Ξανθή Προεστάκη: Η κληρονομιά του Βυζαντίου σε ναούς και μονές της Σκοπέλου

Υπογράφει βιβλίο 300 σελίδων για τις ανεκτίμητες τοιχογραφίες στο νησί, σε προσεγμένη έκδοση του Δήμου Σκοπέλου

Το νέο βιβλίο της βυζαντινολόγου και ιστορικού Τέχνης, Ξανθής Προεστάκη, που τιτλοφορείται «Η μεταβυζαντινή εντοίχια ζωγραφική στη Σκόπελο από το 1453 μέχρι τα νεότερα χρόνια» και εκδόθηκε από τον Δήμο Σκοπέλου, αναδεικνύει την ανεκτίμητη κληρονομιά των αγιογράφων που βρέθηκαν στη Σκόπελο από τον 16ο μέχρι τον 18ο αιώνα. Η συγγραφέας ερεύνησετην αγιογραφική παραγωγή στους μεταβυζαντινούς χρόνους και η καταγραφή των σωζόμενων τοιχογραφιών στους ναούς της Σκοπέλου, επιβεβαιώνει την εξέχουσα θέση της ως πνευματικό κέντρο και την καλλιτεχνική άνθηση που γνώρισε στο παρελθόν.

Η κ. Ξανθή Προεστάκη αναλύει τις εικονογραφικές συνθέσεις στους ναούς του Αγίου Αθανασίου στο Κάστρο, του Αγίου Δημητρίου στον Χριστό και των Αγίων Αποστόλων στον Βράχο, που χρονολογούνται στον 17ο αιώνα, ενώ παράλληλα παρουσιάζει τα σπαράγματα τοιχογραφιών που έχουν απομείνει στους ναούς Αγίου Γεωργίου της Κυρατσώς, Αγίου Μιχαήλ Συνάδων, Παναγίας Παπαμελετίου, Γεννήσεως του Χριστού και του Ευαγγελισμού στο Κάστρο, καθώς και στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Το βιβλίο, που φτάνει τις 300 σελίδες, μυεί τον αναγνώστη στην ιστορία του νησιού, το οποίο φημίζεται για το θρησκευτικό αίσθημα των κατοίκων του. Όμως, την ίδια στιγμή αποτελεί μια ιστόρηση της διαδρομής της Σκοπέλου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, με την καθηγήτρια του Τμήματος Ευρωπαϊκού Πολιτισμού στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (διδάσκει βυζαντινό πολιτισμό) να κάνει εξαιρετική δουλειά στην ανάδειξη των μεταβυζαντινών μνημείων που μπορεί κάποιος να συναντήσει σ’ ετούτη τη γωνιά των Βορείων Σποράδων.

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο SkiathosLife.gr, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου, η κ. Προεστάκη μίλησε για τη μελέτη που ολοκλήρωσε και αφορά την εντοίχια ζωγραφική στη Σκόπελο από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830. Εξηγώντας τους λόγους που την ώθησαν να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο θέμα, τόνισε ότι «το βιβλίο προέκυψε από την αγάπη της για τη Σκόπελο», ενώ έπειτα αναφέρθηκε στο… «μικρόβιο» της βυζαντινής αρχαιολογίας και τέχνης: «Επισκεπτόμουν πολλά χρόνια το νησί και σε συνδυασμό με το γεγονός πως αγαπώ τη βυζαντινή αρχαιολογία, ανακάλυψα αυτές τις καταπληκτικές τοιχογραφίες και τους ναούς… Μπαίνοντας στα εκκλησάκια αντιλήφθηκα ότι τοποθετούνται γύρω στο 1600, μια περίοδο άνθησης της Σκοπέλου, πνευματικής και οικονομικής. Αυτό έφερε και ανάπτυξη των τεχνών, γιατί κλήθηκαν στο νησί καλλιτέχνες από το Άγιος Όρος και την Κρήτη, που ήταν σπουδαία κέντρα του Ελληνισμού την εποχή εκείνη».

