Στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη πρωταγωνιστούν οι αδικημένοι και περιθωριοποιημένοι άνθρωποι της κοινωνικής ζωής της εποχή του. Γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, άνθρωποι με σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Όσον αφορά τα παιδιά, πιο ελεύθερα παρά ποτέ, τριγυρίζουν στις εξοχές και τις αλάνες της Σκιάθου και της Αθήνας, με ελάχιστη γονεϊκή επίβλεψη, όπως και στο σχολείο. Χωρίς επίβλεψη και απολαμβάνοντας μία, σχεδόν, απόλυτη ελευθερία τα παιδιά δημιουργούν το δικό τους μικρόκοσμο, όπου ισχύουν βασικοί κανόνες και αρχές, όπως ακριβώς πρωτεϊκή περίοδος της ανθρώπινης ύπαρξης συνιστά και η παιδική ηλικία. Επικρατεί ο δυνατότερος, ο πιο ισχυρός, ο πιο δημοφιλής και γενικότερα, εκείνος που επιδεικνύει ηγετικές ικανότητες. Για τα παιδιά μεγαλύτερη σημασία έχουν οι εντυπώσεις και οι εντυπωσιασμοί. Τα αγόρια είναι πολύ πιο ελεύθερα και ανεξάρτητα από τα κορίτσια, τα οποία από πολύ νωρίς αναλαμβάνουν οικιακά καθήκοντα. Αυτό που σήμερα ονομάζουμε παιδική παραβατικότητα ήταν ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο και η μοίρα αυτών των παιδιών θεωρούνταν συχνά προδιαγεγραμμένη.

Η έννοια της νεανικής παραβατικότητας αποτελεί μία σχετικά καινούργια έννοια. Ως την εποχή του Διαφωτισμού, τα παιδιά από την ηλικία των επτά ετών και άνω θεωρούνταν νομικά υπόλογα για τις πράξεις τους, σύμφωνα με το ρωμαϊκό δίκαιο (Sims & Preston, 2006: 7). Τα πράγματα άλλαξαν κατά την βιομηχανική περίοδο, όταν ο όρος νεανική παραβατικότητα εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1815 (Αβδελά, 2006: 56). Η εισροή πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού από την ύπαιθρο στις μεγαλουπόλεις (Hobsbawn, 2003: 318), οδηγεί μεγάλο ποσοστό των νεοφερμένων στην εξαθλίωση. Τα παιδιά για να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους και της οικογένειάς τους δουλεύουν στα εργοστάσια (Sheldon & Osborne, 1989: 570) ή συχνάζουν στους δρόμους, όπου προβαίνουν σε μικρές παραβατικές πράξεις (Rush, 1992). Τα κινήματα για τη σωτηρία των παιδιών (the childsavers movements) στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού θα θέσουν τις βάσεις για τη δημιουργία ενός ξεχωριστού ποινικού μηχανισμού, του Δικαστηρίου Ανηλίκων (Platt, 1969/2009). Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν εμπεριστατωμένες εγκληματολογικές μελέτες για την νεανική παραβατικότητα κατά τον 19ο αιώνα. Ποινική ευθύνη των ανηλίκων προκύπτει από την ηλικία των δέκα ετών, σύμφωνα με βασιλικό διάταγμα του Όθωνα (Κουράκης, 2012: 450). Οι πρωτοβουλίες για την περίθαλψη των φτωχών παιδιών που βρίσκονταν σε κίνδυνο ήταν κυρίως ιδιωτικές (φιλόπτωχοι σύλλογοι κυριών, κτλ).

Στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου όταν γράφτηκαν τα περισσότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, ο σχολικός εκφοβισμός και η έννοια του εκφοβισμού γενικά δεν υφίσταται. Γι’ αυτό θα παραθέσουμε ορισμένα στοιχεία από την σύγχρονη έρευνα που θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τους μικρούς ήρωες των διηγημάτων.

Σύμφωνα με τον Olweus (1994), ο σχολικός εκφοβισμός ορίζεται ως μια ενέργεια κατά την οποία ένας μαθητής εκτίθεται συνεχώς και για μεγάλο διάστημα, σε αρνητικές πράξεις, που προκαλούνται από ένα ή περισσότερους μαθητές. Οι αρνητικές πράξεις αποτελούν ένα τύπο επιθετικότητας κατά την οποία σκόπιμα κάποιος τραυματίζει ή ενοχλεί κάποιον άλλο. Συνήθως εμφανίζεται με την μορφή της λεκτικής, ψυχολογικής και σωματικής βίας στο χώρο του σχολείου, αλλά και εκτός αυτού.

Οι αιτίες του σχολικού εκφοβισμού, κατά τη σύγχρονη βιβλιογραφία, εντοπίζονται κατά κύριο λόγο στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον και το σχολείο. στο οικογενειακό περιβάλλον σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο του τόπου κατοικίας, το ασταθές ή βίαιο περιβάλλον ανατροφής η παιδική κακοποίηση, τα οικονομικά προβλήματα, το χαμηλό οικογενειακό εισόδημα κλπ (Holt et al., 2007). Τα αγόρια φαίνεται να εκφοβίζουν και να εκφοβίζονται λίγο περισσότερο σε σχέση με τα κορίτσια (Olweus, 1993). Η ακαδημαϊκή επίδοση δεν φαίνεται να παίζει πάντα σταθερό ρόλο (Blum et al., 2004/Konishi et al., 2010).

Τα θύματα είναι άτομα κοινωνικά απομονωμένα, με ελάχιστους ή καθόλου φίλους, όχι ιδιαίτερα δημοφιλή, από υπερπροστατευτικό οικογενειακό περιβάλλον (Bollmer et al.,  2005/Boulton et al., 1999/Hodges et al.,  1999/Olweus, 1993). Πολύ σημαντικός παράγοντας είναι η διαφορετικότητα στην εμφάνιση, ειδικά ο αυξημένος δείκτης μάζας σώματος (Griffiths et al., 2006). Οι ελλιπείς ή προβληματικές επικοινωνιακές ικανότητες με τους άλλους συμβάλλουν σημαντικά στη θυματοποίηση ενός παιδιού ή εφήβου  (Almeida,  Caurcel,  & Machado, 2006/De Rosier et al., 1994). Ωστόσο, η ύπαρξη μίας ποιοτικής φιλικής σχέσης με κάποιον συνομήλικο μπορεί να προστατεύσει ένα παιδί από το να θυματοποιηθεί από άλλους συνομηλίκους  (Salmivalli & Isaacs, 2005). Το προφίλ του θύτη αφορά άτομα με υψηλή αυτοπεποίθηση και δυνατότητες κυριαρχικές επιβολής-κάποτε μεγαλύτερη σωματική διάπλαση και ηλικία. Τα αγόρια χρησιμοποιούν περισσότερο άμεσους τρόπους εκφοβισμού, ενώ τα κορίτσια πιο έμμεσους (Kumpulainen et al., 1998). Η συναισθηματική συμπαράσταση των άλλων συνομηλίκων τους βοηθά στο να εδραιώσουν την επιρροή και την εξουσία τους  (Barboza et al., 2009). .

