«Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ Κάστρον καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των, ὥστε ἂν καὶ ἦσαν κατάκοποι, καὶ ἂν ἐνύσταζόν τινες αὐτῶν, ᾐσθάνθησαν τόσον τὴν χαρὰν τοῦ νὰ ζῶσι καὶ τοῦ νὰ ἔχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσις». Ἀλ. Παπαδιαμαντης

Γιὰ ὅσους τὸ ἀγνοοῦν,  θυμίζω ὄτι τὸ παράθεμα εἶναι ἐρανισμένο ἀπὸ τὸ θαυμάσιο, ἀπὸ πάσης ἀπόψεως,  διήγημα τοῦ γείτονά μου, τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Στὸ Χριστό, στὸ Κάστρο».

Μὲ λίγα λόγια, ὁ Ππδ. μᾶς παραδίδει καὶ ἐδῶ μαθήματα ἐκκλησιαστικῆς  ἀγωγῆς, καθὼς ξεδιπλώνει στὸ διήγημα μιὰ σειρὰ γεγονότων, μέσα στὰ ὁποῖα συνυπάρχουν, τόσο ἡ ἐπιθυμία, ὅσο καὶ οἱ ἀναστολές, ἀλλὰ καὶ ἡ περιπέτεια συνεπικουρούμενη ἀπὸ τὴν διακινδύνευση, ὥστε νὰ πραγματοποιηθεῖ ἕνα τάμα: Νὰ λειτουργηθεῖ ὁ ἀρχαῖος ναὸς τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρο τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ὅπου καὶ πανηγύριζε. Κάτι ποὺ κατορθώνεται,  ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς κόπους καὶ ἀγωνίες, οἱ ὁποῖες ὡστόσο ἐξαργυρώνονται μὲ τὴν εἴσοδο τῆς μικρῆς κοινότητας τῶν φιλεόρτου ὁμίλου ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν στὸ ναὸ τοῦ Χριστοῦ. Κι ἄν ἡ κόπωση, ὁ κίνδυνος, οἰ ἀντίξοες καιρικὲς συνθῆκες ἔγιναν αἰτίες κάποιων πειρασμῶν, ποὺ αὐτὲς τὶς ὧρες παρουσιάζονται μὲ λογισμούς τοῦ τύπου,  «Τί ἤθελα καὶ γύρευα ἐγὼ σὲ τοῦτα τὰ κατσάβραχα μὲ τέτοιον καιρό κ. ἄ»,  ἐν τούτοις ὅλα ἐτοῦτα τὰ διαλυσε «τὸ θάλπος ποὺ ἐθωπευσε τὴν ψυχήν των». Αὐτή, λοιπόν,  ἡ θαλπωρή,  ποὺ πηγάζει μὲ τρόπο μυστηριακὸ, ὄταν εἰσοδεύει κάποιος στὸ ναό. Γιατὶ θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε πὼς στὸ ναὸ εἰσοδεύουμε,  ὄχι γιὰ νὰ δοῦμε, ὅπως γίνεται μὲ τὴν ἐπίσκεψή μας σὲ ἕνα Μουσεῖο. Στὸ ναὸ εἰερχόμαστε γιὰ νὰ βιώσουμε, νὰ γευτοῦμε τὴ θαλπωρή, τὴ ζεστασιὰ τῆς παρουσίας κάποιου, τὴ στοργή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σπέυδει ὁ Ππδ., ποὺ βίωσε παρόμοιες στιγμές, νὰ μᾶς δώσει, κοντὰ στὰ τόσα μαθήματα ποιμαντικῆς, ἱερατικοῦ ἤθους, ἀληθοῦς εὐσέβειας κ.λ.π. καὶ τούτη τὴν παράδοση: τῆς ἐκκλησιαστικῆς  ἀγωγῆς μας. Ἄραγε, πόσο δίκιο ἔχει;  Ἄς  τὸ ἐρευνήσουμε.

