Σαν απόψε τα μεσάνυχτα, της 2ας προς 3η Ιανουαρίου του 1911, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ψάλλοντας ψιθυριστά “την χείραν σου την αψαμένην” από το Ιδιόμελον, την ώρα την Ενάτη, των Θεοφανίων, πνέει τα λοίσθια. Κατά τη ληξιαρχική πράξη του θανάτου του, πεθαίνει “την δευτέραν του μηνός Ιανουαρίου του έτους 1911 ημέραν Κυριακήν και ώραν 11πμ, ένεκα ιμφλουέτζας (πνευμονίας).” Τι ειρωνεία: κατά την παραμονή του θανάτου του αναγγέλθηκε η παρασημοφορία του με τον Αργυρό Σταυρό του Σωτήρος, ενώ κανείς δε συγκινήθηκε να τρέξει για να θεραπευτεί. Στις 3 Ιανουαρίου κηδεύεται. Ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Α. Ρήγας, εκφωνεί τον επικήδειο ανάμεσα σε λίγους συγγενείς και φίλους. Κηδεύεται εκειδά, “εις την ωραία εξοχή, την παντοτινή άνοιξη” του Κοιμητηρίου της Σκιάθου “εις τα κλίτη του οποίου εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα, του θανάτου λάφυρα…” Αιωνία του η μνήμη!

”Ὕστερον, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἔγινεν ἄφαντος καὶ δὲν τὸν εἶδε πλέον κανείς. Ζῇ, ἀπέθανε, περιπλανᾶται εἰς ἄλλα μέρη, ἀνεκλήθη ἀπὸ τῆς ἐξορίας, ἐπανέκαμψεν εἰς τὸν τόπον του; Κανεὶς δὲν ἠξεύρει… (”Ο ξεπεσμένος δερβίσης”) Στη φωτογραφία ο Βασίλης Διαμαντόπουλος στην τηλεταινία: Καλή σου Νύχτα κυρ Αλέξανδρε … ”Κ’ ἐπάνω εἰς τὴν χιόνα ἔπεσε χιών. Καὶ ἡ χιὼν ἐστοιβάχθη, ἐσωρεύθη δύο πιθαμάς, ἐκορυφώθη. Καὶ ἡ χιὼν ἔγινε σινδών, σάβανον”.

(‘’Έρωτας στα χιόνια’’) Και λίγοι στίχοι ως ία ή ίτσια… Δύο προς τρεις Ιανουαρίου 1911.. “Δύο, τρεῖς, πέντε, δέκα σταλαγμοί.” “η νυξ εκείνη είχε πέσει εις τον λαχνόν, ήτο πεπρωμένη νυξ.” έφυγε αθόρυβα όπως έζησε “ξένος του κόσμου και της σαρκός” ψάλλοντας το Ιδιόμελον των Θεοφανείων “την χείρα σου την αψαμένην…” ‘Νάϊ, νάϊ, γλυκύ.” “Άι ντον΄τ κέαρ, εμορμύρισεν” όπως ο Άμερικάνος’ κι η θάλασσα… “το αυτό χώμα θα σκεπάση τους σοφούς και τους αμαθείς. η αυτή φωτιά θα καύση τους πλούσιους και τους φτωχούς, τους ισχυρούς και τους αδυνάτους” “Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ.” ‘ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει” πέθανε -πού αλλού;- στο νησί του σαν το ‘φτωχό άγιο’ “κι ύστερα πώς να μη μοσχοβολά το χώμα”