Ο συγγραφέας περιγράφει στο έργο του πολλά περιστατικά εκφοβισμού παιδιών στο έργο του με ιδιαίτερη ευαισθησία και ενδιαφέρον.

Στο διήγημα Ο τυφλοσύρτης (1892) ο αυστηρός δάσκαλος μίας υπεράριθμης τάξης με μαθητές από διαφορετικές τάξεις, ηλικίες και επίπεδα απαιτεί από εκείνους να αποστηθίζουν το μάθημα. Όταν γίνει μία αταξία στην τάξη, αν τυχόν οι μικρότεροι μαθητές μαρτυρήσουν τον δράστη τους περιμένει σκληρή μοίρα από τους μεγαλύτερους συμμαθητές τους:

Ὅσοι τῶν νεωτέρων μαθητῶν ἦσαν «μαρτυριάρικα» καὶ «προδότικα» ἀπὸ τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου, στιγματιζόμενοι διὰ τῶν ἐπιθέτων καὶ στενοχωρούμενοι διὰ τρόπων περιφρονήσεως ὑπὸ τῶν μεγαλυτέρων τὴν ἡλικίαν συμμαθητῶν των, διωρθώνοντο ἅμα ἔφθαναν εἰς τὸ Ἑλληνικόν. Ἔπειτα καὶ ἂν ἦτό τις μαρτυριάρης, ἐφοβεῖτο νὰ ἐξασκήσῃ τὴν τοιαύτην ροπήν του ἐν πλήθοντι θαλάμῳ, ἐν ἀντιπαραστάσει διδασκάλου καὶ μαθητῶν (Άπαντα, 1982, τ. Β΄: 469).

Στην αρχή του διηγήματος Η δασκαλομάννα (1894) ο δεκαπεντάχρονος μαθητής Γιαννιός, που έχει μείνει αρκετές φορές μετεξεταστέος, ηγείται των μικρότερων συμμαθητών του παριστάνοντας τον δάσκαλο, ενώ ο συγγραφέας αναφέρεται και στην ταραχοποιό δράση του παλιού δεκαοκτάχρονου μαθητή Τζώρτζη στο σχολείο:

― Ἀκοῦστε ἐμὲ νὰ σᾶς πῶ! Νὰ μὴν ἀνοίγετε χαρτί!… Νὰ μὴν ἀκοῦτε τὸ δάσκαλο! Νὰ μὴ φοβᾶστε τς πατεράδες σας!… Νὰ δέρνετε τς μαννάδες σας!

Οὕτως ἠγόρευε πρὸς θορυβώδη ὅμιλον δεκαετῶν καὶ δωδεκαετῶν παιδίων, ἀναβὰς ἐπὶ τοῦ τελευταίου θρανίου τοῦ ἀπωτάτου ἀπὸ τῆς δασκαλοκαθέδρας, ὁ Γιαννιὸς ὁ Βρυκολακάκης, εἷς τῶν μεγαλυτέρων μαθητῶν. Ἐφοίτα ἀπὸ ἑπταετίας καὶ ἦτο ἤδη δεκαπενταετής, ἀλλὰ μόλις εἶχε μάθει νὰ διαβάζῃ συλλαβιστά. Ἐνθυμούμενος τὰ παλαιὰ ἐκεῖνα χρόνια, δὲν ἔπαυε νὰ οἰκτείρῃ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τοῦ σχολείου, ὅπου ὅλα τὰ παιδιὰ ἦσαν μικρά, ὅλο σμαρίδα, ὅλο ἀθερίνα. Πρῶτα ἦσαν ὅλο μεγάλοι. «Ποῦ νὰ ἤσαστε σεῖς τὸν καιρὸ ποὺ ἦτον ὁ ἄλλος ὁ δάσκαλος ποὺ πέθανε, ὁ Φλάσκος, Φλασκο-μπιμπῖνος, ὁ κιτρινιάρης!» Καὶ σείων τὴν κεφαλήν, διηγεῖτο πρὸς τοὺς μικροὺς μαθητάς, οἵτινες τὸν ἤκουον ἐκπέμποντες μεγάλα ἐπιφωνήματα θαυμασμοῦ, πῶς ὁ Τζώρτζης ὁ Σγούρας, δεκαοκτὼ χρόνων, ὑψηλός, μὲ ἀνωρθωμένα σγουρὰ μαλλιά, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνατο νὰ διευθετήσῃ τὸ κτένιον, ἔδειρε μίαν φορὰν τὸν ἄλλον διδάσκαλον, «τὸ Φλάσκο, Φλασκο-μπιμπῖνο, τὸν κιτρινιάρη», πολιορκήσας αὐτὸν ὄπισθεν τῆς δασκαλοκαθέδρας, καὶ κατενεγκὼν τρεῖς σφιγκτοὺς γρόνθους κατὰ τοῦ στέρνου του, διότι ὁ διδάσκαλος ἠπείλησε νὰ τὸν κλείσῃ εἰς τὸ κάτωθεν τῆς δασκαλοκαθέδρας σωφρονιστήριον, ὅπου ἔβοσκον βλατοῦδες* καὶ ψαλίδες πολυποδαροῦσες καὶ ὄχι ὀλίγοι ποντικοί. Πῶς ὁ διδάσκαλος εἶχε συγκαλέσει τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἀπῄτει τὴν ἀποβολὴν τοῦ Τζώρτζη, ἀλλ᾽ ἡ ἐπιτροπὴ ἀντέτεινε, μὴ θέλουσα νὰ δυσαρεστήσῃ τοὺς οἰκείους τοῦ μεγαλοσώμου καὶ φριξότριχος μαθητοῦ. Πῶς παραδόξως, δηλ. λίαν εὐλόγως, ὁ Τζώρτζης εὑρέθη σύμφωνος μὲ τὸν διδάσκαλον εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, καθόσον, ἀφοῦ ἐπὶ δεκαετίαν εἶχε φοιτήσει εἰς τὸ Σχολεῖον καὶ μόλις εἶχε μάθει νὰ συλλαβίζῃ (μόνον ὅτι συνέχεε κάποτε τὸ η μὲ τὸ π καὶ τὸ ζ μὲ τὸ ξ), ᾐσθάνετο νῦν ἀκατάσχετον πόθον νὰ διαρρήξῃ τ᾽ ἀφόρητα ἐκεῖνα δεσμὰ καὶ νὰ ἐμβαρκάρῃ μὲ τὸ καράβι τοῦ θείου του. Ἴσως μάλιστα δι᾽ αὐτὸ τὸ ἔκαμεν, ἔδειρε τὸν διδάσκαλον ἐπίτηδες διὰ νὰ τὸν ἀποβάλουν. Καὶ τότε ἡ ἐπιτροπὴ ἔπεισε τοὺς οἰκείους του νὰ τὸν ἀποσύρωσιν εὐσχήμως (Άπαντα, 1984, τ. Γ΄: 19-20).