Ὅταν ὁ ἱ. Χρυσόστομος ἔγραφε γιὰ τοὺς πρὸς ἐκκλησιασμὸν εἰσερχομένους στὸ ναό,  ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν τὸ πράττουν  «συνηθείας ἕνεκεν καὶ οὐχὶ εὐλαβείας», εἶχε δίκιο. Αὐτὸ ἄλλωστε διαπιστώνουμε καὶ σήμερα. Γιατὶ ἐλαχιστοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ συνειδητοποιοῦν τὸ ποῦ καὶ γιατὶ εἰσέρχονται. Βλέπεις, ὅταν εἰσερχόμενος  μέσα στὸ ναὸ δὲν αἰσθανθεῖς τὸ «θάλπος», ἀλλὰ  πηγαίνεις ἐκεῖ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ  βγεῖς ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση τῆς ὅποιας τελετῆς,  στὴν ὁποία σέ κάλεσαν-ὅπως δηλαδὴ σὲ καλοῦν στὸ τάδε δεῖπνο ἤ στὸ δεῖνα τσάϊ-τότε δὲ ζεῖς τίποτε. Κι αὐτό,  γιατὶ δὲν ἔχεις λάβει ἤ, ἴσως,   δὲν τὸ ἐπιθύμησες ποτέ, ὥστε νὰ  λάβεις γνήσια ἐκκλησιαστικὴ ἀγωγή, ἀνατροφὴ δηλαδή, ποὺ ἀσφαλῶς θὰ λύσει πολλὰ ἐρωτηματικὰ, τὰ ὁποία σωρεύονται μέσα σου.  Μπορεῖ, μάλιστα γιὰ τοῦτο νὰ μὴν εἶσαι ἐσὺ ὑπέυθυνος κι ἄλλοι νὰ συνέβαλλαν  στὴν ἀντιεκκλησιαστική σου ἀγωγή, ὡστόσο, τὰ παραδείγματα γύρω σου, ἀλλὰ καὶ τὸ παραπάνω  ποὺ μᾶς κληροδότησε ἡ ἄχραντη γραφίδα τοῦ Ππδ.,εἶναι δυνατὸ νὰ σὲ διδάξουν. Γιατὶ στὴ ζωή μας ὑπάρχουμε γιὰ νὰ διδασκόμαστε πάντα, νὰ μαθαίνουμε δηλαδή, ἔσι ὤστε νὰ τελειοποιούμεθα. Τὸ εἶπε ἄλλωστε κι ὁ ἀρχαῖος σοφός «Γηράσκω ἀεὶ διδασκόμενος». Ἑπομένως  τὸ νὰ διδαχτεῖς στὶς μέρες μας τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀγωγή, μὲ λίγα λόγια τὸ νὰ προσπαθήσεις νὰ βιώσεις κι ἐσὺ τὸ θάλπος καὶ τὴ στοργὴ ποὺ προσφέρει ἔνας ναός, εἶναι προνόμιο καὶ ἀναζήτηση, κι ὄχι περιττὴ ἐνασχόληση.

Ἄς προσέξουμε καὶ τὸ ἄλλο τώρα. Μὲ πόση προσοχὴ ὁ Παπαδιαμάντης  μᾶς περιγράφει αὐτὰ τὰ εἰσόδια στὸ ναὸ τοῦ Χριστοῦ τῶν ἁπλῶν ἐκείνων καὶ κατὰ κυριολεξία ταλαιπωρημένων ἀνθρώπων. Ξαναδιαβάζουμε, λοιπόν, τὸ κείμενο: «Ὅταν ἔφθασαν… καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των, ὥστε ἂν καὶ ἦσαν κατάκοποι, καὶ ἂν ἐνύσταζόν τινες αὐτῶν, ᾐσθάνθησαν τόσον τὴν χαρὰν τοῦ νὰ ζῶσι καὶ τοῦ νὰ ἔχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσις»

Ὄχι, δὲν εἶναι διόλου ὑπερβολικὰ τὰ ὅσα γράφονται ἐδῶ. Κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ διαπιστώσει ὁ καθένας, ὅταν ζήσει παρόμοιες περιπτώσεις, π. χ. πόσοι καὶ πόσοι τὰ βαθειὰ πρωϊνὰ δὲν ἐπισκέπτονται ἕνα ναὸ στὶς μεγαλες καὶ πολύβουες πολιτεῖες.  Κάθονται, λοιπόν,  ἐκεῖ γιὰ  λίγο, ἀνασαίνουν ἐλπίδα καὶ εὐλογία καὶ ξεκινᾶνε τὴν καθημερινότητά τους. Ἄλλοι πάλι ταλαιπωροῦνται μέσα σὲ δύσβατα μονοπάτια τοῦ Ἁγίου Ὄρους π. χ.,  γιὰ νὰ συναντήσουν τὸν Γέροντα ποὺ θὰ τοὺς ἀναπάυσει, ὅπως ἔτσι γινόταν καὶ παλιότερα, καθὼς διαβαζουμε στὸ Γεροντικό.

Μὲ λίγα λόγια, τὸ θάλπος, ἡ χαρὰ κι ἡ ἀναπαυση ποὺ μᾶς διδάσκει σ᾿ αὐτὸ τὸ ὑπέροχο γραφτό του ὁ Παπαδιαμάντης, ὑπάρχει. Ἀρκεῖ νὰ τὸ ἀναζητήσουμε. Κι οἱ ναοί μας δὲν εἶναι λίγοι, ὅπως ἐπίσης βρίσκονται τόσο σιμά μας.

π. κ. ν. κ.