SKIATHOS Ο καιρός σήμερα

21 Μαρτίου Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης – Μαρία Πολυδούρη | γράφει η Στέλλα Λεοντιάδου

2024-03-21 15:30:15
21 Μαρτίου Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης – Μαρία Πολυδούρη | γράφει η Στέλλα Λεοντιάδου

Η 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε ως η Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης από την Εκπαιδευτική Επιστημονική και Πολιτιστική Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών το 1999

Το αφιέρωμα είναι για την Μαρία Πολυδούρη, νεορομαντική ποιήτρια (1902-1930)

Ήταν μία από τις σημαντικότερες νεορομαντικές ποιήτριες του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Καλαμάτα, κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με φεμινιστικές ανησυχίες που μεταλαμπαδεύτηκαν και στην κόρη της.

Γράφει το πρώτο της ποίημα, το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας»,σε ηλικία 14 ετών. Σε ηλικία 16 ετών διορίζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας, ενώ την ίδια εποχή εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920 χάνει τον πατέρα και τη μητέρα της.

Το 1921 μετατίθεται στη Νομαρχία Αθηνών και εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τον Απρίλιο του 1922 γνωρίζεται με τον συνάδελφο, επίσης ποιητή, Κώστα Καρυωτάκη τον οποίο θαυμάζει και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ένας δυνατός έρωτας, που θα διαρκέσει λίγο, αλλά θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή και το έργο της. Λίγο καιρό αργότερα εκείνος μαθαίνει ότι πάσχει από σύφιλη, αρρώστια ανίατη τότε, της το εξομολογείται και της ζητά να χωρίσουν. Εκείνη του προτείνει να παντρευτούν και να μην κάνουν παιδιά, ο Καρυωτάκης αρνείται, και έπειτα από δική του απόφαση χωρίζουν, αλλά ο έρωτάς τους σιγοκαίει, μέχρι που η σχέση τους φτάνει σε αδιέξοδο.

Μετά από τον χωρισμό τους, ο Κώστας Καρυωτάκης προσπαθεί μάταια να διαχειριστεί την ασθένειά του.

Το 1928 η Πολυδούρη αρρωσταίνει με αδενοπάθεια, ένα βήμα πριν από τη φυματίωση. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς ο Κώστας Καρυωτάκης αυτοκτονεί στην Πρέβεζα.

Η πένα της λυρική, ευαίσθητη, συναισθηματική, ερωτική αλλά και στοχαστική, συχνά θλιμμένη καθώς μέσα από τους στίχους της αναπολεί το φλογερό έρωτα για τη ζωή και τον αγαπημένο της, τις φίλες της, αλλά και το θάνατο που της στέρησε την παρουσία του αγαπημένου της Καρυωτάκη.

Ήταν δυναμική, τολμηρή και φεμινίστρια. Έτσι, εκφράσθηκε όπως ακριβώς ένιωθε, προτάσσοντας την αλήθεια των συναισθημάτων της απέναντι στο συντηρητισμό της εποχής, αποτυπώνοντας τη μελωδία της αγάπης σε στίχους, που έμειναν για να θυμίζουν την ορμή του έρωτα, τη θύελλα στις καρδιές, το αναψοκοκκίνισμα στα μάγουλα. Ζωγράφισε με στίχους στο χαρτί τον παλμό της σκέψης της, τη φωτιά που εκείνος άναψε στο μυαλό της και τις φλογισμένες εμπνεύσεις που ξεπήδησαν απ’ την καρδιά και την ψυχή της. Αποτύπωσε την ύπαρξη, τον έρωτα, τη θλίψη, το θάνατο, δίνοντας συγκινησιακό παλμό και λυρική πνοή στο άψυχο χαρτί…

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες

στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.
.

Είχε προβλέψει τον θάνατό της και έγραψε το ποίημα “Σαν πεθάνω”.

«Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη,
όταν αντικρύ θανοίγη μέσ’ στη γάστρα μου δειλά
ένα ρόδο – μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη
και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους σιωπηλά.

Ποιήματά της έχουν μελοποιήσει πολλοί έλληνες συνθέτες.

Ο πόθος της ζωής

Εἶνε ὁ πόθος μου τέτιος, ἀγέρα
σὰν τὸν ἄγριο θυμό σου
ποὺ στὶς πλούσιες κοιλάδες σφυρίζει.
Εἶνε ἀνήμερος, ἄγρια φοβέρα,
πλούσιοι οἱ τόποι βαθιά μου
καὶ σὰ χάρος σκληρὸς τοὺς θερίζει.

Κάθε ἐλπίδα, κάθε ὄνειρο νέο
τὸ χαϊδεύει σὰν αὔρα
ζωοδότρα στὰ ἐαρινὰ φύτρα.
Κι᾿ ἂν αὐξάνη καὶ γίνεται ὡραῖο,
εἶνε ἡ γόνιμη ὁρμή του

ποὺ θὰ γίνῃ ἡ σκληρὴ καταλύτρα.

Στη φίλη μου

Ὅλα τὰ ἄνθη τ᾿ ἀγαπῶ
μεθῶ στὸ ἄρωμά των
τὸ βλέμμα νὰ βυθίζεται
ποθῶ στὰ χρώματά των.
Ὑπάρχει ὅμως ἓν λεπτὸν
πολὺ εὐῶδες ἄνθος
ποὺ δὲν μαραίνεται ποτὲ
καὶ τ᾿ ἀγαπῶ μὲ πάθος.
Αὐτὸ δὲ θάλλει στοὺς ἀγροὺς
στοὺς κήπους δὲν ὑπάρχει
καὶ τὰ ἁβρά του πέταλα
ὁ ἥλιος δὲν θάλπει.
Ἔδαφος ἔχει δι᾿ αὐτὸ ἡ τρυφερὰ καρδία
μὲ θέρμη ἀπαράμιλλον καὶ λέγεται Φιλία!

Μόνο γιατί μ’αγάπησες

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

Σαν πεθάνω”

«Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη,
όταν αντικρύ θανοίγη μέσ’ στη γάστρα μου δειλά
ένα ρόδο – μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη
και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους σιωπηλά.

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα θλιβερή σαν την ζωή μου,
που η δροσιά της, κόμποι δάκρι θα κυλάη πονετικό
στο άγιο χώμα που με ρόδα θα στολίζη τη γιορτή μου,
στο άγιο χώμα που θα μου είνε κρεβατάκι νεκρικό.

Όσα αγάπησα στα χρόνια της ζωής μου θα σκορπίσουν
και θαφανιστούν μακριά μου, σύννεφα καλοκαιριού.
Όσα μ’ αγάπησαν μόνο θάρθουν να με χαιρετίσουν
και χλωμά θα με φιλάνε σαν αχτίδες φεγγαριού.

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη.
Η στερνή πνοή μου θάρθη να στο πη και τότε πια,
όση σου απομένει αγάπη, θάναι σα θαμπό καντύλι
– φτωχή θύμηση στου τάφου μου την απολησμονιά».