Στη Θεοδικία της δασκάλας (1902) η νέα δασκάλα εκείνη εκφοβίζει και υποτιμά τις μαθήτριες της:

Ἡ πρώτη μικρὰ μαθήτρια ἥτις ἐπαρουσιάσθη τῆς ἐμύρισε σκόρδα.

― Μπά! μυρίζεις… Νὰ μὴ τρῷς σκόρδα, ὅταν ἔρχεσαι στὸ Σχολεῖον.

Μία ἄλλη ἐρωτηθεῖσα ἀπήντησεν, ὅτι ὀνομάζεται Μαρούσα Σκυλοβοριᾶ.

― Τί ἄσχημο ὄνομα! εἶπεν ἡ δασκάλισσα.

Μία τρίτη, καθὼς εἶχε πλησιάσει εἰς τὸ γραφεῖον, εἶπε, ὅτι ὁ πατήρ της ἦτο ἁμαξάς.

― Μπά! μυρίζεις σταύλους! εἶπεν ἡ δασκάλα. Τί ἄσχημη μυρωδιά! (Άπαντα, 1984, τ. Δ΄: 113).

Σκηνές νεανικής παραβατικότητας περιγράφονται από τον Παπαδιαμάντη στο διήγημα Της Κοκκώνας το σπίτι (1893), όπου ο μεγαλύτερος νεαρός Γιάννης ο Παλούκας τρομοκρατεί και ληστεύει μία παρέα παιδιών που τραγουδά τα κάλαντα την παραμονή των Χριστουγέννων προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα για το αυριανό μεθύσι του:

Ὁ Παλούκας εἶχεν ἐξορμήσει, τρίτην ἢ τετάρτην φοράν, ἀπὸ τὴν κρύπτην του.

Ὁ Στάμος καὶ ὁ Ἀργύρης ἀφῆκαν πεπνιγμένην κραυγὴν καὶ ἠθέλησαν νὰ φύγουν. Ἀλλ᾽ ὁ Παλούκας ἐφήρμοσε τὴν μέθοδόν του, καὶ τοὺς ἐλήστευσε.

― Εἶναι ἄλλη ζυγιά; ἠρώτησεν εἶτα.

Τὰ παιδία τὸν ἐκοίταζαν μὲ ἀπλανῆ ὄμματα, ἀπολιθωμένα ἀπὸ τὸν φόβον. Ἀλλ᾽ ὁ Στάμος, ὅστις ἦτο δωδεκαετὴς καὶ ξυπνητός, ἐνόησεν ἐν τῷ μεταξὺ ὅτι δὲν ἦτο φάντασμα. Ὁ φόβος του ἐμετριάσθη, καὶ μετέδωκε θάρρος καὶ εἰς τὸν Ἀργύρην.

― Εἶναι κι ἄλλη ζυγιά; ἐπανέλαβεν ἀκαταλήπτως ὁ παράδοξος ἄνθρωπος.

― Τί ζυγιά; ἠδυνήθη ν᾽ ἀρθρώσῃ ὁ Στάμος.

― Εἶναι ἄλλα παιδιὰ νὰ κατεβοῦν, ἀπ᾽ τὸν ἀπάνω μαχαλά;

― Δὲ ξέρω, εἶπεν ὁ Στάμος.

Τὴν φορὰν ταύτην, ὁ Παλούκας εἶχεν ὀλιγωρήσει νὰ σβήσῃ τὸν φανόν, διότι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας του ἐπείσθη ὅτι δὲν θὰ τὸν ἀνεγνώριζαν τὰ παιδία. Ἀλλ᾽ ὁ Στάμος τὸν ἐκοίταξε τόσον καλά, ὥστε «ἐγύριζε μὲς στὸ νοῦ του» ὅτι κάποιος ἦτον καὶ δὲν ἀπεῖχε πολὺ τοῦ νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ (Άπαντα, 1982, τ. Β΄: 646).

Ωστόσο, τα παιδιά στο τέλος πήραν εκδίκηση:

Τὰ πρῶτα ληστευθέντα παιδία, ὁ Νάσος καὶ ὁ Ἀγγελής, ἀφοῦ ἔφθασαν ἀσθμαίνοντα εἰς τὴν μικρὰν πλατεῖαν τὴν ἔμπροσθεν τοῦ ναοῦ, μὴ ἔχοντα πλέον διὰ τί πρᾶγμα νὰ μαλώσωσιν, ἔκαμαν ἀγάπην. Μετὰ φιλικωτάτην δὲ συζήτησιν ἐκ συμφώνου, ἀπεφάνθησαν ὅτι τὸ παράδοξον ὄν, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐπῆρε τὰ λεπτά, ἀφοῦ δὲν τοὺς ἐπῆρε οὔτε τὴν φωνὴν οὔτε τὸν νοῦν των, θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἦτον φάντασμα, οὔτε βρυκόλακας, καὶ ἀφοῦ δὲν ἐδοκίμασε νὰ τοὺς φάγῃ, θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἦτον οὔτε σκαλικάντζαρος. Τί ἄλλο θὰ ἦτον λοιπόν; Θὰ ἦτον ἄνθρωπος, χωρὶς ἄλλο.

