Η αναγγελία του θανάτου του Γιάννη Μιχαηλίδη δίνει την αφορμή για ανάσυρση δράσεων και γεγονότων που αφορούν στο έργο και την ενεργή σχέση του με τον Βόλο. Το κείμενο που ακολουθεί και οι φωτογραφίες δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Εν Βόλω», στο πλαίσιο του αφιερώματος με τίτλο «Πολιτιστική Κληρονομιά», στο τεύχος 37 – 38 (διατίθεται αποκλειστικά από το πωλητήριο στο Μουσείο της Πόλης του Βόλου). Υπενθυμίζεται ότι με αφορμή τη λειτουργία της έκθεσης του Γιάννη Μιχαηλίδη με θέμα «Θεσσαλική Γη» στο Μουσείο Πλινθοκεραμοποιίας Ν. & Σ. Τσαλαπάτα (8 Μαρτίου 2010 έως 30 Μαΐου 2010) πραγματοποιήθηκε ημερίδα με θέμα «Έργο τέχνης – εκθεσιακός χώρος: μια ασύμπτωτη ερωτοτροπία» με ομιλητές τον αρχιτέκτονα Κώστα Αδαμάκη, την κοινωνιολόγο Τέχνης Χρύσα Δραντάκη, τον συντηρητή Γιάννη Παπαϊωάννου, τη δημοσιογράφο Ροσσάνα Πώποτα, τον εικαστικό Κύριλλο Σαρρή, ενώ πραγματοποιήθηκαν ξεναγήσεις και περιηγήσεις …

«Εκ μεσογείας επί θάλατταν»
Πορεία από τον κάμπο προς τον φεγγο-βόλο Παγασητικό
«Δεν υπάρχει αλήθεια στην Τέχνη. Είναι ένα ψέμα και ωραίο ψέμα. Είναι το παραμύθι», ο λόγος ανήκει στον ζωγράφο Γιάννη Μιχαηλίδη, ο οποίος με το ιδιαίτερης γραφής έργο του ενεργοποιεί τον άνθρωπο που ψάχνει κάτω από την επιφάνεια των εικόνων, γιατί ακόμη στην άκρη του βλέμματός του ανασαίνει ένα σποράκι αθωότητας.
Τα έργα της Θεσσαλικής Γης τα παρουσίασε στο παλιό εργοστάσιο Τσαλαπάτα, σήμερα Μουσείο, το οποίο περνώντας σε μία άλλη λογική λειτουργίας φιλοξενεί έργα Τέχνης. Τα περισσότερα απ’ αυτά έχουν προϋπάρξει αρκετά χρόνια πριν την ίδρυση του Μουσείου. Ήρθε όμως το πλήρωμα του χρόνου και βρήκαν την καλή τους ώρα, εδώ, γύρω από το ανενεργό πια καμίνι του εργοστασίου, και τα προσεγγίζεις όχι μόνο για τη ζωγραφική τους αξία, αλλά και μέσα από τη φόρτιση του χώρου και της μνήμης του ζωγράφου σε σχέση με την πατρώα Γη. Αγγίζει ο Γ. Μιχαηλίδης αυτή τη Γη και παίρνει δύναμη όπως ο Ανταίος. Ένας ομφάλιος λώρος τον συνδέει με τη Γη και τη Θάλασσα, που έχουν κολλήσει σα στρείδια στη μέσα – μέσα πλευρά της ενθύμησης και γεννούν εικόνες ζωής, φθοράς, θανάτου.

