰ καὶ ν᾿ ἀναπαυτεῖ ἡ ψυχὴ τοῦ ἱερέα, ποὺ τόσους πειρασμοὺς δέχτηκε.

Ὅμως στὸ διήγημα αὐτὸ – καὶ μιλᾶμε πάντα γιὰ τὸ «Λαμπριάτικος ψάλτης» ὑπάρχει καὶ ἄλλο πρόσωπο ποὺ ἐπίσης πειράζεται λίγο πρὶν τὴν Ἀναστάσιμη πανήγυρη. Πρόκειται γιὰ τὸν ἱερομόναχο π. Ἀζαρία, ἡγούμενο τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἀγίου Χαραλάμπου.

Μπορεῖ ὁ ἐν λόγω Γέροντας νὰ ζοῦσε στὴν ἔρημο, νὰ βίωνε τὴν ἠσυχία καὶ τὴν κατάνυξη τῶν ἡμερῶν, ὡστόσο ἦρθε στιγμὴ ποὺ πειράχτηκε, δέχτηκε κατὰ τὴν νηπτικὴ ὀρθόδοξη διδασκαλία τὸν «παρραριπισμὸν τοῦ νοός». Κι ἀφορμὴ στάθηκε ὁ κὺρ Κωνσταντός ὁ ψάλτης τοῦ παπα-Διανέλου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ κωλισυεργία καὶ κάποια ἐπιπολαιότητα ποὺ τὸν διακατεῖχε, ἄργησε ν᾿ ἀναχωρήσει γιὰ τὸν ἅη-Γιάννη, ὅπου θὰ ἔψαλλε στὴν Ἀναστάσιμη πανήγυρη βοηθώντας τὸν παπα-Διανέλο.

Ὁ δρόμος φέρνει τὸν κύρ Κωνσταντὸ στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο, ὅπου καὶ ἀναφέρει στὸν παπα-Ἀζαρία «πῶς ὁ παπᾶ-Διανέλος ὁ Πρωτέκδικος ἐκλήθη ἀπό τοὺς βοσκοὺς καὶ τοὺς ποιμένας νὰ κάμῃ ἀνάστασιν καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον». Τὰ λόγια τοῦ ἐπισκέπτη στενοχωροῦν τὸν ἐρημίτη Γέροντα, ἀφοῦ περίμενε κάποιους ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς ἐκείνους νὰ πᾶνε στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο, γιὰ νὰ κάμουν Ἀνάσταση. Κι εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ καὶ μὲ σημαντικὲς ποιμαντικὲς προεκτάσεις ἡ στάση τοῦ παπα-Ἀζαρία, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ Παπαδιαμαντης. «Ἐνταῦθα ἦλθεν εἰς τὸν παπᾶ-Ἀζαρίαν ὁ πειρασμὸς νὰ κρατήσῃ τὸν κύρ-Κωνσταντὸν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ἀφίνων τὸν παπα-Διανέλον ἄνευ βοηθοῦ, διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ διότι τοῦ ἀφήρεσε τοὺς πλείονας τῶν βοσκῶν του. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐχώρησεν ἡ συνείδησίς του, καὶ ἐντονώτερον ἐξηκολούθησε.

-Τώρα, ὅπως καὶ νὰ τὸ κάμῃς ἄσχημα εἶναι… μὰ τὸ καλλίτερο εἶναι νὰ τραβήξῃς τὸ δρόμο σου νὰ πᾶς… Ἔδωκες τὸ λόγο σου…εἶναι μεγάλη ἁμαρτία ν᾿ ἀφήσῃς τὸν παπᾶ χωρὶς βοηθό, τέτοια μεγάλη μέρα».

Ὡστόσο τὰ μαθήματα ποιμαντικῆς τοῦ Παπαδιαμάντη δὲ σταματᾶνε ἐδῶ συνεχίζονται, καθὼς ἐμφανίζονται κι ἄλλα παραδείγματα κληρικῶν ποὺ πειράζονται τὶς εὐλογημένες αὐτὲς προαναστάσιμες ὦρες. Καὶ βιώνουν τὸν πειρασμὸ παράλληλα μὲ τὴν ἐνσυνείδητη ἀναξιότητα, τὴν ὁποία φέρουν καὶ τὴν ἐναποθέτουν στὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀνοχὴ τοῦ Θεοῦ..

«Μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων ἱερέων ὑπάρχουσιν ἀκόμη πολλοὶ ἐνάρετοι καὶ ἀγαθοὶ, εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ χωρία. Εἶναι τύποι λαϊκοὶ, ὠφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ἄς μὴν ἐκφωνῶσιν λόγους. Ἠξεύρουσιν αὐτοὶ ἄλλον τρόπον πῶς νὰ διδάσκωσι τὸ ποίμνιον» θὰ μᾶς πεῖ. Κι ἔχει δίκαιο, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω.

Μιὰ τέτοια, λοιπόν, διδαχὴ μᾶς προσφέρει κι ὁ παπα-Γαρόφαλος, ποὺ πηγαίνει στὴν καλύβα τοῦ μπάρμπα-Κόλλια, τοῦ Ἀλιβάνιστου καὶ μέ, ποιὸς ξέρει, πόσα παρακάλια καὶ ποιμαντιὴ φροντίδα, τὸν φέρνει στὸν Ἁη-Γιάννη τὸν Ἀσέληνο νὰ κάμει Ἀνάσταση, μετὰ ἀπό τόσα χρόνια ἀπομόνωσης. Ὅμως ὁ πειρασμὸς φάνηκε τὸτε ποὺ ὁ μπάρμπα-Κόλλια «σωστὸς λυκάνθρωπος»βρέθηκε στὸ ἐξωκκλήσι ὅπου τὸν καρτεροῦσαν οἰ ποιμένες γιὰ τὴν Ἀνάσταση. Παρ᾿ ὄλες τὶς προσπάθειες τοῦ ἰερέα κατάφερε νὰ πάει μαζὶ του στὸν Ἀη-Γιάννη, ὅμως σὰν εἶδε κόσμο ἤθελε νὰ φύγει, νὰ ξαναγυρίσει στὴν ἀπομόνωσή του. Τότε λοιπόν μὲ πατρικό-ταπεινὸ τρόπο ὁ παπᾶς τὸν προτρέπει νὰ πατήσει τὸν πειρασμὸ καὶ νὰ μείνει στὴν Ἀναστάσιμη πανήγυρι.

Ἀλήθεια, πόση προσπάθεια κατέβαλε ὁ παπᾶς, ποὺ αὐτὴ τὴν ὥρα τὴν ἱερὴ δοκιμαζόταν, ἄν θὰ θὰ μπορέσει δηλαδὴ νὰ σώσει μιὰ ψυχή, ποὺ γύρευε νὰ ἐπιστρέψει στὴν κόλαση τῆς μόνωσης καὶ τῆς ἄρνησης.

Ἄφσε νὰ ζήσῃς! Δὲν μπορῶ! …Τὶ Ἀνάσταση νὰ κἀμω…» ἔλεγε ὁ Ἀλιβάνιστος στὰ παρακάλια ἐνὸς ἀπό τοὺς ποιμένες, ποὺ τὸν κρατοῦσε νὰ μείνει μαζί τους στὸ πανηγύρι. Καὶ τότε ἐπεμβαίνει ὁ παπᾶς

«-Νἄχης τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ, παιδί μου ! Ἔλα ! Νὰ πάρῃς εὐλογία ! Νὰ μοσκοβολήσ᾿ ἡ ψυχή σου ! Ἔλα νὰ ἀπολάψζῆς τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας ! Μὴν ἀδικῇς τὸν ἑαυτόν σου ! Μὴν κάνῃς τοῦ ἐχθροῦ τὸ θέλημα !…» Καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἀπλῶν ποιμένων γίνεται ἡ ἐπανένταξη τοῦ λησμονημένου αὐτοῦ ἀνθρώπου στὴν κοινωνία, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἐκκλησία.

