«Τὸ βιβλίο ἀποτελεῖ ἕνα νοσταλγικὸ ταξίδι στὸ παρελθόν…»( σ. 10)

Εἰλικρινὰ τὸ λέω. Πρόθεσή μου δὲν εἶναι νὰ κρίνω ἤ νὰ παρουσιασω τὴν ἄψογη νέα μελετη τοῦ φίλου λογίου τῆς γείτονος Σκιαθου κ. Γιώργου Σανιδᾶ. Γιατὶ εἶναι μιὰ ἔκδοση προσεγμένη, ἐπιλεκτική-ὅσον ἀφορᾶ τῆς πηγές- καὶ  γραμμένη μὲ μεράκι:Τὸ γνωστὸ μερακι του Σκιαθίτη συγγραφέα γιὰ τὸν τόπο του, τὴν «πολύκολπον καὶ εὐλίμενον, τὴν δασοστεφῆ, τὴν βοσποριζουσαν, τὴν περικαλλῆ Σκίαθον» ( Βλάσης Γαβριηλίδης), ποὺ διαπιστώνεται  στὰ ὅσα βιβλία κατὰ καιροὺς ἔχει παρουσιασει γιὰ τὴν πατρίδα του. Βιβλία ποὺ ἐξυψώνουν τὸ νησί του, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο, ποὺ δὲν ἀδιαφόρησε γιὰ ἐκεῖνο, τὴν ἱστορία καὶ τοὺς πρὸ αὐτοῦ τιμημένους λογίους του.

Στὸ νέο του, λοιπόν, αὐτὸ βιβλίο ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἀμπελουργία, ποὺ κάποτε ἦταν σὲ ἀκμή, ὅπως καὶ στὴ γείτονα Σκοπελο, πρὶν ἀπὸ ἕνα περίπου αἰῶνα. Μέχρι ποὺ σιγὰ – σιγὰ ἔπαψε νὰ ἔχει τὴν παλαιά της ἐκείνη παραγωγή. Μόνο κάποιοι μερακλῆδες ἰδιῶτες καλλιεργοῦν πιὰ τ’ἀμπέλια καὶ παράγουν, ὄχι πιὰ τὸν ἀλήστου μνημης «Ἀλυπιακὸν οἶνον…ποὺ καταργεῖ ὅλας τὰ λύπας» ( Ἀλ. Παπαδιαμαντης). Καὶ πολὺ σωστὰ ἔπραξε,  νομίζω, ὁ σ. ποὺ μᾶς κέντρισε τὸ ἐνδιαφέρον μέσω τῶν ὅσο παρουσιαζει, ὥστε νὰ δώσουμε κι ἐμεῖς-μαζὶ μὲ τὴν εὐγνωμοσύνη μας-καὶ κάποιες ἄγνωστες μέχρι σήμερα πηγὲς, ποὺ τεκμηριώνουν πλήρως τὰ ὅσα γράφει. Γι’αὐτὸ προεῖπα ὅτι δὲν θὰ κρίνω τὸ βιβλιο, ἀλλὰ θὰ ἐνισχύσω τὸν ἔγγραφο λόγο τοῦ σ. μὲ τὰ παρακάτω ἀνέκδοτα Σκιαθίτικα μνημεῖα λόγου, ποὺ ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τὰ μοναδικά Καὶ τὸ κάνω αὐτό, μήπως καὶ βρεθοῦν  κάποιοι νέοι ἐρευνητές, ὥστε ν’ἁπλώσουν μὲ περισσότερες ἀνέκδοτες πηγές-κέιμενα,  τὸ ἀξιόλογο καὶ τόσο ὑπέροχο αὐτὸ θέμα.

Μιλήσαμε πιὸ πάνω γιὰ τὸν Ἀλυπιακὸ οἶνο, ποὺ ὁ ἴδιος ὁ ἡγούμενος Ἀλύπιος ἱερομόναχος-κατὰ κόσμον Ἀγάλλος Δημητρακη Οἰκονόμου, ἀπὸ ξακουστὴ τοῦ νησιοῦ οἰκογένεια καὶ παρ’ὁλίγον Σκοπελίτης γαμπρός (βλ. Ἀλ. Παπαδιαμάντης, Τὰ Κούτσουρα)-παρασκεύαζε

Παραθέτω, λοιπόν στὴ συνέχεια ἀπόσπασμα ἰδίογραφης ἐπιστολῆς τοῦ παπα-Ἀλυπίου στὸν Ἰω. Κωλέττην, Ὑπουργὸ τότε, τὸν καιρὸ τοῦ Ἀγώνα, ποὺ βρίσκονταν στὴ Σκιαθο, μάλιστα, γραμμένη στὶς 31 Ὀκτωβρίου [1825],  Μεταξὺ τῶν ἄλλων στὴν ἐν λόγω ἐπιστολή τοῦ γραφει καὶ τὰ ἑξῆς: Ἄν εἶναι ὁρισμός Σας νὰ μᾶς στείλετε τὴν ταμεζάνα νὰ τὴν γεμήσωμεν ἀπὸ τὸν ἴδιον οἶνον καὶ νὰ τὴ στείλωμεν. ὁ ἐλάχιστος Ἱερομόναχος Ἀλύπιος  ( εἰκ. 2).

Φυσικὰ στὸν Κωλέττη δὲν θὰ μποροῦσε ὁ Γέροντας νὰ στείλει ἄλλο κρασὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ «μοσχᾶτον τῆς Σκιαθου καὶ μοναδικὸν εἰς τὸ Αἰγαῖον»( Παπαδιαμαντης)

Τώρα κάτι τὸ διαφορετικό. Τὸ μοναστήρι μπορεῖ νὰ εἶχε ἀμπέλια πολλά, ὅμως αὐτὰ χρειάζονταν καλλιέργεια καὶ περισσότερο προσεχτικὸ ξεφύλλισμα καὶ «σπασιμο» τῶν μεγαλων καὶ περιττῶν βλαστῶν. Γι’αὐτὴ τὴν ἐργασία, λοιπόν, χρειάζονταν πρόσωπα ποὺ νὰ ξέρουν τὴ δουλειά. Ἔτσι προσελάμβαναν γυναῖκες,  ποὺ τίς πλήρωνε τὸ μοναστήρι μὲ μεροκάματο.

Ὅπως  μᾶς μαρυρεῖ ἡ  παρακατω ἀνέκδοτη χειρόγραφη ἀπόδειξη:

«εγὀ ἠ Σοφοὺ του Κομνηανή εδού/λεψα εις το μαναστήρι αργολόγι μεροκά/ματα 10:και πήρα δρα/χμας 5:72. Στις 18 Μαίου /1837/δια σοφου κομνηνη. Β( ασίλειος ) Χρίστου»( Εἰκ. 3)

Νομίζω ὅτι ἔδωσα στὸν ἀναγνώστη μου νὰ καταλάβει πὼς ἡ συγγραφὴ καὶ ἡ κυκλοφορία ἑνὸς βιβλιου δὲν εἶναι μόνο νὰ ταμιεύουμε γνωσεις, ἀλλὰ καὶ νὰ προχωρᾶμε πιὸ παρακάτω-ἄν, φυσικά-τὸ θέλουμε. Κι εὐτυχῶς τὸ νέο βιβλιο τοῦ κ. Γ. Σανιδᾶ μᾶς χαρίζει μιὰ τέτοια εὐκαιρία, γι’αὐτὸ καὶ εἶναι χρήσιμο γιὰ κάθε συνειδητὸ ἐρευνητή τῆς τοπικῆς ἱστορίας.

π. κ. ν. κ