Νάμι στα γιαπωνέζικα θα πει κύμα, εξ ου και το τσου- νάμι, δηλαδή κύμα που πλήττει το λιμάνι. Στα ελληνικά δεν υπάρχει η λέξη ούτε αναφέρεται σε κανένα λεξικό, εισήχθη όμως στη λαϊκή μας γλώσσα ως δάνειο απ’ το τουρκικό nam (ή σωστότερα αραβικό) που θα πει όνομα ή φήμη (καλή ή κακή). Η λέξη χάθηκε με τα χρόνια.

Ωστόσο τη διέσωσε στα γραπτά του ο κυρ- Αλέξανδρος χρησιμοποιώντας την σε τρία διηγήματα:

α) Στο «Ἐπιμηθεῖς εἰς τὸν βράχον» όπου «ὁ κὺρ Νικολάκης ὁ Κόκκινος, πιστὸς καὶ ἀξιαγάπητος φίλος, εἶχεν ἀρχίσει νὰ (τόν) κατηχῇ: ― Τί κρύβεις τὸ τάλαντον, μοῦ ἔλεγε, βρὲ ἀδερφέ; Θὰ δώσῃς λόγο, νὰ τὸ ξέρῃς. Κρῖμας τὸ νάμι καὶ τὸ καμάρι, κρῖμας τοὺς κόπους καὶ τὰ ἔξοδα, κρῖμας!»

β) Στο «Κουκλοπαντρειές», όπου γράφει: «Μίαν ἡμέραν, ἡ Ζαφείραινα εἶχε ξυπνήσει πολὺ ἄσχημα, κι ἄρχισε λίαν πρωί, πρὶν ἀνατείλῃ ἀκόμη ὁ ἥλιος, ἀτελείωτον καυγάν. ―Ἡ βρωμοῦσα! ἡ μπαλαρίνα! ἡ λεγάμενη! ποὺ εἶναι βγαλμένο τὸ νάμι της, ἐδῶ καὶ στὴν Πόλη!»

Και… γ) στο ομότιτλο «Το νάμι της» που δημοσίευσε τρία χρόνια αργότερα (1906). Εδώ η «ἡ κυρὰ Λευθέραινα» σχολιάζει στον Παπαδιαμάντη που παρίσταται με έναν «ξένον τῆς γειτονιᾶς», ένα νεαρό ζευγάρι κι ιδιαίτερα την κοπέλα, λέγοντας: «― Αὐτὴ εἶναι. Καὶ τώρα τὴν ἐρωτεύθηκε αὐτὸς ποὺ βλέπετε μαζί της, γυιὸς τοῦ δικηγόρου τάδε… ἔχει παράδες ὁ πατέρας του. Τὸ παιδὶ ἔχασε τὸ μυαλό του μ᾿ αὐτήν. Ὁ πατέρας δὲν τὴν θέλει. Μὰ αὐτὸς ἐπιμένει νὰ τὴν στεφανωθῇ, καὶ χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ γέρου. ―Ἔτσι; ― Βέβαια· ἐπῆρε δρόμο, βλέπετε… βγῆκε τὸ νάμι της.»

Η σπάνια λέξη λοιπόν, φιγουράρει σήμερα ως όνομα καινούργιου καταστήματος «φαγητού δρόμου» στο νησί και αξίζουν συγχαρητήρια στους εμπνευστές του.