Τα έργα του ως ζωντανές οντότητες επέβαλαν τον εξαιρετικό εκθεσιακό σχεδιασμό τους. Δε χάθηκαν πάνω στους πλίνθινους τοίχους, αντίθετα, στέκονται απέναντί σου μεγαλόπρεπα, με μια διάθεση διαλόγου κι εύκολα δεν ξεφεύγεις, γιατί δεν είναι έργα μίας και μόνης ματιάς. Αν τα προσπερνάς, τα αδικείς.
Αποτελούν μία θεματική ενότητα μ’ έναν ενιαίο λόγο, όμως «διαβάζονται» και ανεξάρτητα, σε παραπέμπουν δε σ’ αυτό που λένε «συλλογική μνήμη». Έτσι κι αλλιώς η Τέχνη μάς μετακινεί σε εξωσυμβατικές συνθήκες επικοινωνίας με τον δημιουργό και το έργο του, κι όταν ιδιαίτερα αυτός, ως μυθοπλάστης, πλάθει τις εικόνες του « με λογισμό και μ’ όνειρο».

Εν αρχή ην… η γραμμή της ζωής πλασμένη από σημεία – γεγονότα της καθημερινότητας, της Ιστορίας, του Λόγου και μιας αδιόρατης μεταφυσικής διάθεσης, όλα καλά χωνεμένα, που αναπτύσσονται και γίνονται ζωγραφικά σύμβολα.

Ο ζωγράφος σαν γραμμογράφος εγχαράσσει έναν κόσμο από γραμμές που γίνονται και ξεγίνονται πολυμορφικά σώματα, φυσιογνωμίες, κώδικες, κάποια δε απ’ αυτά σε παραπέμπουν στις γραφές της Γραμμικής Α και Β. Έργα γραμμοποίκιλα που θα μπορούσες να τα χαρακτηρίσεις ως εξαιρετικά δείγματα γραφιστικής τέχνης, όμως είναι σπουδαία έργα ζωγραφικής.

Η εικόνα των έργων της Θεσσαλικής Γης ελάχιστα περιγραφική, περισσότερο υπαινικτική, είναι μια εικόνα ονειρικής παραστατικότητας. Η υφή της στηρίζεται στην αφαίρεση, η οποία φέρνει στην επιφάνεια το εύφορο έδαφος της συνείδησης του καλλιτέχνη, που συνέχεια προσθέτει νέους φθόγγους στον λόγο του και στη χρήση του χαρτιού, που το αντιμετωπίζει, όπως οι υδατογράφοι και χαράκτες της Άπω Ανατολής, ως ζώσα ουσία και συν-δημιουργό του. Το υλικό του έχει λόγο και συμπεριφορά, που τα σέβεται απόλυτα.

Γ. Μιχαηλίδη, Οξειδωμένη επιφάνεια. Τίτλοι παιδιών: «Δρόμοι της χαμένης Γης», «Η ξερή επιφάνεια του δάσους» (φωτ. Π. Βασιλείου)

Αυτά τα διαπιστώνεις αρχίζοντας την «ανάγνωση» αυτού του εξαιρετικά δημιουργικού παραμυθιού. Πρό-λογος… η Ψημένη Γη, πυρακτωμένη και απειλητική.
Το χαρτί στέγνωσε κι η γραμμή που φάνηκε, κάπου μέσα στην ψυχή της, κρύβει το χρώμα της λάβας, ενώ στην κοντινή Καμένη Γη οι κάθετες γραμμές, ροές χαρτιού και χρώματος, κρατούν τη Γη δεμένη με γερά νεύρα και δε θα υπήρχε αυτή η Γη αν η στάση του σώματός του δε συναντούσε τη συμπεριφορά του χαρτιού σ’ έναν μυστικό διάλογο.

Πιο κει στη γεωμετρημένη επιφάνεια της Θεσσαλικής Γης Β συναντάς μια εστία φωτιάς, που αναδύεται από το βάθος του χαρτιού κι έχει πυρπολήσει τις πανάρχαιες αρώσεις από τους θεσσαλικούς δίφρους και ίππους, τα άροτρα και τις μηχανές. Ο ορίζοντας έχει πάρει φωτιά από την κάψα του ήλιου, το λίβα, το κάψιμο των καλαμιών και της σοδειάς σε χαλεπούς καιρούς. «Κι αυτός μόνος στην ερημιά του κάμπου» καίει το συναίσθημα, την Ιστορία, τις τεχνικές του. Καλπάζει κι αυτοπυρπολείται.
Η ανάγνωση ρέει…
Στους Αρχαιολογικούς Χώρους προσπαθώντας να βρεις κρυφές διαδρομές του χαρτιού και της χειρονομίας του καλλιτέχνη, χάνεσαι μες στα γεώδη χρώματα και τη δίνη μικρών διασταυρούμενων γραμμών, που κρατούν τον ρυθμό της γραφής.