Ἡ δευτέρα ζυγιὰ τῶν παιδίων ἔφθασε μετ᾽ οὐ πολύ, εἶτα ἡ τρίτη καὶ ἡ τετάρτη. Ὅλα τὰ ὁμοιοπαθῆ παιδία δὲν ἤργησαν νὰ συνεννοηθῶσιν ὁμοῦ. Τέλος ὁ Στάμος, ὅστις ἦλθε τελευταῖος μετὰ τοῦ Ἀργύρη, ἐπρότεινε καὶ ὅλοι ἐψήφισαν νὰ ἐκτελέσωσι τακτικὴν νυκτερινὴν ἔφοδον κατὰ τῆς οἰκίας.

Ὁ Παλούκας, τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἐδίσταζε, καὶ εἶχεν ἀποφασίσει πλέον ν᾽ ἀποσυρθῇ ἀφοῦ εἶχε κάμει ἀρκετὴν λείαν, ὅση θὰ ἤρκει διὰ νὰ μεθύσῃ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, ὡς καὶ τὴν ἡμέραν τῶν Ἐπιλοχίων, καὶ τὴν τοῦ ἁγίου Στεφάνου ἀκόμη. Ἐνῷ δὲ ἦτο ἕτοιμος νὰ φύγῃ καὶ πάλιν ἔμενεν, ἐπῆλθεν ἡ πρώτη πυκνὴ χάλαζα τῶν λίθων.

― Νά μιὰ ζυγιά! ἐφώναξε φιλέκδικος ὁ Στάμος.

― Νά μιὰ ζυγιά! ἐπανέλαβον ἐν χορῷ τὰ παιδία.

Πέντε δευτερόλεπτα πρότερον ἂν ἀπεφάσιζεν ὁ Παλούκας νὰ φύγῃ, θὰ ἦτο ἤδη ἐκτὸς βολῆς. Δυστυχῶς ἦτο ἀργὰ τώρα (Άπαντα, 1982, τ. Β΄: 647).

Τοποθετημένο, επίσης, στην εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων με υπόθεση που διαδραματίζεται την παραμονή της γιορτής των Θεοφανίων είναι το διήγημα Ο Σημαδιακός (1889). Ο  νεαρός ναυτικών με το προσωνύμιο Σημαδιακός είναι ερωτευμένος με την νεαρή κόρη ενός καπετάνιου. Θέλει να της στείλει ένα ερωτικό ραβασάκι και να λάβει απάντηση. Για να το πετύχει εκφοβίζει μία παρέα παιδιών λίγο πριν πάνε στο σπίτι της κοπέλας για να πουν τα κάλαντα:

―  Δὲν θέλω τὰ λεπτά σου, βρέ… ἐπανέλαβεν Ἐλόγου του, στρίβων ὑπερηφάνως τὸν μακρὸν πυρρὸν μύστακά του… μὴ φοβᾶσαι, ἄκουσε… νά, τί θέλω.

Καὶ τῷ ἔτεινε μικρὸν ἐπιστόλιον ἐντὸς χρυσίζοντος διηνθισμένου φακέλου.

―  Νὰ τὸ δώσῃς, ἀπάνω ποὺ θὰ πᾷς, εἶπε.

―  Τίνος νὰ τὸ δώσω;

―  Στὸ Μπραϊνάκι, βρέ… δὲν ξέρεις ποὺ μ᾽ ἀγαπάει;

― Ἀλήθεια; εἶπε μετὰ προσποιήτου θαυμασμοῦ ὁ Ἀλέκος, ὅστις εἶχε πλησιάσει ἐν τῷ μεταξύ.

―  Σένα δὲν σοῦ μιλῶ, εἶπεν αὐστηρῶς Ἐλόγου του.

―  Καλά, τὸ δίνω, ἀπήντησεν ὁ Σωτῆρος, εὐχαριστημένος διότι θὰ ἐγλύτωνε.

―  Μὰ θέλω νὰ μοῦ φέρῃς καὶ σημάδι, προσέθηκεν Ἐλόγου του.

―  Τί σημάδι;

―  Αὐτὴ ξέρει.

Καὶ ἐπανέλαβε:

―  Τὸ διαβάσῃ δὲν τὸ διαβάσῃ, θέλω νὰ μοῦ φέρῃς σημάδι ἀπόψε.

―  Καλά.

―  Κρατῶ ἀμανάτι τὸ φέσι σου, καὶ σὲ περιμένω ἐδῶ τριγύρω. Ἀκοῦς;

Καὶ ἀπέσπασεν αὐθαιρέτως τὸ φέσι ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Σωτήρου.

―  Δός του τὸ φέσι του! ἀνέκραξεν ὁ Ἀλέκος.

―  Σοὺτ ἐσύ!…

Ὁ Σωτῆρος δὲν παρεπονέθη τίποτε καὶ ἔνευσε πρὸς τὸν σύντροφόν 〈του〉 νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ ἔσω τοῦ προαυλίου (Άπαντα, 1982, τ. Β΄: 104-105).

Στα Δαιμόνια στο ρέμα (1900) ο συγγραφέας αναφέρεται σε αυτοβιογραφικό τόνο στον εκφοβισμό που δεχόταν από τα άλλα παιδιά, επειδή ήταν γιος ιερέα:

Τἆλλα παιδιά, ὅσον σέβας καὶ φόβον ἐδείκνυον ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν πρεσβυτέρων μελῶν τῆς οἰκογενείας μου, ὅλον τὸ ἐξέσπων εἰς φθόνον καὶ ἐπιβουλὴν κατ᾽ ἐμοῦ (Άπαντα, 1984, τ. Γ΄: 241).                                                                                […]

Τὰ παιδιά, ἡ ἀσυμπαθὴς καὶ ἄστοργος συντροφιά μου, κατέβαινον, ἔτρεχον, ἐχάνοντο· ἐκυλίοντο, οἱονεί, τὸν κατήφορον, κ᾽ ἐκυνηγοῦσαν τὰ καβούρια, μέσα εἰς τοὺς διαφόρους λάκκους τοῦ νεροῦ. Ἔτρεχα, ἐπλανώμην κ᾽ ἐγὼ κατόπιν των. Ἔψαχνα νὰ εὕρω καβούρια.

