VAGGELIS PROVIAS
– Βαγγέλη; Βαγγέλη!
Με ξάφνιασε η φωνή. Πολύ. Γύρισα πίσω, ένας άντρας με μαύρη υφασμάτινη μάσκα ερχόταν προς το μέρος μου. Μερικά δευτερόλεπτα πριν είχαμε διασταυρωθεί, στην έρημη οδό Βενιζέλου, στο Παλαιό Φάληρο. Εγώ πήγαινα προς την Παναγίτσα, μόλις είχα κατέβει από το τραμ που με έφερε απο την Γλυφάδα (μοναδικός επιβάτης, απίστευτο, υπέροχο). Εκείνος κατευθυνόταν προς την παραλία. Την θάλασσα.
– Βαγγέλη; Εσύ δεν είσαι;
– Ναι… συγγνώμη αλλά…;
Γέλασε.
– Βαγγέλη! Ο Ανδρόνικος είμαι! είπε, και κατέβασε την μάσκα του να τον δω.
Αν δεν είχε αυτό το σπάνιο όνομα, δεν θα τον θυμόμουν. Ή μάλλον, δεν τον θυμήθηκα, καθόλου. Αλλά θυμήθηκα το όνομά του. Ναι. Στο κολυμβητήριο, στον Άγιο Κοσμά, που έκανα κολύμβηση για ένα φεγγάρι, (πώς έγινε; γιατί σταμάτησα; το απολάμβανα τόσο πολύ) στην ομάδα ήταν ο Ανδρόνικος, συνομίληκος, που έμενε στο Ελληνικό. Το δικό μου σπίτι ήταν στην Γλυφάδα κ πήγαινα σχολείο στο Παλαιό Φάληρο. Έτσι, με τον Ανδρόνικο δεν μπορούσαμε να κάνουμε παρέα, αλλά πριν κ μετά την προπόνηση (μάλλον) θα τα λέγαμε, ως δεκατετράχρονα.
Ο άγνωστος άντρας που δεν μου θύμιζε τίποτε απολύτως, αλλά που θυμόμουν το όνομά του ήταν χειμαρρώδης.
– Βρε Βαγγέλη, το βλέμμα σου, τα μάτια σου, δεν έχουν αλλάξει καθόλου!
Η αλήθεια είναι πως είχα την μάσκα κάτω από την μύτη, δεν φαινόταν ψυχή γύρω, και ο Ανδρόνικος εμφανίστηκε από μια είσοδο πολυκατοικίας ξαφνικά. Γέλασε πάλι.
– Εγώ έχω αλλάξει πολύ! Το ξέρω! Ούτε οι συμμαθητές μου δεν με αναγνωρίζουν! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!
– …και γω, είπα κάπως διστακτικά. Αλλά το εννοούσα, ήταν αυθεντικά χαρούμενος με την συνάντηση μας κ αυτό με παρέσυρε, ακαριαία σχεδόν. Μια ζέστη ξαφνική, μέσα στο τσουχτερό κρύο της Γεναριάτικης βραδιάς.
– Δεν έμενες στο Ελληνικό;
– Ναι ναι! Και εσύ; Στη Βούλα, στη Γλυφάδα;
– Στη Γλυφάδα, ναι!
– Πηγαίναμε μαζί κολυμβητήριο, βέβαια. Κ θυμάμαι καμιά φορά σε παίρναμε κ σε αφήναμε μερικές στάσεις του λεωφορείου παρακάτω.
Α ναι. Και αυτό. Όντως. Τον Ανδρόνικο τον πηγαινοέφερναν οι γονείς του στον Άγιο Κοσμά, εγώ έπαιρνα το λεωφορείο. Πότε πότε μου πρότειναν να με πάνε λίγο πιο κάτω, σε επόμενη στάση της παραλιακής λεωφόρου, πριν στρίψουν προς το Άνω Ελληνικό. Μετά, άρχισα να καθυστερώ επίτηδες να ετοιμαστώ, δεν αισθανόμουν άνετα πολύ. Νομίζω.
– Πως από εδώ; Τι σύμπτωση!
– Είχα πάει στην Γλυφάδα, για κάτι εξετάσεις, και την ώρα που πήγαινα να πάρω ταξί στην πλατεία, πέρασε ένα τραμ. Και μπήκα, άδειο ήταν. Και οι δρόμοι άδειοι. Είπα να κάνω τη βόλτα, δεν την έχω κάνει ποτέ αυτή τη διαδρομή.
Είχα συγκινηθεί, πολύ. Γλυκιά, ανώδυνη, τρυφερή μελαγχολία. Ήταν βράδυ κ δεν φαίνονταν πολλά, αλλά περάσαμε δίπλα από τις ακτές της Γλυφάδας όπου έκανα, καταθλιπτικός έφηβος, βόλτες μοναχικές ακούγοντας στο γουόκμαν Pet Shop Boys και Depeche Mode και Praying for Time, ενώ σκεφτόμουν ότι ζω ένα δράμα που με αντιπαθεί ο μαθηματικός και ότι θέλω να χαθώ, να γίνω κρίνο, επειδή υπήρχαν φήμες πως διαλύθηκαν οι Erasure. Ξέρω, ναι.
Περάσαμε και από δρόμους που λίγα χρόνια μετά, αφού είχα επιβιώσει της αντιπάθειας του μαθηματικού και της πιθανής διάλυσης των Erasure (αλλά κ άλλων που δεν γελώ με αυτά), περνούσα συχνά, μισομεθυσμένος. Διότι επέστρεφα είτε από τον Βυθό, πρώην Ειρηνικό, ή και από το Άτομο στο Αεροδρομιο όπου δούλευα, είτε από clubbing – με το Plastic Dreams να αντηχεί ακόμη στα αυτιά μου και το It’s Alright Now των Beloved να μην ξεκολάει από το μυαλό…
– Εσύ; Γιατί εδώ;
– Εδώ μένω τώρα! Να εκεί!