 Ἴσως νὰ νομίσει κάποιος, ποὺ δὲν ἔχει γευτεῖ τὸ μεγαλεῖο τῆς Ὀρθοδόξου νηπτικῆς παραδόσεως, πὼς ὁ παπα-Κυριάκος εἶναι ἔνα φαιδρὸ πρόσωπο, ἕνας ἐπιπόλαιος, ποῦ ἀφήνει τὴν ἀκολουθία στὴ μέση καὶ φεύγει ἀπό τὸ ναό. Ὅμως τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικὰ ἄν τὰ δοῦμε μὲ τὴ ματιὰ τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς φιλανθρωπίας, ποὺ ἡ Ὀρθοδοξη Ἐκκλησία μᾶς προσφέρει.

Εἶχε γίνει ἡ Ἀνάσταση στὰ Καλύβια, ὅπου εἶχε κληθεῖ ὁ παπα-Κυριάκος ἀπὸ τοὺς ποιμένες νὰ τελέσει μαζὶ μὲ τὴν Ἀναστάσιμη λειτουργία, ὅταν, στὴ μέση περίπου τοῦ Ὄρθρου, ἐμφανίζεται ὁ γιὸς τοῦ ἱερέα καὶ λέγει στὸν πατέρα του ὅτι «ὁ παπᾶ Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν ἔκλεπτε τὰ προσφορὰς, μεταβιβάζων αὐτὰς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του». Αὐτὲς οἱ πληροφορίες τοῦ Ζάχου, τοῦ γιοῦ τοῦ παπα-Κυριάκου ἐρεθίζουν τὸν ἤδη ἱερουργοῦντα πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἀστραπιαίως ἀπεκδύεται πετεχείλι καὶ φελόνιο καὶ βγαίνει βιαστικὰ καὶ μὲ θυμὸ ἀπό τὸ ναό. Ὅμως ἄς προσέξουμε τὴ σκηνὴ αὐτή, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης «Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἥμαρτεν. Ἀντὶ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του, καὶ νὰ ἐξακολουθήςῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του…ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον καὶ ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος».

Σὲ μέρα χρονιάρα, ἐκεῖνος ποὺ φέρνει ἀναστάτωση στὸ ἐκκλησίασμα- «θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες»- εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ τοὺς ἄνοιξε τὴ θύρα τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς χαρᾶς μὲ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη»: ὁ ἱερέας. Ὁ ὁποῖος δὲν ἀρκεῖται στὸ νὰ λιποτακτήσει σὲ ὥρα ἱεροπραξίας, ἀλλὰ συνεχίζει νὰ εἶναι ἐξοργισμένος μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ συνεφημερίου του, τὴν ὁποία ὡστόσο τὴν ὑποθέτει, δὲν εἶναι ἀπόλυτα σίγουρος. Ὅμως πρέπει νὰ πάει ὁ ἴδιος στὴν πόλη νὰ ἐξακριβώσει. Ἀλήθεια, τί; Καὶ μάλιστα ἐκείνη τὴν προχωρημένη ὥρα, κατὰ τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ εἶναι στὴ θέση του. Στὸ Θυσιαστήριο.

Ἄς προσέξουμε πὼς περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης τὴ συνέχεια τῆς ὑποθέσεως.

«Πεντακόσια βήματα ἀπό τοῦ ναοῦ, ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετό τιςεἰς ὠραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλοςεὑρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.

Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἠδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ πῶς καὶ ποῦ νὰ λητουργήσῃ 😉 καὶ ἔκυψεν νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλός του δὲν εἶθχε βραχῆ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνεθυμήθη, ἀνένηψεν.

-Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω, εἶπε, καὶ πίνω νερό ;…

Καὶ δὲν ἔπιε.

Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.

-Τί κάμνω ἐγώ, εἶπε, ποῦ πάω ;

Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ¨

-Ἥμαρτον, Κύριε, εἶπεν, ἥμαρτον ! μὴ μὲ συνερισθῇς.

Ἐπανέλαβε δέ :

-Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἄς τὸν… συγχωρήσῃ… κ᾿ ἐκεῖνον κ᾿ ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου.

Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.

-Ὦ Κύριε, εἶπεν ὁλοψύχως, ἥμαρτον, ἥμαρτον ! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα.

Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπέυδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.

-Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερὸ, εἶπε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω ! Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος !…»Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος !..»Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι !

Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον.

Ἐτέλεσεν τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν καί, μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστοὺς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον. Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικὸν, καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα».

 Τὰ συμπεράσματα, νομίζω, πὼς ἀβίαστα μᾶς παραδίδονται καὶ, μάλιστα, μὲ κρυστάλλινες θεολογικὲς προεκτάσεις Ὀρθοδόξου συμβουλευτικῆς, πρὸς «καταρτισμὸν καὶ νουθεσίαν»(πρβλ. Δοξαστικὸ Αἴνων. Ε΄ Κυριακῆς Νηστειῶν, ἦχος Α΄ ).

Ὡστόσο τὸ ἐρώτημα ποὺ ἐμμέσως τίθεται εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἀλήθεια, μπορεῖ ὁ παπα-Κυριάκος «νὰ προήδρευσεν τοῦ συμποσίου», ὅμως ἠ διάθεσή του ἀπό τὴ νυχτερινὴ περιπέτειά του καὶ μετά, ἀσφαλῶς θὰ ἦταν κάπως συμμαζεμένη, κατηφὴς καὶ ἀρκετὰ προβληματική. Ὁ πειρασμὸς ποὺ ἐμφανίστηκε μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ γιοῦ του Ζάχου τοῦ πρόσφερε ἀναφίβολα ἕνα ἰκανὸ μάθημα, διακράτησε τὸν ἴδιο ἀπό περεταίτω ἄκομψες συμπεριφορὲς, ἀλλὰ τελικὰ τοῦ παρέδωσε στὰ χέρια τὰ κλειδιὰ, ὥστε ν᾿ ἀνοίξει τὴ θύρα τῆς μετανοίας καὶ τῆς πραγματικῆς ἐμβιώσεως τῆς Ἀναστάσεως. Μὲ ἁπλὰ λόγια νὰ ζήσει τὸ «Πάσχα Θεοῦ τὸ σωτήριον». Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὸ ἔζησε…

Προσέχοντας μία-μία τὶς λέξεις καὶ τὰ νοήματα ποὺ κρύβονται πίσω ἀπὸ αὐτές, λέξεις ποὺ συνιστοῦν ἀνόθευτη Ὀρθόδοξη διδαχή, θαυυμάζει κανεὶς καὶ συγκινεῖται γιὰ τὶς ρίζες ποὺ διακρατοῦν τὴν παράδοσή του.

Γι᾿ αὐτὸ Πάσχα καὶ Χριστούγεννα δὲ νοοῦνται δίχως μιὰν ἐπίσκεψη στὰ «ἀρυτίδωτα γραπτὰ τοῦ Παπαδιαμαντη»( Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος). Γραπτὰ ποὺ ὑψώνουν τὴν ψυχὴ πάνω ἀπὸ τὰ πρόχειρα καὶ ἐν πολλοῖς ἀσεβῆ καὶ ἀπρεπῆ «ἑόρτια»φληναφήματα τοῦ καιροῦ μας καὶ τὴν ὁδηγοῦν σταθερὰ καὶ ἔντιμα νὰ ζήσει «Πάσχα ἱερόν, Πάσχα τερπόν, Πάσχα λύτρον λύπης».

π. Κων. Ν. Καλλιανός, Πάσχα 2012

[1] Ἀνέστης Κεσελόπουλος, Οἰ ἱερεῖς τοῦ Παπαδιαμάντη ἤ ἡ σχέση τῆς παιδείας μὲ τὸ ἱερατικὸ ἦθος, Πρακτικὰ Α᾿ Συνεδρίου γιὰ τὸν Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Δόμος, Ἀθήνα 1996, σελ. 571-580

[2] π. Κων. Ν. Καλλιανός, Περὶ ἐνορίας ὁ λόγος. Πῶς βιώνει τὴν ἐνορία καὶ τὴν ἐνοριακὴ ζωὴ ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμαντης, «Σύναξη», τεῦχ. 119 (Ἰούλιος-Σεπτ. 2011) σελ. 78-82

[3] Εὐχὴ τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου

[4] Ἀνέστης Κεσελόπουλος, Ἡ λειτουργικὴ παράδοση στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 35