Μιας γραφής, που εδώ και χρόνια τον αξιώνει να οξειδώνει ακόμη και μια χάρτινη επιφάνεια, ακούς τους ήχους της καθώς φουσκώνει και σκάει για να ξεπηδήσουν από μέσα της ανάγλυφες φωλιές μελισσών και πρασινωπά μονοπάτια μιας χώρας άγνωστης και στους γεωγράφους (Οξειδωμένη Επιφάνεια). Κι όλα αυτά με ταπεινά υλικά που μπορεί να βρει και στο πιο απόμακρο χωριό, γιατί «ο πλούτος αυτού του τόπου είναι τα ταπεινά του πράγματα, ένα φυλλαράκι ας πούμε…». Αυτός είναι ένας σοβαρός λόγος, που όποιος τον εκφράζει με τόση απλότητα, αξίζει να ζωγραφίζει!

Έτσι με χαρτί, νερό και αραιωμένο χρώμα «έκτισε» τις τρεις μέγιστες συνθέσεις που βρίσκονται στο κέντρο του χώρου. Εδώ ο λόγος κορυφώνεται. Μέσα στις πτυχώσεις του το χάρτινο χώμα, στην Ψημένη Γη, κρύβει μια μείζονα χρωματική συμφωνία, ταιριαστή με τη χρωματολογική αντίληψη του ζωγράφου, που είναι μακριά από τα έντονα χρώματα. Αυτή η ξεσκισμένη επιφάνεια βγάζει θλίψη. Μαυρίζει το μάτι και την ψυχή σου. Καμένο το χώμα, πικρό το ψωμί. Ησυχία και ανάπαψη πουθενά στον κόσμο δε βρίσκει η Γη. Συνέχεια κυοφορεί κι όλο δίνει, όπως τα μυστικά ίχνη του ανθρώπου, που κρύβει στα σπλάχνα της κι όταν την ανασκάπτεις, βγαίνουν στο φως. Τομές της Επιστήμης και της Τέχνης. Ανασκάπτεται η Γη, το χαρτί, η αντοχή του.
Όλα έχουν υποστεί τα πάνδεινα για να δημιουργηθούν τα δύο μοναδικά παλίμψηστα (Ανασκαφή Α και Β).
Ο λόγος του έως εδώ πυκνός… επιβλητικός.

