Αντικρύζοντας τη Σκιαθο απο το Κλημα

Τὰ σκληρὰ ἐκεῖνα χειμωνιάτικα βράδυα…

Κατεβασμένος ἀπό χτὲς ὁ οὐρανὸς μὲ τὴ γκριζόμαυρη συννεφιὰ νὰ στάζει πάνω μας μιὰν ἀδιάκοπη βροχή, ἐνῶ ὁ ἀγέρας ἀνασηκώνει τὴ θάλασσα καὶ τὴν παραγεμίζει λευκογάλανες κοψιές.

Νυχτώνει νωρίς,  κι ἀπὸ τὸ δρόμο λίγα τὰ βήματα ποὺ ἀκούγονται. Μόνο ἡ βροχὴ ποὺ κατεβαίνει ἀπό τὴν λαμαρινένια  ὑδρορρόη ἀκούγεται, ὅπως ἀκούγεται καὶ τὸ ρυθμικό της ἄγγιγμα πάνω στὸν τσίγκο τοῦ γειτονικοῦ σπιτιοῦ.

Κι ὀ νοῦς αὐτὲς τὶς ἥσυχες αὐτὲς ὦρες κατεβαίνει συνειδητὰ τὰ σκαλοπάτια τοῦ χρόνου καὶ πάει μακρυά, μισὸ αἰῶνα καὶ παραπάνω ἴσως…Τόσο μακρυά πάει, γιὰ νὰ σιμώσει πάλι ἔνα χωριό,  ποὺ τέτοιες μέρες τὸ καπάκιαζε ὁ χιονιᾶς καὶ διπλοσφαλιζε  τὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν, γιὰ νὰ μὴν ἀνοίξουν ἀπὸ τ᾿ ἀνεμοσούρια ποὺ τράνταζαν ὁλάκερο τὸ σπίτι, ὡσὰν νὰ τὸ ξερίζωνναν. Ἀπὸ τὸ ἁρματωμένο μὲ μύρια σπαθιὰ πέλαγο, ἔφτανε μιὰ βουή, ποὺ ἀνέβαζε τὸ κορμὶ ρίγος καὶ στὸ στόμα προσευχή.

-Παναϊά μ᾿ στὸ πέλαγο…!

Γιατὶ κι ἐκεῖ παραμόνευε ὁ θάνατος, ὁ ἀφανισμός, ἡ φαρμακωμένη ἡ ὥρα καὶ κακή.

Μαζεύονταν τότε οἱ ἄνθρωποι, μικροὶ καὶ μεγαλοι, σκυφτοί-σκυφτοὶ σιμὰ στὴν παραστιά, σιωπηλοὶ καὶ συνάμα σκεφτικοί. Ἄνοιγαν τὰ ματια τους καλὰ καὶ κοιτοῦσαν τὴ φωτιὰ ποὺ κλάδωνε πάνω στὰ χοντρὰ τὰ ξύλα ἀπὸ πεῦκο ἤ ἀπὸ ἐλιὰ, ἀλλὰ καὶ στὰ λιανότερα ἀπὸ κουμαριά,  σχοῖνο, πουρνάρι. Κοίταζαν τὸν ἀνασασμὸ τοῦ ξύλου ποὺ ἀνέβαινε καπνὸς  ὕστερα πηχτὸς μὲ τὸ χρῶμα τῆς στάχτης. Κοίταζαν καὶ συλλογιοῦνταν. Ἀλλὰ κάποτε-κάποτε ἀκούγονταν καὶ καμμιὰ κουβέντα, ποὺ χαράκωνε ἐκείνη τὴ σιωπή, μιὰ σιωπὴ ποὺ θύμιζε ἐκκλησιὰ τὴν ὤρα τῆς Μ. Εἰσόδου. Θύμιζε, ναί, γιατὶ τὸ μισοφωτισμένο δωματιο ἀπὸ τὸ χαμηλὸ τὸ φῶς τῆς λάμπας καὶ τοῦ καντηλιοῦ, ἔδινε στὸ χῶρο μιὰ μυστηριακὴ ἀτμόσφαιρα, ἀτμόσφαιρα δέους καὶ ἀνάγκης γιὰ προσευχή.

-Θὰ τὸ στρωσε ἔξω…

-Μακάρι νὰ μὴν κάμει τίποτε…Ἀλλιῶς, πᾶνε τὰ δέντρα.