Μὲ τὸ σήκωμα τῆς πέτρας, ἐθόλωναν τὰ νερά, καὶ τὰ καβούρια ἐκρύπτοντο. Ἂν ἐδοκίμαζα νὰ ἁρπάσω ἓν εἰς τὰ τυφλά, μοῦ ἐδάγκανε τὰ δάκτυλα· ἐπόνουν, τὸ ἄφηνα, κ᾽ ἐκεῖνο ἔφευγε. Νὰ τὸ πιάσω μὲ προφύλαξιν, νὰ φυλαχθῶ ἀπὸ τὰ δύο κυκλοτερῆ, μακρὰ στόματά του, δύσκολον ἦτο, ἐπειδὴ δὲν τὸ ἔβλεπα καλά· τὰ νερὰ θολωμένα.

Καθὼς μ᾽ ἐδάγκαναν τὰ καβούρια, οὕτω μὲ ὠνείδιζαν καὶ τὰ παιδιά. Δύο ἢ τρία ἐξ αὐτῶν, ἄνευ αἰτίας, ἤρχισαν νὰ μὲ «ἀναγορεύουν», ὅπως λέγουν εἰς τὴν γλῶσσάν των, νὰ μὲ προσφωνοῦν δηλαδὴ μὲ ὑβριστικὰ ἐπίθετα. Ἐγὼ ἤρχισα νὰ κλαίω.

Καθὼς μ᾽ ἔφευγαν τὰ καβούρια, οὕτω μ᾽ ἔφυγαν, μετ᾽ ὀλίγον, καὶ τὰ παιδιά. Εἶχαν ἀλλάξει διεύθυνσιν ἔξαφνα, κ᾽ ἐπήγαιναν πρὸς τὰ ἄνω τοῦ ρεύματος. Ἐκεῖνα ἔτρεχαν, ἐγὼ ἔμενα ὀπίσω.

Δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν περίπου συνομήλικά μου. Ἄλλοι τρεῖς ἢ τέσσαρες ἦσαν ἀπὸ δώδεκα ἕως δεκατεσσάρων ἐτῶν. Ἦσαν δέ, ὅσον δὲν ἠμποροῦσα νὰ ἐκτιμήσω, πανοῦργοι, παμπόνηροι. Ἐθόλωναν τὰ νερά, ἐστραβοπατοῦσαν, ἔφευγον τρέχοντα. Ὡμοίαζον πολὺ μὲ τοῦ ρεύματος τὰ καβούρια.

Ἔτρεχον ἐγὼ ἀπηλπισμένος κατόπιν των.

― Καρτερεῖτε κ᾽ ἐμέ!

Τοῦ κάκου. Ἔτρεχαν, ἔτρεχαν. Δὲν ἠμποροῦσα νὰ τοὺς φθάσω. Ἔκλαιον εἰς μάτην.

―Ἐσὺ δὲν εἶσαι γιὰ νὰ πιάνῃς καβούρια· εἶσαι γιὰ νὰ τρῷς χαράμια!

― Εἶσαι γιὰ τυφλοψώμια!

Ὠνόμαζαν οὕτω τὰ πρόσφορα, τοὺς ἄρτους τοὺς προσφερομένους εἰς τοὺς ναούς. Μὲ ἐμίσουν διότι ἤμην παπαδοπαίδι. Ἐκεῖνοι ἦσαν τέκνα ναυτικῶν, πορθμέων, ναυπηγῶν, γεωργῶν. Οἱ πατέρες ἐθαλασσοπνίγοντο ἢ ἵδρωναν πολὺ γιὰ νὰ βγάλουν τὸ ψωμί, καὶ οἱ υἱοὶ τὸ εἶχον διὰ καύχημα. Καὶ διὰ τοῦτο ἐμὲ μ᾽ ἐπεριφρονοῦσαν,

― Καρτερεῖτε κ᾽ ἐμένα!

― Νά! τώρα θὰ σὲ φᾶνε τὰ κρούσματα…

― Μιὰ στιγμή, καρτερεῖτε!

― Θὰ σὲ φᾶνε τὰ στοιχειά…

Ἔβαλα κλαυθμηρὰς φωνάς, ἀλλ᾽ εἰς μάτην. Ὅσην ἀκρόασιν ἔδωκε τὸ πάλαι τὸ εἴδωλον τοῦ Βάαλ εἰς τοὺς ἱερεῖς τῶν ἀλσῶν, τοὺς ἐπικαλουμένους ἀπὸ πρωίας ἕως ἑσπέρας, ἄλλην τόσην ἔδωκαν εἰς τὰς φωνὰς τὰς ἰδικάς μου οἱ μικροὶ ἐκεῖνοι ἔνσαρκοι δαίμονες τοῦ ρεύματος καὶ τῶν βράχων. «Ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ Βάαλ, ἐπάκουσον ἡμῶν!». Καὶ οὐκ ἦν φωνή, καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις.

Ἔγιναν ἄφαντοι. Καὶ μακρόθεν ἐκάγχαζον εἰς τοὺς κλαυθμούς μου (Άπαντα, 1984, τ. Γ΄: 242-243).

Το διήγημα Γουτού γουπατού  (1899) προσεγγίζει το θέμα του εκφοβισμού μέσα από την πτυχή της διαφορετικότητας του ήρωα λόγω της αναπηρίας του. Ο Μανόλης το Ταπόη θα αποδείξει την αξία του, όταν έρθει η ώρα και ο αντίπαλός του θα πάρει το μάθημα που του αξίζει:

Τὸν ἐπετροβολοῦσαν οἱ μάγκες τῆς ἀγορᾶς, τὸν ἐχλεύαζον τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς, τὸν ἐφοβοῦντο τὰ νήπια καὶ τὰ βρέφη. Τὸν ἔλεγαν κοινῶς «ὁ Ταπόης» ἢ «ὁ Μανώλης τὸ Ταπόι».

―Ὁ Ταπόης! Νά, ὁ Ταπόης ἔρχεται…

Φόβος καὶ τρόμος ἐκολλοῦσε τὰ ἄκακα βρέφη εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος τούτου. Ἡ νεολαία τοῦ χωρίου, οἱ θαμῶνες τῶν μαγαζειῶν καὶ τῶν καφενείων, δὲν ἔπαυαν ποτὲ νὰ τὸν πειράζουν.

― Εἶσ᾽ ἕνα χταπόδι, καημένε Μανωλιό· εἶσαι χταπόδι.