Γύρισε και μου έδειξε ένα μπαλκόνι σε μια πολυκατοικία. Συνέχισε
– Πήγα Αμερική για σπουδές, και παντρεύτηκα, Αμερικανίδα. Χωρίσαμε κ είπα να γυρίσω πίσω γιατί τα παιδιά μάλλον δεν είναι δικά μου!
Σοκαρίστηκα. Εκείνος έσκασε στα γέλια.
– Ναι ρε, που να σου λέω. Ε και ήρθα εδώ, Φαληράκι. Ήσυχο αλλά και με κόσμο. Μ´ αρέσει. Εσύ;
– Έφυγα από τα προάστια, είμαι παιδί του κέντρου. Στο Παγκράτι μένω. Δεν παντρεύτηκα, αλλά γάμους κάνω, κατά συρροή. Έχω χωρίσει σχεδόν δέκα φορές!
Γελάσαμε πάλι. Καθώς χαλάρωνα από την έκπληξη, με εντυπωσίαζε η χαρά που έβλεπα στα μάτια και την έκφραση του αγνώστου άντρα (ναι, ακόμη δεν είχα καταφέρει να συνδέσω την μορφή του τώρα με τις ελάχιστες αναμνήσεις μου από το παρελθόν) με το γνωστό, σπάνιο όνομα. Ήταν πραγματικά γεμάτος ευγνωμοσύνη για την τύχη να βρεθούμε.
– Πότε ήταν που κάναμε μαζί κολύμπι; 25 χρόνια;
– Όχι, όχι, με τίποτε, τον διόρθωσα. Πολύ παραπάνω. Τελείωσα το Λύκειο το 1991, κ νομίζω πήγαινα κολύμβηση στην 1η Λυκείου. Στις αρχές, μετά σταμάτησα. Άρα μιλάμε για Σεπτέμβρη με Δεκέμβρη 1988.
Γούρλωσε τα μάτια.
– Άντε ρε συ!
– Ναι… αλλά κ λάθος να θυμάμαι, ακόμη και αν πήγαινα στον Άγιο Κοσμά την Γ´ Λυκείου, ε αυτό ήταν τέλη 1990, αρχές 91. Τρίαντα χρόνια, γεμάτα.
– Μπα, όχι. Δεν ήταν τότε, ήταν πιο πριν. Έχεις δίκιο. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 90, σκοτώθηκαν οι γονείς μου σε αυτοκινητιστικό.
Ω τον γαμημένο!
– Εδώ, παρακάτω, στο συμμαχικό νεκροταφείο μπροστά.
Ω τον κερατά!
– Ένας μεθυσμένος με πόρσε. Ή κάτι τέτοιο. Γιόρταζαν 16 χρόνια γάμου.
Ω τον καταραμένο!
– Γύριζε από μπουζούκια.
Ω τον πούστη! Γέλασε πάλι.
– Συγγνώμη, στο είπα απότομα. Με συγχωρείς. Ακόμη το εκτονώνω… και ξανά, έσκασε στα γέλια.
Πάνε όλα. Η μελαγχολία μου για την εφηβική μελοδραματική μοναξιά μου, για την αλλαγμένη Γλυφάδα μου, για τα μαγαζιά μου που δούλευα, για τα νιάτα μου που κύλησαν σαν νερό σε τρελή κατηφόρα. Μου τα στέρησε. Να χέσω το συγγνώμη του. Τι μαλάκας. Δεν άντεξα να πω κάτι σχετικό. Του λέω μόνο:
– Πώς τη βγάζεις με τις καραντίνες; Αντέχεις;
Σαν να μην είχα μιλήσει.
– Θα σου έλεγα να έρθεις για έναν καφέ, αλλά πάει οκτώ η ώρα…
Με κοίταξε με χαρούμενη ελπίδα. Μήπως αγνοούσα τις απαγορεύσεις. Άφησα την πάσα να πάει χαμένη. Δεν μίλησα.
– Ρε Βαγγέλη; Δεν είναι καταπληκτικό που έχουμε ζήσει τόσα πολλά; Κολύμπια, ταξίδια, γάμους και εσύ και εγώ… πήρε μια ανάσα κ συνέχισε:
– Τους δρόμους έτσι άδειους αλλά κ γεμάτους να μην μπορείς να αναπνεύσεις, την συνάντησή μας τώρα…
Μόνο κούνησα το κεφάλι. Κατά τα άλλα, κιχ.
– Αν κάνουμε άλλα τριάντα χρόνια να βρεθούμε θα είμαστε κοντά ογδόντα.
Έλαμψε το πρόσωπό του.
– Δεν θα είναι απίστευτο;
Αργότερα, στο ταξί αναρωτιόμουν πως εννοούσε το “απίστευτο”. Απίστευτο όπως υπέροχο ή απίστευτο όπως απίθανο να συμβεί; Άραγε, επίτηδες διάλεξε την λέξη;
Στο διαγνωστικό κέντρο μου είχαν πει ότι ένα σύμπτωμα που είχα, το οποίο με είχε τρομοκρατήσει, τελικά δεν ήταν τίποτε. Δεν θα πέθαινα τώρα σύντομα από όγκο στα σπλάχνα.
Φτάνοντας σπίτι συνειδητοποίησα και αυτό. Κανείς μας δεν είπε να ανταλλάξουμε τηλέφωνα.