Ναί, ὁ νοῦς ἦταν στὰ ἐλιόδεντρα καὶ στὶς ἀμυγδαλιές, ποὺ τὸ χιόνι τὰ σακάτευε. Γιατὶ μ᾿ αὐτὰ ζοῦσαν, ἀπ᾿ αὐτὰ πάιρνανε τὰ μαξούλια καὶ παντρεύανε τὰ κορίτσια τους, φτιάχνανε προίκες, στήνανε σπίτια καὶ νοικοκυριά. Τὰ δέντρα, τὰ ὁποῖα λάτρευαν καὶ φρόντιζαν, ὅπως λάτρευαν τὰ παιδιά τους, ἀφοῦ ἐκείνοι τὰ φύτευαν, τὰ κλαδευαν τὰ κόπριζαν, τὰ σκάβανε. Κι εἶναι ἀδύνατο σήμερα νὰ τὸ καταλάβει κάποιος, ποὺ δὲν ἔχει ζήσει ἀπὸ κοντὰ αὐτὸ τὸ ἀρχέγονο δέσιμο τοῦ ἁπλοϊκοῦ χωρικοῦ μὲ τὸ χτήμα του, μὲ τὴ γῆ. Τὴ Μάνα-Γῆ, ποὺ ἀνοίγει τὰ σπλάχνα της καὶ χαρίζει ὅ, τι τὸ ἀγαθὸ καὶ στὸ τέλος ἀγκαλιάζει τὸ σῶμα καὶ τὸ χωνεύει…

Αὐτοὶ οἱ συλλογισμοὶ ἀνέβαιναν στὴ σκέψη τῶν μεγάλων κι ἡ ψυχή τους γέμιζε ἀγωνία. Ἀγωνία, ποὺ τὴν καταλαγιαζε ἡ ἄλλη φωνή: ἐκείνη τῆς θείας ἐπίσκεψης.

-Ὁ Θεὸς μεγάλος…

Μ᾿ αὐτὸ τὸ λόγο ἀναπάυονταν καὶ ξανάμπαιναν στὸ κελλί τῆς μοναξιᾶς τους καὶ τῆς σιωπῆς. Μιᾶς σιωπῆς ποὺ τὴ θρυμμάτιζε ὁ ἀργοπορημένος καὶ κουρασμένος βηματισμὸς τοῦ βρεγμένου ζώου τοῦ νυχτωμένου τσοπάνη, ποὺ κι αὐτὸς ἐπέστρεφε ἀπὸ τὸ βουνὸ στὸ σπίτι.

-Τόκ. τόκ, τόκ…

Τὰ βήματα τοῦ μουλαριοῦ πάνω στὸ χιονισμένο καλτερίμι. Καὶ κάποτε ἐκεῖνο τὸ γλίστριμα πάνω στὶς μουσκεμένες πέτρες…Τ᾿ ἀφουγκράζονταν οἱ ἄνθρωποι καὶ κουνοῦσαν μὲ λύπη τὸ κεφαάλι τους, συμμεριζόμενοι τὸ μαρτύριο τοῦ συγχωριανοῦ τους.

-Νύχτωσες πάλι βρὲ Θωμᾶ…

Ὁ λόγος βγαίνει ἀπὸ τὰ στόματα ὅσων συναισθάνονται τὴ θέση τοῦ κακόμοιρου τσοπάνη…Γιατὶ ξέρουν πὼς νωρὶς τὸ πρωΐ θὰ κινήσει πάλι γιὰ τὰ «πράματα»…

Κι οἱ χειμωνιάτικες νύχτες, οἱ μεγαλες ἐκεῖνες σιωπηλὲς νύχτες εἶναι καὶ ὁ χρόνος τῆς συντροφιᾶς: Τῆς συντροφιᾶς τῆς οίκογένειας, ἀλλὰ καὶ κάποιων γειτόνων ποὺ άπὸ νωρὶς τ᾿ ἀπόβραδα μαζεύονται κάποια βράδυα, βράδυα γιορτῶν καὶ κυρίως τοῦ Δωδεκαήμέρου, γιὰ νὰ χαροῦν τὰ κοσύφια ἤ τὶς μπεκάτσες ποὺ πιάνανε στὶς «θ᾿ λιές», στὶς «παΐδες», ἤ στὸ κυνήγι, ἀλλὰ καὶ νὰ δοοκιμάσουν τὸ νέο βαρέλι ποὺ ἄνοιξαν.

Αὐτὰ κάποτε…Γιατὶ σήμερα τὰ πράγματα ἄλλαξαν,ὅπως κι οἱ ἄνθρωποι.

Τί νὰ ποῦμε ἄραγε : Δυστυχῶς ἤ εὐτυχῶς ;