Κ᾽ ἐκεῖνος, μὲ τὴν γλῶσσάν του τὴν δεμένην διὰ γλωσσοδέτου μέχρι τῆς ρίζης τῶν ὀδόντων, ἀπήντα:

― Ναί, εἶμι ταπόι!… Ἰσὺ εἶσι ταπόι. (Ναί, εἶμαι χταπόδι. Ἐσὺ εἶσαι χταπόδι.)

Εἶχε φίλους τόσον ὀλίγους καὶ τόσον ἀμετρήτους ἐχθρούς, εἰς μέρος τόσον ὀλιγάνθρωπον! Κάποτε φιλάνθρωπος ἢ διακριτικός τις τὸν ὑπερήσπιζεν ἐναντίον τῆς ἐπιθέσεως τῶν ἀγυιοπαίδων. Εἰς ἐκεῖνον ἐγίνετο σκλάβος ἰσόβιος, κ᾽ ἐξετέλει δι᾽ αὐτὸν διακονήματα προθύμως, μετὰ βίας δεχόμενος φίλευμα ἢ κέρασμα. Πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους δὲν ὑπῆρχε φιλία οὔτε σπονδή.

[…]

Εἰς τὴν Ἐπάνω Ἐνορίαν, ἐκεῖ ἄνωθεν τοῦ Βράχου, ἐβασίλευεν ὁ φοβερὸς Τσηλότατος. Ἦτο ὑψηλός, ὅσον καὶ ὁ Βράχος ἐφ᾽ οὗ εἶχε τὸν θρόνον του, σγουρομάλλης, ἀκτένιστος, ξεσκούφωτος, ξυπόλυτος, καὶ ἀποτρόπαιος. Ἦτο αὐτὸς ὁ ἀνεγνωρισμένος ἀρχηγὸς τῶν μαγκῶν τῆς Ἄνω Ἐνορίας καὶ ὅλου τοῦ χωρίου.

[…]

Πέντε ἢ ἓξ παιδιὰ τοῦ σχολείου, ἀπ᾽ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκυνήγει ἀσπόνδως ὁ Τσηλότατος, εἶχον ἀναβῆ ἐν συνοδίᾳ τοῦ Μανωλιοῦ τοῦ Ταπόη εἰς τὴν ἐπάνω γειτονιάν, τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τοῦ Ἁγ. Βασιλείου κατ᾽ ἐκεῖνο τὸ ἔτος.

[…]

 Μετὰ μίαν στιγμὴν ὁ λαιμὸς τοῦ Τσηλότατου εὑρίσκετο ὡς ἐν φοβερᾷ ἁρπάγῃ ἐντὸς τοῦ σφιγκτοῦ γρόνθου μὲ τοὺς γαμψοὺς ὄνυχας, τῆς πελωρίας χειρὸς τοῦ Ταπόη. Ὁ Τσηλότατος ἀφῆκε πνιγμένην κραυγήν. Ἤσπαιρεν, ἠγωνία, ἐσφάδαζεν. Ὀλίγον ἀκόμη ἂν ἔσφιγγεν ὁ Ταπόης, δὲν θὰ ὑπῆρχε πλέον Τσηλότατος.

― Πόκυλου! ἔκραξε μόνον ὁ Ταπόης. (Χασαπόσκυλο!)

Τὰ παιδιὰ τῆς συμμορίας, ἐκρέμασαν τὰ χέρια κάτω, καὶ ἄφησαν τὰ «κελεπούρια». Δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ψάξουν τὰ θυλάκια.

Ἡ συνοδία ἀπὸ τὴν Κάτω Ἐνορίαν ἀνεθάρρησε.

― Μπράβο, Μανώλη! Μπράβο! (Άπαντα, 1984, τ. Γ΄: 183, 186, 188, 190-191).

Στο διήγημα Τ’ αερικό στο δέντρο (1907) μία ομάδες από «μάγκες» κατεβαίνει στην εξοχή για να κόψει βέργες και να γκρεμίσει με αυτές φωλιές πουλιών. Ένας από τους μάγκες, ο Μιχάλης ο Βεργής, ρίχνει με μία βέργα κάτω από το δέντρο τον μικρό Κώτσο, ο οποίος πάσχει από ελαφριά χωλότητα. Η γιαγιά του Κώτσου διώχνει το Μιχάλη και τον καταριέται. Όλα αυτά συμβαίνουν το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου:

Οἱ μάγκαι τῆς πόλεως ἔμειναν κύριοι τοῦ πεδίου, ἀμαχητεί. Εἷς μόνος ἐκ τῆς σπείρας των, ὁ Μιχάλης ὁ Βεργής, κρατῶν μακρὰν βέργαν τὴν ὁποίαν ἀρτίως εἶχε κόψει ἀπὸ ἓν δένδρον καὶ τὴν εἶχε πελεκήσει μὲ τὸν γκέκαν, τὸν κυρτὸν σουγιάν του, εὐχαριστήθη νὰ κυνηγήσῃ ἓν παιδάριον ἐκ τῆς συνοδίας, τὸν Κῶτσον τοῦ Κοντονίκου, ὅστις εἶχε μικρὰν χωλότητα εἰς τὸν ἀριστερὸν πόδα κι ἀργοπατοῦσε, μείνας τελευταῖος ἀπὸ ὅλην τὴν ἀγέλην τὴν παθοῦσαν τὸ πανικὸν πάθημα. Ὁ Μιχάλης ὁ Βεργὴς τὸν ἔφθασε, τὸν ἔψαυσε μὲ τὴν μακρὰν ράβδον, καὶ τὸν ἔκαμε νὰ πέσῃ κάτω, ἂν δὲν εἶχε πέσει ἤδη ἀπὸ τὸν φόβον του, πρὶν τὸν φθάσῃ ἡ βέργα τοῦ Μιχάλη. Τὸ παιδίον, ἀρχίσαν νὰ κραυγάζῃ καὶ πρὶν πέσῃ, ἔβαλε σπαρακτικὰς φωνὰς ἀφοῦ ἔπεσε, κ᾿ ἐβάρεσεν, ὡς φαίνεται, εἰς τὸ πόδι του τὸ πονεμένον. Ὅλαι αἱ ἠχοὶ τῶν κοίλων βράχων, καὶ τῶν ἀπορρώγων κρημνῶν καὶ τῶν καθέτων κλιτύων τῆς βαθείας κοιλάδος, ἐξύπνησαν ἀπὸ τὰς κραυγὰς τοῦ μικροῦ Κώτσου, καθὼς εἶχε πέσει ἀνὰ τὸ ὀλισθηρὸν χῶμα, δίπλα εἰς τὸν ὑγρὸν χορταριασμένον βράχον, ἄνωθεν τοῦ ρεύματος.

