Αύξηση 244% μέσα σε ένα χρόνο καταγράφεται στα περιστατικά βίας στη Μαγνησία, σύμφωνα με τα στοιχεία της Αστυνομικής Διεύθυνσης Μαγνησίας και το γραφείο ενδοικογενειακής βίας. Στα στατιστικά στοιχεία του 2021 (Ιανουάριος -Σεπτέμβριος )  φαίνεται πως 12 παιδιά –αγόρια και κορίτσια- ηλικίας από ενός έως 13 ετών έχουν  υποστεί μορφές βίας μέσα στο σπίτι .

Σημειώνεται ότι περιστατικά βίας που ποτέ δεν φτάνουν στην αστυνομία, στην πόρτα της εισαγγελίας ή στην διαμεσολάβηση για ψυχιατρική παρακολούθηση είναι 8 φορές περισσότερα από τις επίσημες καταγραφές. Είναι ένας αριθμός που κρύβεται στο σκοτάδι κάθε σπιτιού και κανείς δεν ενημερώνεται για τις συνθήκες που επικρατούν πίσω από τις κλειστές πόρτες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, κάθε μήνα την πόρτα της αστυνομίας περνούσαν μέχρι το 2019 στον Νομό της Μαγνησίας τρεις με τέσσερις γυναίκες. Το 2021 ο αριθμός ανέβηκε στις 7-8 και περνούν την πόρτα συνήθως με τα παιδιά τους αγκαλιά. Την ίδια πόρτα πέρασαν και μητέρες που ανελέητα χτυπήθηκαν από τα ίδια τα παιδιά τους.

Το πρώτο 9μηνο του 2020 τα περιστατικά ήταν 38 και το πρώτο 9μηνο του 2021 τα περιστατικά είναι 93. Θύτες στα 93 περιστατικά ηταν 5 γυναίκες, ενώ το 2020 ηταν 15. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις ήταν τα θύματα και 48 άντρες κακοποιητές ήταν ηλικίας από 35 εως 60 ετών. Από τις περιπτώσεις κακοποιήσεων το 2020 θύματα ήταν 25 γυναίκες και οι άντρες 13. Το 2021 οι άντρες θύματα ηταν 21 (καυγάδες με συζύγους αλλά και παιδιά) και οι γυναίκες 72. Συνολικά 60 γυναίκες κακοποιήθηκαν το 2021 στις ηλικίες 29 εως 72 ετών.

Ως προς το μορφωτικό επίπεδο του άνδρα-θύτη: Το 40% έχει πανεπιστημιακή εκπαίδευση και το 40,7% υποχρεωτική εκπαίδευση.

Για να φτάσει μια γυναίκα στο αστυνομικό τμήμα και να καταγγείλει το γεγονός έχει υποστεί προηγουμένως 35 επεισόδια βίας, σύμφωνα με τα στατιστικά.
Η πλειονότητα των γυναικών που αποφασίζουν να ζητήσουν βοήθεια ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα των 40 έως 55 ετών. Είναι παρήγορο ότι τα στοιχεία καταγράφουν και μικρότερες ηλικίες, γεγονός που δείχνει ότι νέες γυναίκες κάτω των 35 αποφασίζουν να βάλουν τέλος στην ανοχή.
Οι γυναίκες που αποφασίζουν να προχωρήσουν σε καταγγελίες έχουν υποστεί όλες τις μορφές βίας. Το 75% περίπου έχει υποστεί σωματική και ψυχολογική βία, ενώ στα υπόλοιπα ποσοστά περιλαμβάνεται και η σεξουαλική.

Οι συνέπειες
Οι στατιστικές προκαλούν τη φρίκη γιατί αναφέρονται σε ανθρώπινες τραγωδίες πίσω από τις οποίες κρύβεται μια τραγική πραγματικότητα. Αυτές της λεκτικής βίας, της απειλής, της χειροδικίας, του ξυλοδαρμού, του βιασμού.
Αυτή δεν είναι η μόνη παράμετρος καταγραφής των κρουσμάτων τυφλής βίας μέσα στο σπίτι, υπάρχουν και οι άλλες. Οπως οι συνέπειες που αφορούν στον κλονισμένο ψυχικό κόσμο των παιδιών των οικογενειών, στις οποίες η βία αποτελεί στοιχείο της καθημερινότητας, ενώ συνήθης είναι και η εγκληματική συμπεριφορά που έχει ως αφετηρία τη βία. Στα στατιστικά στοιχεία του 2021 φαίνεται πως 12 παιδιά –αγόρια και κορίτσια- ηλικίας από ενός έως 13 ετών έχουν υποστεί βια μέσα στο σπίτι .