Προχωράς και μαντεύεις τον ποταμό με το διάφανο νερό που πρασινίζει. Παίρνεις μια ανάσα. Το βλέμμα γαληνεύει. Ο ζωγράφος ξέρει το χρώμα του θαλασσινού νερού· αυτό του ποταμού είναι μια νέα πρόκληση. Γνωρίζει όμως τον δρόμο. Θωπεύει το βρεγμένο σώμα του χαρτιού. Ιχνηλατεί τα πιο κρυφά του σημεία. Κι εκείνο τον προκαλεί «σ’ ένα δρόμο μακρύ, γεμάτο περιπέτειες, γεμάτο γνώσεις». Πάνω στη νερωμένη Γη το σώμα του δημιουργού μέσα στο σώμα του χαρτιού στα όρια μιας βαθιάς ερωτικής συνεύρεσης. Μια απίστευτη συν-δημιουργία. Μπροστά στο έργο Γη και Ύδωρ νιώθεις πως ο καλλιτέχνης το αγκάλιασε μ’ απλόχωρες χειρονομίες για να είναι όλα απόλυτα εναρμονισμένα: θέμα, βλέμμα, κινήσεις χεριών, στοχασμός, πάθος και… πείσμα. Το λέει η ψυχή του!
Κι από τα ήρεμα νερά του ποταμού στο αστραφτερό γαλάζιο του Παγασητικού, που σε ρουφάει προς τον ζωντανό βυθό. Πορεία προς την κάθαρση. Απογείωση. Όλα ρέουν. Εδώ, ανάλαφρος και διαυγής ο λόγος του, «Αυγή πρωτοανοιξιάτικη στην άπλα της θαλάσσης». Άνθη και μικροσκοπικές ζωούλες δίχως όνομα, διαφανείς, σχεδόν αέρινες εμπλέκονται με τα κάθετα(!) κύματα, που αδελφώνονται με τις κάθετες αυλακιές του κάμπου. Μορφές σπασμένες αρμονικά. Παιχνιδίσματα χρώματος, χαρτιού, χρωστήρα. Υπάρχει ακόμα ζωή εδώ. Δε χάθηκαν όλα. Κάτι έχει μείνει…
Το λάλον Ύδωρ και το Φως. Δίχως φως και νερό τίποτα στη Γη.

Εδώ, η τελεία της ανάγνωσης στο λαμπερό κρύσταλλο και τις θαλασσινές Ροές της
Θεσσαλικής Γης, τα έργα της οποίας έγιναν στο «αλωνάκι» των Άνω Λεχωνίων, γιατί μόνο σ’ αυτά τα χώματα μπορούσαν να γίνουν. Ως «στρουθίον μονάζον», μέσα σε πυκνά φυλλώματα και σκαλωμένα αγιοκλήματα, ο δημιουργός όργωσε, θέρισε, ανάσκαψε, μέσα κι έξω επιφάνειες κι αναμετρήθηκε ισότιμα με τα «αθώα ταπεινά χαρτιά του». Κινήθηκε μ’ ένα παλίνδρομο αερ-όχημα προχωρώντας τη δουλειά του με τη λογική ενός συγγραφέα, που επιστρέφει στα θέματά του, για να τα βελτιώσει στη νέα τους έκδοση.
Ο κάμπος και η θάλασσα έχουν τα όριά τους, όμως η ψυχή-ενθύμηση του Γ. Μιχαηλίδη είναι ατέρμονη. Την ξεκλείδωσε πάλι, αλλά δεν τα έβγαλε όλα στο φως.

Τρώει-τρώει απ’ αυτή, όπως ο πελεκάνος την πλευρά του, για να θρέψει τις εικόνες του, οι οποίες κάτω από την επιφάνειά τους προστατεύουν την ελεύθερη συνείδησή του, την αθέατη όψη της συγκίνησης, το σποράκι της αθωότητας, τη γλύκα της φιλότητας, την πυρπόληση της ύπαρξής του, την έγνοια για τη ζωή που συνεχίζεται…
Γι’ αυτό το κάτι που έχει μείνει…
Τελικά, η ζωγραφική, ψέμα ή παραμύθι, ζει… ως παραμυθία.

*Η Πάτρα Βασιλείου είναι δασκάλα – μουσειοπαιδαγωγός.
Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 6 Μαΐου 2010. Στο ίδιο τεύχος και στο πλαίσιο του ίδιου αφιερώματος δημοσιεύθηκε η ομιλία της Χρύσας Δραντάκη από την εκδήλωση με θέμα «Έργο τέχνης – εκθεσιακός χώρος: μια ασύμπτωτη ερωτοτροπία».

Κεντρική φωτό: Γ. Μιχαηλίδη, Αρχαιολογικός χώρος. Τίτλοι που δόθηκαν από το παιδί Νίκο Καραγκούνη: «Κατακλυσμός», «Φωλιές ψυχών», «Καμένες μέλισσες» (φωτ. Π. Βασιλείου)