Ἀπὸ τὸ ἀντικρινὸν καλύβι, τὸ πλησιέστερον εἰς τὸν βράχον τὸν βρεχόμενον ἀπὸ τὸν ρύακα, κάτω ἀπὸ τὴν φυλλάδα τῶν κισσοειδῶν θάμνων καὶ τὸ σύμπλεγμα τῆς ἀγραμπελιᾶς καὶ τῶν αἰγοκλημάτων, ἐξῆλθεν ἡ γρια-Κοντονίκαινα, ἡ μάμμη τοῦ μικροῦ Κώτσου. Εἶχεν ἀποθάνει ἡ νύμφη της πρὸ χρόνων, καὶ αὐτὴ εἶχεν ἀναθρέψει τὸ παιδίον, καὶ τὸ ἠγάπα ὡς «δυὸ φορὲς παιδί της». Χωρὶς νὰ ἐξακριβώσῃ καλὰ τί εἶχε συμβῆ, ἤρκει ὅτι εἶδε τὸν Μιχάλην νὰ κρατῇ ἀκόμη τεταμένην τὴν βέργαν του, καὶ τὸ παιδίον νὰ κεῖται χαμαί, ᾐσθάνθη ὅτι τὸ ἐγγόνι της εἶχε πάθει κακόν τι ἀπὸ τὸν μάγκαν τῆς πόλεως, καὶ ἤρχισε συνάπτουσα τὰς χεῖρας νὰ ὀνειδίζῃ καὶ νὰ καταρᾶται:

―Ἀρὲ σύ, σκύλε ἀγαρηνέ, τί ἔκαμες!… Τί σοῦ ἔφταιξε τὸ παιδί, τὸ σακάτικο, καὶ τὸ κυνηγᾷς;… Κακὸ ἀερικὸ νὰ σοῦ ᾽ρθῃ ἀπάνω σου, νὰ σὲ μαράνῃ, σὰν ἐκεῖνο τὸ δεντρί, ἐκεῖ!…

Τελικά ο Μιχάλης αρρωσταίνει ξαφνικά την Διακαινίσιμο Εβδομάδα:

Περὶ τὰ μέσα τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδος ἦλθεν εἰς τὰ Καλύβια τὸ ἄγγελμα ὅτι ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ εἶχε πέσει αἰφνιδίως ἄρρωστος ἀπὸ τὸ δειλινὸν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καὶ μετὰ συνεχῆ πυρετὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, καὶ μετὰ κόπου ἀναπνέων. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του, καὶ τὸν ἐμάρανε.

Εὐλογεῖτε, καὶ μὴ καταρᾶσθε, εἶπεν ὁ Χριστός.                                                     

(Άπαντα, 1985, τ. Δ΄: 212-213/215).

Τα παιδιά-ήρωες στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που παρουσιάσαμε υφίστανται εκφοβισμούς σε διάφορες μορφές, γεγονός αποδεκτό τις περισσότερες φορές στα κοινωνικά πλαίσια της εποχής. Στον Τυφλοσύρτη οι μικρότεροι μαθητές δεν μαρτυρούν στον δάσκαλο τις αταξίες των μεγαλύτερων, γιατί φοβούνται την αντίδρασή τους. Στην Δασκαλομάννα ο δεκαπεντάχρονος μαθητής-ακόμη-του Δημοτικού σχολείου έχει χριστεί αρχηγός των μαθητών και εκθειάζει την εκφοβιστική δράση ενός ακόμη μεγαλύτερου μαθητή που έφτασε να δείρει μέχρι και τον δάσκαλο! Η δασκάλα είναι εκείνη που εκφοβίζει τις μαθήτριες στην Θεοδικία της δασκάλας. Στης Κοκκώνας το σπίτι οι παρέες των παιδιών που λένε τα κάλαντα την παραμονή των Χριστουγέννων δέχονται σωματική επίθεση και απειλές από έναν λίγο μεγαλύτερο νεαρό που τους ληστεύει, αλλά στο τέλος παίρνουν το αίμα τους πίσω. Ψυχολογικό και λεκτικό εκφοβισμό δέχονται τα παιδιά που λένε τα κάλαντα την παραμονή των Φώτων στο διήγημα Ο Σημαδιακός προκειμένου να μεταφέρουν ένα ραβασάκι και την απάντησή του. Η κοινωνική θέση του μικρού ήρωα ως γιο ιερέα τον καθιστά επίκεντρο του χλευασμού των συνομηλίκων του, οι οποίοι τον ζηλεύουν και τον εγκαταλείπουν μόνο του στην ερημιά. Στόχος και φόβητρο όχι μόνο των παιδιών, αλλά όλων σχεδόν των συγχωριανών γίνεται ο Μανώλης το Ταπόη λόγω της αναπηρίας του στο Γουτού Γουπατού. Ωστόσο, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς προστατεύει μία ομάδα μικρότερων παιδιών από την απειλή του μάγκα Τσηλότατου και της παρέας του. Ο μικρός Κώτσος στο Αερικό στο δέντρο δέχεται επίθεση από έναν μεγαλύτερο νεαρό, εκπρόσωπο ομάδας μαγκών, που τον γκρεμίζει κάτω από το δέντρο με μια βέργα, αν και έχει ελαφρά αναπηρία. Εδώ το ρόλο του προστάτη αναλαμβάνει η γιαγιά του αγοριού που καταριέται τον μάγκα. Ο νεαρός λίγες μέρες αργότερα αρρωσταίνει σοβαρά.

Κλείνοντας, στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη με περιστατικά εκφοβισμού, εκφοβισμό δέχονται συνήθως τα μικρότερα αγόρια από μεγαλύτερα. Περιλαμβάνουν λεκτική, ψυχολογική και σωματική βία. Κορίτσια εμφανίζονται μόνο σε ένα διήγημα, όπου εκφοβίζονται από τη δασκάλα τους.  Ήρωες με αναπηρία, όπως ο Μανώλης είναι δυνατόν κάποτε να αναλάβουν το ρόλο του σωτήρα. Σταθερή πεποίθηση του συγγραφέα συνιστά πως τις ημέρες των εορτών το δίκαιο αποδίδεται με τους μικρότερους σε ηλικία εκφοβιζόμενους να παίρνουν την εκδίκησή τους ως απόδοση θείας δικαιοσύνης.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πρωτογενείς πηγές

Παπαδιαμάντη, Α. (1984). Γουτού γουπατού. Στο Άπαντα (επιμ. Τριανταφυλλόπουλος Ν. Δ.), τ. Γ΄, σσ . 183-192. Αθήνα: Δόμος.