Η έκδοση έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στη βιβλιογραφία, με την κ. Προεστάκη να λέει: «Παλιότερα, ο Αδαμάντιος Σάμψων είχε κυκλοφορήσει ένα βιβλίο για τους βυζαντινούς ναούς και μονές (σ.σ. πρόκειται για το έργο «Ναοί και μοναί εις την νήσον Σκόπελον» που γράφτηκε το 1974 από τον διακεκριμένο αρχαιολόγο, ενώ είχε προηγηθεί η δημοσίευση με τίτλο «Σποράδες, Σκόπελος» του Π. Λαζαρίδη στο Αρχαιολογικό Δελτίο του 1964), αλλά πρόκειται για παλιά έκδοση που δεν κυκλοφορεί πια. Στην ουσία μιλάμε για υλικό άγνωστο, τόσο για τον ερευνητικό κόσμο, όσο και για τους ίδιους τους Σκοπελίτες. Αν και συναντούμε σημαντικά έργα στο νησί, αρκετός κόσμος αγνοεί την ύπαρξη αυτών των τοιχογραφιών. Με ρωτάνε συχνά: «Υπάρχουν αυτά τα πράγματα στη Σκόπελο;». Και όμως, ναι… Όπως, επίσης, είναι αξιοσημείωτο ότι μιλάμε για ναούς μέσα στο Κάστρο, την πιο σημαντική συνοικία της πόλης. Αυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο. Γιατί συνήθως επί Τουρκοκρατίας, οι τοιχογραφίες βρίσκονται σε πολύ απόμερα μέρη, όπου δεν τα πιάνει το μάτι του Τούρκου ή σε μοναστηριακά συγκροτήματα, όπως είναι τα Μετέωρα, και ο Άθως, τα οποία απολαμβάνουν ειδικά προνόμια από τους Οθωμανούς. Αυτό βέβαια εξηγείται, γιατί στην πραγματικότητα δεν κατοίκησαν Τούρκοι στη Σκόπελο, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις. Οι κάτοικοι κατάφεραν και κράτησαν τα προνόμια και το διοικητικό καθεστώς που είχαν επί Ενετοκρατίας. Τα διατήρησαν και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας».

Η καλλιτεχνική συγγένεια με το Άγιο Όρος

Το κυριότερο μέρος της έρευνας, που χωρίζεται σε εννέα ενότητες, αφορά τις τοιχογραφίες που κοσμούν τους ναούς των Αγίου Αθανασίου στο Κάστρο, Αγίου Δημητρίου στη συνοικία του Χριστού και Αγίων Αποστόλων στον Βράχο. «Αυτοί είναι οι τρεις ναοί, στους οποίους σώζεται ένα αρκετά μεγάλο μέρος της τοιχογράφησης και γύρω από αυτούς κινείται ο κύριος άξονας της μελέτης και της έρευνας. Στις υπόλοιπες εκκλησίες, που συμπεριέλαβα, οι τοιχογραφίες είναι αρκετά κατεστραμμένες», εξήγησε η κ. Προεστάκη και πρόσθεσε: «Στον Άγιο Αθανάσιο, η ανωδομή του ναού δεν σώζεται. Στο παρελθόν είχε καταπέσει η στέγη – η Αρχαιολογική Υπηρεσία προχώρησε σε εργασίες αποκατάστασης στα μέσα της δεκαετίας του 1960 – και οι τοιχογραφίες της ανωδομής δεν σώζονται. Στον συγκεκριμένο ναό, μάλιστα, θα ήταν καλό να γίνουν και κάποιοι καθαρισμοί, γιατί μεταγενέστερα μπήκαν μέσα ζωγράφοι κι έχουν αλλοιώσει κάποιες τοιχογραφίες. Αν καθαριζόντουσαν, θα βλέπαμε τι υπάρχει από κάτω. Αυτό είναι κάτι που αναφέρω στο βιβλίο. Στον Άγιο Δημήτριο, επίσης δεν σώζονται οι τοιχογραφίες της ανωδομίας, παρά μόνο του βόρειου, του νότιου και του δυτικού τοίχου και κάποιες στο ιερό. Το ίδιο συμβαίνει και στους Άγιους Αποστόλους, που σώζονται τοιχογραφίες μόνο στους πλάγιους τοίχους και πολύ λίγες στο ιερό. Και στον Άγιο Γεώργιο της Κυρατσώς, εκεί οι τοιχογραφίες είναι απολεπισμένες. Ελάχιστα πράγματα βλέπεις. Έχουν καταστραφεί οι ζωγραφικές στρώσεις».

Συνεχίζοντας, έκανε λόγο για το ύφος και τον χαρακτήρα των καλλιτεχνών που δραστηριοποιήθηκαν στη Σκόπελο πριν από τέσσερις περίπου αιώνες: «Παρότι δεν υπάρχουν υπογραφές, μέσα από τη συγκριτική μελέτη που έκανα, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι σε τρεις ναούς, τον Αγ. Δημήτριο, τον Αγ. Αθανάσιο και τον Αγ. Γεώργιο της Κυρατσώς, πρέπει να είναι ο ίδιος ζωγράφος, ο οποίος βρέθηκε στη Σκόπελο από το Άγιο Όρος και λεγόταν Δανιήλ. Επρόκειτο για σημαντικό ζωγράφο, τον οποίον κάλεσαν οι Σκοπελίτες να δουλέψει στον τόπο τους».