Δύο επίσημα περιστατικά τον μήνα καταγράφονται στην Μαγνησία για ηλεκτρονική βία. Γυναίκες, δέχονται απειλές και παρενόχληση ηλεκτρονικά. Σε αυτό το νέο αχαρτογράφητο περιβάλλον τα περιστατικά παρενόχλησης και απειλών είναι 20 φορές περισσότερα από εκείνα που καταγγέλλονται. Και δεν καταγγέλλονται γιατί το θύμα αισθάνεται πως δεν κινδυνεύει άμεσα.
Κυβερνο-εκφοβισμός, απειλές σεξουαλικής βίας και «χυδαία σχόλια» που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι το νέο περιβάλλον.
Η βία κατά των γυναικών και των κοριτσιών δεν πρέπει ωστόσο να διαχωρίζεται από τη βία εκτός της σύνδεσης στο διαδίκτυο.

Εβίτα Γκάγκα: Η καραντίνα «ξύπνησε» την αντίδραση στην κακοποίηση

Λεκτική και σωματική βία, σεξουαλική παρενόχληση, εξαναγκασμός σε σεξουαλική πράξη, οικονομική εξάρτηση από τον σύζυγο, ενδοοικογενειακή βία. Εγκλήματα της διπλανής πόρτας που πλέον κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι «αόρατα». Οι γυναίκες που πέφτουν θύματα κακοποίησης είναι δίπλα μας, στο οικογενειακό περιβάλλον, στο χώρο δουλειάς, στις παρέες μας. Τα σημάδια βίας είναι ορατά για πλέον οι ίδιες ξέρουν πως δεν είναι μόνες. Γι΄αυτό και τολμούν να μιλήσουν πιο εύκολα απ’ ότι στο παρελθόν.

Η ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια Εβίτα Γκάγκα επισημαίνει ότι όλο και περισσότερες γυναίκες επιλέγουν να κινητοποιηθούν όταν διαπιστώσουν ακόμη και τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια κακοποιητικής συμπεριφοράς, ζητώντας αρχικά συμβουλευτική υποστήριξη. Η απόφαση, όμως, να απομακρυνθούν από τον κακοποιητικό σύζυγο ή σύντροφο, δεν είναι εύκολη. Ο φόβος και οι σκέψεις για το τι θα ακολουθήσει, κρατούν τις γυναίκες σε ομηρία. «Πρόκειται για σύνθετες και περίπλοκες καταστάσεις, οι οποίες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγάλη προσοχή απ’ όλους», λέει η κ. Γκάγκα, που κατά τη διάρκεια της καραντίνας χρειάστηκε να χειριστεί αρκετές τέτοιες υποθέσεις μέσα από διαδικτυακές συναντήσεις.

Γυναίκες – θύματα λεκτικής ή σωματικής βίας, που αναγκάστηκαν να συμβιώσουν με τον θύτη τους κάτω από την ίδια στέγη για 24 ώρες το 24ωρο, αποφάσισαν να ζητήσουν βοήθεια, αψηφώντας τον κίνδυνο να αποκαλυφθούν. Μέσα από διακεκομμένες συνεδρίες, ακόμη και με μηνύματα, προσπάθησαν να μιλήσουν για όσα περνούσαν μέσα στο σπίτι τους. Πρόκειται, σύμφωνα με την κ. Γκάγκα, για γυναίκες που είτε δεν είχαν αξιολογήσει το πρόβλημα και διαπίστωσαν το μέγεθός του στη διάρκεια του lockdown, είτε δεν είχαν το υποστηρικτικό περιβάλλον για να το αντιμετωπίσουν νωρίτερα, με αποτέλεσμα να απομονωθούν κοινωνικά και να αποφασίσουν, κάτω από αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες, να κινητοποιηθούν.

Κάποιες από τις κακοποιημένες γυναίκες, ωστόσο, αποδεικνύεται ότι δεν είναι σε θέση να πάρουν μόνες τους αυτή την απόφαση. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις γυναικών που απευθύνθηκαν στην κ. Γκάγκα κατόπιν παρότρυνσης των ίδιων των παιδιών τους. Δυο κόρες, η μία στην εφηβεία και η άλλη λίγο μεγαλύτερη, παρακίνησαν τις μητέρες τους να ζητήσουν συμβουλευτική υποστήριξη για το πως θα αντιδράσουν απέναντι στον κακοποιητικό σύζυγο και αν πρέπει να παραμείνουν ή όχι στο γάμο.

Σύμφωνα με την Εβίτα Γκάγκα, μια συχνή μορφή βίας στην οποία δεν έχει δοθεί η σημασία που θα έπρεπε, αποτελεί η οικονομική εξάρτηση της γυναίκας από τον σύζυγό της, στις περιπτώσεις που δεν είναι δική της επιλογή να μην εργάζεται. Η μορφή αυτή βίας συνοδεύεται τις περισσότερες φορές και από λεκτική βία και κρατάει δέσμια τη γυναίκα που αναγκάζεται να αναπτύξει τεχνικές επιβίωσης μέσα στην ίδια τη σχέση.