Του ίδιου. (1984). Η δασκαλομάννα. Στο Άπαντα (επιμ. Τριανταφυλλόπουλος Ν. Δ.), τ. Γ΄, σσ . 19-28. Αθήνα: Δόμος.

Του ίδιου. (1985). Η θεοδικία της δασκάλας. Στο Άπαντα (επιμ. Τριανταφυλλόπουλος Ν. Δ.), τ. Δ΄, σσ . 111-114. Αθήνα: Δόμος.

Του ίδιου. (1982). Ο Σημαδιακός. Στο Άπαντα (επιμ. Τριανταφυλλόπουλος Ν. Δ.), τ. Β΄, σσ . 103-113. Αθήνα: Δόμος.

Του ίδιου. (1982). Ο τυφλοσύρτης. Στο Άπαντα (επιμ. Τριανταφυλλόπουλος Ν. Δ.), τ. Β΄, σσ . 4633-473. Αθήνα: Δόμος.

Του ίδιου. (1982). Της Κοκκώνας το σπίτι Στο Άπαντα (επιμ. Τριανταφυλλόπουλος Ν. Δ.), τ. Β΄, σσ . 641-649. Αθήνα: Δόμος..

Του ίδιου. (1985). Τ’ αερικό στο δέντρο. Στο Άπαντα (επιμ. Τριανταφυλλόπουλος Ν. Δ.), τ. Δ΄, σσ . 211-216. Αθήνα: Δόμος.

 

Δευτερογενείς πηγές

Αβδελά, Ε. (2013). «Νέοι εν κινδύνω»: επιτήρηση, αναμόρφωση και δικαιοσύνη ανηλίκων μετά τον πόλεμο. Αθήνα: Πόλις.

Almeida, A., Caurcel, M. J., & Machado, J. C. (2006). Perceived characteristics of  victims  according  to  their  victimized  or  nonvictimized peers. Electronic Journal of Research in Educational Psychology, v. 4, no. 2, pp. 371-396.

Barboza, G. E., Schiamberg, L. B., Oehmke, J., Korzeniewski, S. J., Post, L. A., & Heraux,  C.  G.  (2009).  Individual  characteristics  and  the  multiple contexts of adolescent bullying: An ecological perspective. Journal of Youth and Adolescence, no. 38, pp. 101-121.

Blum,  R.  W.,  Libbey,  H.  P.,  Bishop,  J.  H.,  &  Bishop,  M.  (2004).  School connectedness–strengthening  health  and  education  outcomes  for teenagers. Journal of School Health, v. 74, no. 7, pp. 231-235.

Bollmer, J. M., Milich, R., Harris, M. J., & Maras, M. A. (2005). A friend in need: The role of friendship quality as a protective factor in peer victimization and bullying. Journal of Interpersonal Violence, v. 20, no. 6,  pp. 701-712.

Boulton, M. J., Trueman, M., Chau, C., Whitehand, C., & Amatya, K. (1999). Concurrent  and  longitudinal  links  between  friendship  and  peer victimization:  Implications  for  befriending  interventions. Journal  of Adolescence, v. 22, no. 4, pp. 461-466.

DeRosier, M. E., Cillessen, A. H., Coie, J. D., & Dodge, K. A. (1994). Group social context and children’s aggressive behavior. Child Development, v. 65, no. 4, pp. 1068-1079

Griffiths, L. J., Wolke, D., Page, A. S., & Horwood, J. P. (2006). Obesity and bullying: different  effects for boys and girls. Archives of Disease in Childhood, 91(2), 121-125.

Hobsbawn, E. (2003). Η εποχή του κεφαλαίου, 1848-1875. Αθήνα: ΜΙΕΤ.

Hodges, E. V., Boivin, M., Vitaro, F., & Bukowski, W. M. (1999). The Power of Friendship. Developmental Psychology, v. 35, no. 1, pp. 94-101.

Holt, M. K., Finkelhor, D., & Kantor, G. K. (2007). Hidden forms of victimization in elementary students involved in bullying. School Psychology Review, v. 36, no. 3, pp. 345-60.

Konishi, C., Hymel, S., Zumbo, B. D., & Li, Z. (2010). Do school bullying and student—teacher relationships matter for academic achievement? A multilevel analysis. Canadian Journal of School Psychology, v. 25, no. 1, pp. 19-39.

Κουράκης, Ν. (2012). Δίκαιο παραβατικών ανηλίκων (2η έκδοση). Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας.

Kumpulainen K, Räsänen E, Henttonen I, Almqvist F, Kresanov K, Linna SL, Moilanen I, Piha J, Puura K, Tamminen T. Bullying and psychiatric symptoms among elementary school-age children. Child Abuse Negl. 1998 Jul;22(7):705-17.

Rush, P. (1992). The government of a generation: the subject of juvenile delinquency. In The Liverpool Law Review, v. 14, no 1, pp. 3-41.

Olweus, D. (1993). Bullying in schools: What we know and what we can do. Oxford: Blackwell.

Του ίδιου. (  1994 )  Annotation:  Bullying  at  School:  Basic  Facts  and  Effects  of  a  School Based Intervention Program. J. Child PsychoL Psych, v. 35, no. 7, pp. 1173

Platt, A. (1969-2009). The Child Savers, The Invention of Deliquency (40th anniversary edition). New Brunswick, New Jersey-London: Rutgers University Press.

Salmivalli, C., & Isaacs, J. (2005). Prospective relations among victimization, rejection, friendlessness, and children’s self- and peer-perceptions. Child Development, v. 76, no. 6, 1161–1171.

Sheldon, R. & Osborne, L. (1989). : For their own good: Class interests and the child saving movement in the Memphis Tennesse, 1900-1917. Criminology, v. 27, no 4, pp. 747-767.

Sims, B. & Preston, P. (2006). Handbook of Juvenile Justice. Theory and Practice. London-New York: Boca Raton-Taylor & Francis.

Αναδημοσίευση από το https://www.oanagnostis.gr/