Δεκαπενταύγουστος, μὲ τὴν ποίηση τοῦ Ματθαίου Μουντέ νὰ μᾶς γίνεται πάλι ἑόρτιο προσόμοιο στὴν κορυφαία ἀυτὴ μέρα, τὴν ἡ μέρα τῆς Παναγιᾶς. Ἄνθη εὐλαβείας κομίζοντας καὶ στολίζοντας τὸ κάδρο τῆς γιορτῆς, γιὰ νὰ χωνέψουν μέσα του οἱ μνῆμες, ἰδίως ἐκεῖνες οἱ παιδικὲς καὶ τρυφερές μνῆμες, ποὺ μέχρι σήμερα μᾶς δροσίζουν μὲ τὴν  κατάνυξη, τὴν εἰλικρίνεια καὶ τὴν φωτεινή τους εύπρέπεια. Ὅπως οἱ παρακάτω στίχοι, ποὺ ἀνοίγουν στὸ πέλαγο τὸ σκοτεινὸ τῶν βιωτικῶν μελημάτων, διεξόδους αἰσιοδοξίας καὶ ἄπειρου κάλλους, ὥστε ἡ Κυρά μας Θεοτόκος,  νὰ διαταράξει τὴν ἀνυπομονησία, τὸν ἀγχωτικὸ τοῦ σήμερα ρυθμό καὶ νὰ φωτίσει μὲ τὸ κερὶ τῆς Χάρης Της τὰ ἀνήσυχα χρόνια τῶν παιδιῶν μας καὶ τὰ ἀκόμη ἀνώριμα[………………]

Ἄνθη τοῦ Δεκαπενταυγούστου

Ἄνθη λευκὰ ἐκ περάτων τὰ χέρια τῶν παιδιῶ
ἀπ᾿ τῶν κυμάτων τοὺς ἀγροὺς
ἀπ᾿ τῶν ἄστρων τὰ περβόλια
καὶ τἄφεραν γιὰ νὰ στολίσουνε τὸν Τάφο Σου.
«Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ», σὰν καὶ τότε...
Γλυκιὰ, γαλάζια φαντασία, χρόνων μακρυνῶν,
ὦ, γλυκασμὲ τῶν Ἀγγέλων,
ποὺ ἡ Γεθσημανῆ δὲν ἦταν πέρα στὰ βουνὰ τῶν Ἐλαιῶν,
τῆς Βιβλικῆς τῆς Χαναὰν τὰ μάκρη,
μὰ ἦταν τοπίο νησιώτικο,
δικό μας, κοντινό,
μὲ τ᾿ ἀνθισμένα γιασεμιά, τὰ φούλια, τὸ βασιλικὀ,
στοῦ γαλανοῦ γυαλοῦ μας κάποιαν ἄκρη.
Γύρισε πίσω φορτωμένη-μόνο μιὰ στιγμή-
Τὴν παιδικὴ κατάνυξη καὶ τὰ ὄνειρά μας,
Γεθσημανὴ λευκή, τῶν παιδικῶν καλῶν καιρῶν.
Ποὺ ἤσουν στὴ θάλασσα κοντὰ καὶ στὴ καρδιά μας»
(Μ. Μουντές, Παρακαταθήκη, Ἀθήνα 1957)

Συλλαβίζεις μία πρὸς μία τὶς λέξεις, ἐικονογραφεῖς τὰ νοήματα καὶ προσπαθεῖς νὰ διαπιστώσεις τοὺς κοινοὺς τόπους εὐλάβειαςκαὶ τιμῆς στὴν Πάνσεπτο τῆς Παναγίας μας Κοίμηση. Γιατὶ καλὰ καὶ χρήσιμα εἶναι τὰ ἐγκώμια, οἱ ἑόρτιοι λόγοι καὶ οἱ συναφεῖς πανηγυρισμοί, γιὰ τὸ «τελευταῖον ἐπ᾿ Αὐτῆ Μυστήριον», ποὺ συντελεῖται μάλιστα μὲ ἀλλαλαγμούς «ἐν κυμβάλοις…ἐν ὠδαῖς…», ὥστε «ἐπιτύμβια ᾄσματα φαιδρῶς ἐκβοήσωμεν».  Ὡστόσο μαζὶ μὲ αὐτὰ συνυπάρχει καὶ τὸ ἂνόθευτο βίωμα, αὐτὴ ἡ μυστικὴ ἡ κατάθεση στὴ Χάρη Της, ποὺ διατηρεῖ, μαζὶ μὲ τὴν Πίστη, ἀκμαία τὴν γνήσια ἐκκλησιαστική μας συνείδηση. Γιατὶ διακρατεῖ μέσα μας ἀκοίμητες,  θεοφύλακτες στιγμὲς , φορτωμένες κατανυξη καὶ εὐλογία, τότε ποὺ στήναμε τὰ θεμέλια τοῦ μετἐπειτα βιου μας. Κι ἦταν ὅλα ἐκεῖνα τὰ βιώματα ἁπλὰ καθημερινὰ πράγματα καὶ ἐνέργειες, καμωμένα ὅμως μὲ εἰλικρίνεια καὶ ταπεινὸ φρόνημα.

Γι᾿ αὐτὸ ἰκετεύεις σήμερα, τέτοια χρονιάρα μέρα, ὅπως ὁ ποιητής, νὰ μποροῦσες νὰ ξαναζήσεις τὸν Δεκαπενταύγουστο στὸ τοπίο ἐκεῖνο τὸ νησιώτικο, ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν σιμὰ στὴ θάλασσα, ἀλλὰ λίγο παραπάνω, ὡστὸσο ἦταν στολισμένο μὲ βασιλικά, γαρυφαλιές καὶ ντάλιες. Ἡ ροῦγα τὸ πρωΐ φρεσκοπλυμένη ἀναδινε τὴν εὐωδιὰ τοῦ νοτισμένου χώματος,ἐνῶ οἱ ἑόρτιες καμπάνες ἔχωναν τὸν ἦχο τους μέσα τὶς ἐλιὲς, στὶς ἀμυγδαλιὲς καὶ τὰ πεῦκα, ποὺ τὶς σάλευε τὸ μελτέμι.

Κι άπολέιτουργα, στὴ λευκὴ πεζοῦλα, κάτω ἀπό τὴ σκιόφυλλη κληματαριά, ποὺ ἀνάσαινε δροσιὰ καὶ εὐπρέπεια, τὸ κέρασμα. Πάντα γλυκὸ βύσινο, ρακὶ καὶ φρέσκο νερὸ ἀπό τὴν πήλινη τὴ φρεσκογεμισμένη στάμνα. Κοιτάζεις  ὕστερα τὸ πέλαγο ποὺ ἀνθίζει λευκὰ, παιχνιδιάρικα κύματα καὶ εὐφραίνεσαι… Ἀλήθεια, τὶ ἄλλο θέλεις ;

….Δεκαπενταύγουστος. Ἡ Γιορτὴ μ᾿ αὐτὴ τὴ γλυκειὰ φαντασία τοῦ χθὲς, ὡς βακτηρία,  καὶ τὴν παιδικὴ ἀθωότητα ὡς δρόμο ἐπιστροφῆς καὶ μετάνοιας. Μὲ τὴν Χάρη Της πάντοτε  καὶ τὴν ἀνοχή Της.

π. Κων. Ν. Καλλιανός   , Δεκαπενταύγουστος