Σχετικά με τον βίο του συγκεκριμένου μοναχού, ο οποίος αγιογράφησε πολλούς ναούς, ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. «Δυστυχώς, την περίοδο αυτή δεν σώζονται, ούτε βιογραφικά στοιχεία, ούτε αρχεία, όπως έχουμε στη Βενετία. Υπάρχει πολύ ωραία μελέτη για τον ζωγράφο Δανιήλ από τον Κωνσταντίνο Βαφειάδη, για τα έργα που έκανε στο Άγιο Όρος. Ο Βαφειάδης που έχει μελετήσει περισσότερο τον Δανιήλ, δεν βρήκε τίποτα αρχειακό. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως τα τελευταία χρόνια της ζωής του, τα πέρασε στο Άγιο Όρος, και τότε πρέπει να ταξίδεψε στη Σκόπελο και να έκανε τις τοιχογραφήσεις», σημείωσε η συγγραφέας, ενώ έπειτα αναφέρθηκε στους κανόνες που ακολούθησαν οι ζωγράφοι της εποχής εκείνης: «Η τεχνοτροπία των μεταβυζαντινών αγιογράφων έχει ορισμένες διαφοροποιήσεις, που αφορούν τις επιρροές από την ιταλική τέχνη, την τέχνη της Δύσης. Όμως, είναι τόσο πολύ προσεκτικές αυτές οι επιδράσεις, σχεδόν δεν τις παρατηρεί κανείς, γιατί δεν θέλουν να αλλοιώσουν το βυζαντινό στοιχείο. Κι αυτό γιατί η βυζαντινή τέχνη λειτουργεί ως ένας φορέας για τη διατήρηση, όχι μόνο της θρησκείας, αλλά και της ίδιας της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων».

Η κ. Ξανθή Προεστάκη μίλησε και για τις σκηνές που εντόπισε στις τοιχογραφίες. «Η εικονογράφηση είναι σύμφωνα με το πατροπαράδοτο πρόγραμμα των βυζαντινών ναών. Δεν έχουμε αποκλίσεις από αυτό, αν και στη Σκόπελο εντόπισα μια λεπτομέρεια που μου έχει κάνει εντύπωση: Ο Δανιήλ στο νησί ζωγραφίζει γυναικείες άγιες μορφές, κάτι που δεν συμβαίνει στο Άγιο Όρος, όπου δεν εικονογραφεί γυναίκες. Βλέπουμε πως στη Σκόπελο είχε μεγαλύτερη ελευθερία», σχολίασε, ενώ συνέχισε μιλώντας για τις τοιχογραφίες που της προκάλεσαν εντύπωση:  «Από τις αγαπημένες μου, γι’ αυτό και την χρησιμοποίησα στο εξώφυλλο, είναι ο Άγιος Μερκούριος στον ναό του Αγίου Αθανασίου. Πρόκειται για σπάνια απεικόνιση. Συνήθως τον συναντούμε γενειοφόρο, με χαρακτηριστικά ώριμου άντρα. Στη Σκόπελο, όμως, απεικονίζεται πιο νέος, με προσεγμένη κώμη, έχει μακριά μαλλιά πλεγμένα σε κοτσίδα και εξετάζει το τόξο του. Μια άλλη αγαπημένη μορφή, είναι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στον Άγιο Δημήτριο. Είναι ο φύλακας άγγελος, που μπαίνει δίπλα στην Ωραία Πύλη, την προστατεύει. Και είναι μια πολύ χαρακτηριστική τοιχογραφία και μνημειακή, αφού έχει μεγάλες διαστάσεις».

Η συνεργασία με τον Σταμάτη Περίσση – Νέο project στα σκαριά

Η ιδιαίτερα προσεγμένη έκδοση του βιβλίου, είναι δείγμα της εξαιρετικής συνεργασίας ανάμεσα στην Ξανθή Προεστάκη και τον Δήμο Σκοπέλου, μην παραλείποντας να ευχαριστήσει τον Δήμαρχο του νησιού, Σταμάτη Περίσση: «Οφείλω να πω ότι ο κ. Σταμάτης Περίσσης οραματίστηκε μαζί μου αυτό το βιβλίο. Από την πλευρά μου, ξεκίνησα να το γράφω, έχοντας αρχικά σκοπό να ετοιμάσω ένα επιστημονικό άρθρο. Ωστόσο, όσο προχωρούσα με τη μελέτη, έβλεπα ότι εδώ υπάρχει αρκετό υλικό για έρευνα. Και καθώς το συζητούσαμε με τον Δήμαρχο, μου είπε ότι μπορεί να γίνει μια πολύ ωραία έκδοση. Από τα πρώτα στάδια της συγγραφής, μοιραστήκαμε τον ίδιο στόχο, για να προβληθούν αυτά τα πολύ ωραία μνημεία που έχει το νησί. Κάθε ναός, με αυτά τα υπέροχα ξυλόγλυπτα τέμπλα και τις εικόνες που είναι ορισμένες από τον 14ο αιώνα, καθιστούν τη Σκόπελο ένα «ζωντανό» μουσείο και αξίζει να γίνει μια ιδιαίτερη παρουσίαση και γι’ αυτά, πέρα από τις τοιχογραφίες».