Το άγριο φονικό της Μακρινίτσας και οι αποκαλύψεις για τις απειλές και τα προειδοποιητικά μηνύματα του δράστη, που όμως δεν στάθηκαν ικανά να αποτρέψουν την τραγωδία, θορύβησαν τις γυναίκες που ζουν παρόμοιες καταστάσεις. Επίσης, οι γυναικοκτονίες των τελευταίων μηνών, αλλά και το κίνημα metoo, έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα στο ζήτημα της βίας κατά των γυναικών. «Κάτι αρχίζει να αλλάζει σιγά-σιγά. Οι γυναίκες σπάνε τη σιωπή τους, ξεπερνούν τον φόβο ή την ντροπή και αντιμετωπίζουν το πρόβλημα με μεγαλύτερο θάρρος και αποφασιστικότητα», λέει η ψυχολόγος Εβίτα Γκάγκα, στέλνοντας το μήνυμα πως καμία γυναίκα που υφίσταται βία δεν είναι μόνη, διότι η βία κατά των γυναικών είναι μια υπόθεση που μας αφορά όλους ανεξαιρέτως.

Βέρα Ζαμαρία -Ψυχολόγος στο ΚΕΘΕΑ ΠΙΛΟΤΟΣ 

Η έρευνα και η κλινική εμπειρία επιβεβαιώνουν τη  σύνδεση της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών στον πληθυσμό και των εμπειριών έκθεσης σε βία. Οι κλινικοί αναγνωρίζουν συνεχώς περισσότερο ότι πολλές, αν όχι οι περισσότερες, εξαρτημένες από ουσίες-κυρίως γυναίκες -κουβαλούν το βαρύ φορτίο παιδικών τραυματικών βιωμάτων, πολύ συχνά παιδική σεξουαλική κακοποίηση. Στην περίπτωση αυτή η χρήση ουσιών ερμηνεύεται ως «στρατηγική επιβίωσης» προκειμένου να αντέξουν τις έντονα τραυματικές τους εμπειρίες. Συχνά, οι γυναίκες αυτές που έχουν κακοποιηθεί στην παιδική ηλικία, βιώνουν επιπρόσθετες τραυματικές εμπειρίες ως χρήστριες στην ενήλικη ζωή τους. Ένα αγόρι που είναι στις ουσίες θα εκδηλώσει βία στην οικογένεια και κυρίως στα αδύναμα μέλη εφόσον μεγάλωσε με τα πατριαρχικά πρότυπα και γνωρίζει πως η βία στο σπίτι είναι ανεκτή.

Η συζήτηση με την ψυχολόγο του ΚΕΘΕΑ ΠΙΛΟΤΟΣ κ. Βέρα Ζαμαρία επιχειρεί να διερευνήσει την αλληλεπίδραση τους, να θέσει σκέψεις, ερωτήσεις, προβληματισμούς, να αποκαλύψει αθέατες πλευρές της εξάρτησης με την εκδήλωση κακοποιητικών συμπεριφορών.

«Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι . Ενας άνθρωπος που βρίσκεται στην εξάρτηση μπορεί να είναι απομονωμένος , να αισθάνεται ντροπή, να κρύβεται, να μην εκδηλώνεται ποτέ . Εχει μεγάλη σημασία το περιβάλλον που έχει μεγαλώσει», λέει η ίδια.

Οι σχέσεις των εξαρτημένων χαρακτηρίζονται  από απουσία υποστηρικτικού περιβάλλοντος, μικρότερη συνοχή, μεγαλύτερο βαθμό συγκρούσεων και ελέγχου. Το παιδί της οικογένειας αντί να εκφράσει ανοιχτά τον θυμό του, τον εκφράζει έμμεσα με τις πράξεις του κάνοντας συχνά χρήση.

«Ένας κακοποιητής που βρίσκεται στις ουσίες κάνει αναπαράσταση και προβολή του περιβάλλοντος που μεγάλωσε. Ένα παιδί που έχει μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον σεβασμού θα εκδηλώσει μέσα στο σπίτι αλλιώς τον θυμό του αλλά θα τον εκδηλώσει γιατί σημασία έχει η νέα του προτεραιότητα και η μοναδική που είναι η κάλυψη της εξάρτησής του. Μπορεί να κάνει κακό στον εαυτό του.  Μέσα στην εξάρτηση υπάρχει έτσι κι αλλιώς βία που αποδομεί τον χαρακτήρα και αυτή τη βία την συναντά ο χρήστης και στην καθημερινή του ζωή, στον έξω κόσμο. Η κακοποίηση όμως μέσα στο σπίτι δεν ταυτίζεται με τις ουσίες. Μπορεί να συμβεί, μπορεί και όχι. Τα στερεότυπα καθορίζουν χαρακτήρες και εάν μπορούμε να μιλήσουμε για κακοποιητικές συμπεριφορές , η λεκτική βία είναι κυρίαρχη. Οι γονείς βέβαια δυσκολεύονται να κάνουν τη σύνδεση των δικών τους συμπεριφορών με του παιδιού τους”

 

πηγή:gegonota.news