Στη λαογραφία με τον τίτλο ‘’Σκιάθου Λαϊκός Πολιτισμός’’ του παπα-Γιώργη Ρήγα συναντάμε μια τοπική παραλλαγή του παραμυθιού “Η Κοκκινοσκουφίτσα” που επιγράφεται μάλιστα ως ‘’Η Χαλκοσουφίτσα’’.

Ας πούμε πρώτα όμως δυο λόγια για το πασίγνωστο παραμύθι. Ξεκίνησε ως γραπτό κείμενο τον 17ο αιώνα από τον Περώ (1697). Στην πρώτη εκδοχή του το κορίτσι με το κόκκινο σκουφάκι έχει δυσάρεστο τέλος καθώς ο κακός λύκος την καταβροχθίζει. Ώσπου το 1812 οι αδελφοί Γκριμ έστειλαν για να το σώσει ένας κυνηγός …. Στην εκδοχή των Γκριμ πατάει και η σκιαθίτικη παραλλαγή.

Μόνο που εδώ ο ίδιος ο πατέρας του κοριτσιού είναι ο σωτήρας του και φυσικά η σωτηρία γίνεται στην ακρογιαλιά κι όχι στο δάσος για να δέσει με το νησιώτικο τοπίο. Όσο για το σπανιότατο ‘χαλκοσκουφίτσα’ είναι άγνωστο το πώς προέκυψε. Η αφήγηση του παραμυθιού, εκφράζοντας την εποχή της, μοιάζει λίγο άγρια, σχεδόν χωρίς καλολογικά στοιχεία. Εμπλουτίζεται με λαϊκές λέξεις όπως το ‘’γιουρντάει’’ και το ‘’λάκισε’’. Η γιαγιά αποκαλείται συνήθως ως μανού ή γριά.

Ωστόσο εν προκειμένω, αφαιρέθηκαν για να είναι πιο ευανάγνωστο το παραμύθι, τα στοιχεία της σκιαθίτικης ντοπιολαλιάς που παραθέτει ο Ρήγας στην καταγραφή του. «Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα αντρόγυνο κι είχανε κι ένα κορίτσι που το λέγανε Χαλκοσκουφίτσα. Αυτό το κορίτσι είχε και μια μανού και της πήγαινε κάθε βράδυ φαΐ. Μια μέρα, κει που πήγαινε στη μανού το φαΐ, βρήκε ένα λύκο στο δρόμο. Και τη ρώτησε ο λύκος και της είπε: “Πού πας;” Κι εκείνο είπε: “Πάω στη μανού μου φαΐ”. Κι είπε ο λύκος: “Πού είναι το σπίτι της μανούς σου;” Και λέει το κορίτσι: “Να, αυτό το μικρό σπιτάκι που φαίνεται”. Τρέχει τότες ο λύκος πιο μπροστά και πήγε στη μανού του κοριτσιού. Χτυπάει την πόρτα και φώναξε: “Γιαγιά!” Η μανού θαρρούσε πως ήταν η εγγονή της και του λέει: “Άνοιξε. Το μανταλάκι έχω στην πόρτα”. Άνοιξε ο λύκος, μπήκε μέσα.

Η γριά ήταν πεσμένη και κουκουλωμένη στο στρώμα και λέει στο λύκο: “Άφησε το φαΐ που μου ‘φερες απάνω στο τραπέζι, κι έλα πέσε”. Γιουρντάει ο λύκος και την έφαγε τη γριά και πήγε ύστερα κι έπεσε στο στρώμα της και κουκουλώθηκε. Σε λίγο πήγε και το κορίτσι και βροντούσε. Και λέει από μέσα ο λύκος: “Το μανταλάκι είναι στην πόρτα. Άνοιξε”. Ανοίγει το κορίτσι, του λέει ο λύκος: “Άφησε το φαΐ απάνω στο τραπέζι, κι έλα πέσε”. Άφησε το κορίτσι το φαΐ απάνω στο τραπέζι και πήγε κι έπεσε, θαρρούσε το κακόμοιρο πως ήταν η μανού του στο στρώμα. Κι έλεε’. “Α! μανού, τι μαλλιαρά χέρια έχεις!” Και της λέει ο λύκος: “Για να σ’ αγκαλιάσω”. “Τι μεγάλο στόμα έχεις, μανού!” Κι είπε ο λύκος: “Για να σε φάω!” Και το κατάπιε το κορίτσι.

Περάσανε μέρες, και δε φάνηκε το κορίτσι να γυρίσει στη μάνα του και στον πατέρα του. Σηκώνεται η μάνα του και πήγε στο σπίτι της γριάς και είδε το λύκο. Σαν τον είδε, τρόμαξε, έκλεισε την πόρτα και λάκισε. Πάει στον άντρα της και λέει: “Στο στρώμα της γριάς είναι ένας λύκος και κοιμάται”. Αρματώνεται τότες ο άντρας της και πηγαίνει στο σπίτι της γριάς και βλέπει κι αυτός το λύκο. Τραβάει μια με το όπλο στο κεφάλι του και τον σκοτώνει. Τον σβαρνίσανε ύστερα και τον πήγανε στην ακρογιαλιά. Σκίσανε την κοιλιά του και βγήκαν από μέσα η μανού με το κορίτσι ζωντανοί. Και πετάξανε το λύκο και ζήσανε κείνοι καλά κι εμείς καλύτερα.»

Η αντιγραφή του παραμυθιού έγινε από το βιβλίο: “Μέγα Γ.Α., κατάλογος ελληνικών παραμυθιών-3, Άννα Αγγελοπούλου-Αίγλη Μπρούσκου(1999) Επεξεργασία Παραμυθιακών και παραλλαγών ΑΤ 300-499 , Τεύχος Α’ Κέντρο Νεοελληνικών ερευνών Αθήνα Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου – Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.”