Η βυζαντινολόγος και ιστορικός Τέχνης, δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει τους υπόλοιπους συντελεστές της έκδοσης. «Ο Κώστας Ανδρέου, ήταν ο φωτογράφος. Έχει κάνει καταπληκτική δουλειά. Και επειδή στόχος μας ήταν, παρότι στην πραγματικότητα πρόκειται για επιστημονικό βιβλίο, να το κάνουμε πιο προσιτό και στον υπόλοιπο κόσμο, βάλαμε πλούσιο φωτογραφικό υλικό, ώστε κάποιος που δεν είναι ερευνητής ή βυζαντινός αρχαιολόγος, να θαυμάσει αυτές τις ωραίες τοιχογραφίες. Ο συνάδελφος Σπύρος Μοσχονάς, ιστορικός της Τέχνης, ανέλαβε την επιμέλεια, όπως και το ωραίο στήσιμο του βιβλίου μαζί με την Άννα Πατρινού».

Κλείνοντας δε, στάθηκε σε άλλους δύο ανθρώπους, οι οποίοι στάθηκαν στο πλευρό της: «Ο πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος Κασσανδριανός, ήταν κοντά μας από την πρώτη στιγμή. Ήταν εκείνος που άνοιξε τους ναούς, γιατί είναι κλειστοί. Μας βοήθησε να κάνουμε τη μελέτη και την έρευνα. Τέλος, πολύτιμες ήταν οι συμβουλές του Αδαμάντιου Σάμψων. Είναι ο πρώτος που ασχολήθηκε με ναούς και μοναστήρια της Σκοπέλου. Κάναμε πολλές συζητήσεις και θεωρώ πως οφείλω να τον ευχαριστήσω. Άλλωστε, τους παλιούς ερευνητές, δεν πρέπει να τους ξεχνάμε. Και ειδικά ο Σαμψών, έχει προσφέρει πολλά στον πολιτισμό της Σκοπέλου».

 

Το βιογραφικό της συγγραφέα

Η Ξανθή Προεστάκη σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία και είναι διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Σπούδασε επίσης, στο Ινστιτούτο Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης στο Παρίσι και παρακολούθησε ειδικά προγράμματα Μουσειολογίας, Ξενάγησης και Πολιτιστικής Διαδρομής σε Μουσεία Ιστορίας και Τέχνης στο Παρίσι με οργάνωση του Μουσείου του Λούβρου. Έχει διδάξει σε προπτυχιακά και μεταπτυχιακά τμήματα στα Πανεπιστήμια Πελοποννήσου και Αιγαίου, όπως και στο Χαροκόπειο, ενώ τελευταία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, στο Τμήμα Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.

Έχει συμμετάσχει σε διάφορα ανασκαφικά προγράμματα και επιτόπιες έρευνες σε Ελλάδα, Ιταλία, Αίγυπτο και Ιορδανία. Έχει ασχοληθεί επίσης, με τον εκδοτικό χώρο αναλαμβάνοντας επιμέλειες εκδόσεων και την σύνταξη των περιοδικών «Βιβλιοφιλία» και «Βιβλιοφιλικά Νέα», ενώ έχει ασχοληθεί με τη διοργάνωση εκθέσεων νεότερης ελληνικής τέχνης και χαρακτικής.

Έχει ειδικευτεί στη Μεταβυζαντινή τέχνη και έχει συμμετάσχει σε πολλά συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στο ενεργητικό της έχει δημοσιευμένες μελέτες σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά, καθώς και σε πρακτικά συνεδρίων.

Το 2012 εκδόθηκε η μονογραφία «Οι ζωγράφοι Κακαβά. Συμβολή στη μελέτη του νότιου ελλαδικού χώρου (16ος-17ος αι. μ.Χ.)», εκδ. Παρισιάνου, ενώ το 2010 δημοσίευσε σε συνεργασία με την καθηγήτρια Ε. Γεωργιτσογιάννη τη μονογραφία «Ο ιερός ναός του Αγίου Γεωργίου Στεμνίτσας (1810)».