Σε λίγες ημέρες θα περνούσε νέα ψυχιατρική αξιολόγηση από το Κέντρο Ψυχικής Υγείας καθώς από τον Φεβρουάριο είχε ζητήσει η σύζυγός του να εξετασθεί ψυχιατρικά. Είχε υποβληθεί σε αξιολόγηση αλλά δεν κρίθηκε περιστατικό για εγκλεισμό και τις επόμενες ημέρες θα γινόταν επανεξέταση, σύμφωνα με όσα στοιχεία έχει στη διάθεσή της η αστυνομία. Λάμβανε ωστόσο φαρμακευτική αγωγή.

Τον δράστη δεν τον απασχολούσε ούτε ο ενδεχόμενος εγκλεισμός του. Σύμφωνα με μαρτυρίες στενών φιλικών προσώπων της δολοφονημένης Ντίνας Τσάπα, η ίδια είχε ζητήσει την ψυχιατρική εξέταση για τις κακοποιητικές του συμπεριφορές το τελευταίο πεντάμηνο, που οδήγησαν στον τελειωτικό χωρισμό τους πριν ένα μήνα.

“Δεν με μοιάζει. Θα με κλείσουν ένα μήνα μέσα και θα βγω” φέρεται να της απαντούσε σύμφωνα με όσα εξομολογήθηκε στις στενές φίλες της , την περασμένη Πέμπτη τη μετά τη νέα επίθεση που δέχτηκε από τον φονιά της.

Ο πατέρας της Κωνσταντίνας και του Γιώργου, κ. Αποστόλης, δεν μπορεί να συγκρατήσει τους λυγμούς του. «Φύλαξα το παιδάκι… Φύλαξα τον εγγονό μου. Έγινε μπροστά μου. Χθες ήρθε και μας είπε να βγάλουμε το παιδί έξω να το δει και του είπε η κόρη μου πως το παιδί σε αυτή την κατάσταση δεν πρόκειται να το δει και παίρνει την αστυνομία. Χτύπησε πρώτα τη γυναίκα μου ελαφριά. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, έπρεπε να πάρω το νόμο στα χέρια μου. Τι να κάνω; Τα παιδάκια μου θα γυρίσουν πίσω; Μόνο το εγγόνι μου θα μείνει παρηγοριά μου» είπε με δάκρυα και περιέγραψε πρόσφατα περιστατικά βίας ανάμεσα στον φερόμενο ως δράστη και την κόρη του. «Θα θρηνήσουμε θύματα» τους είχε πει ο 30χρονος.

«Να σαπίσει στη φυλακή. Είχε σκοπό να χτυπήσει εμένα και μετά κατέβηκε η κόρη μου κάτω να με σώσει, να δει τι γίνεται. Άφησε εμένα και έπιασε εκείνη. Είχε ιδιαίτερη συμπεριφορά αυτός. Δεν νόμιζε η κόρη μου ότι θα φτάσει σε τέτοιο βαθμό. Τα προβλήματα ξεκίνησαν από τον Δεκέμβριο. Άρχισε, έβριζε, δεν την άφηνε να βγει από το σπίτι, υποστήριζε ότι το παιδί δεν είναι δικό του. Πήραμε τα μέτρα μας, αλλά δεν προλάβαμε. Έσπασε τη τζαμαρία» είπε η μητέρα των παιδιών.

Ο αστυνομικός διευθυντής Μαγνησίας σε προσωπική του ανάρτηση αναφέρει:

Συγκλονισμένος, όπως άλλωστε και όλη η τοπική κοινωνία, από τον άδικο και τραγικό χαμό δύο νέων ανθρώπων, που έλαβε χώρα
απογευματινές-βραδινές ώρες της 05.04.2021 στη Μακρινίτσα Μαγνησίας, σκορπώντας θλίψη σε όλο το πανελλήνιο, θα ήθελα να εκφράσω δημοσίως τα θερμά μου συλλυπητήρια στους δικούς τους ανθρώπους, για την τραγική κατάληξη του περιστατικού αυτού. Παράλληλα, θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου αλλά και την βαθιά ευγνωμοσύνη μου προς όλους τους Αστυνομικούς των Υπηρεσιών της Διεύθυνσης Αστυνομίας Μαγνησίας και πιο συγκεκριμένα, προς τα στελέχη της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Βόλου, του Αστυνομικού Τμήματος Βορείου Πηλίου, του Αστυνομικού Τμήματος Βόλου, της Ο.Π.Κ.Ε./Υ.Α. Βόλου, της Ομάδας ΔΙ.ΑΣ./Α.Τ. Βόλου αλλά και της Ο.Ε.Π.Τ.Α/Τ.Τ. Βόλου, που υπό την άμεση καθοδήγηση του Κέντρου R/T της Διευθύνσεώς μας, συμμετείχαν στις εκτεταμένες και συντονισμένες αστυνομικές αναζητήσεις στην ευρύτερη περιοχή του Πηλίου, με σκοπό τον εντοπισμό του δράστη και την προσαγωγή του στη δικαιοσύνη.

Η ευγνωμοσύνη μου, δεν αφορά μόνον τις αστραπιαίες και καρποφόρες εντέλει προσπάθειες που έλαβαν χώρα κάτω από αντίξοες συνθήκες για τον άμεσο εντοπισμό και σύλληψη του υπαίτιου για τη διπλή ανθρωποκτονία, δράστη και την απόπειραανθρωποκτονίας σε βάρος της πεθεράς του. Αφορά, κυρίως, στον επαγγελματισμό και το υψηλό αίσθημα ευθύνης που επέδειξαν οι συνάδελφοι Αστυνομικοί κατά την επιχειρησιακή διαχείριση του περιστατικού και ειδικότερα την εγρήγορση, την ετοιμότητα, την υπευθυνότητα και την σοβαρότητά τους, τηρώντας στο έπακρο όλα τα μέτρα αυτοπροστασίας, προσεγγίζοντας με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια τον δράστη, επιτυγχάνοντας τελικώς την ασφαλή ακινητοποίηση και δέσμευσή του.

Ιδιαίτερα συγχαρητήρια αξίζουν σε Αστυνομικό του Αστυνομικού Τμήματος Βορείου Πηλίου, ο οποίος βρισκόμενος εκτός διατεταγμένης υπηρεσίας, επέδειξε εξαιρετική δραστηριότητα και η συμβολή του υπήρξε καθοριστική, καθώς αμέσως μόλις ενημερώθηκε για το συμβάν, κινήθηκε άμεσα και εντόπισε τον δράστη, δίνοντας χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τις
κινήσεις του. Για μια ακόμη φορά, αποδεικνύεται στην πράξη ότι, ενώνοντας τις δυνάμεις μας και λειτουργώντας ομαδικά, ασκώντας το καθήκον μας με αυταπάρνηση, μπορούμε να διαχειριζόμαστε περιστατικά υψηλής επικινδυνότητας, με αποτελεσματικότητα και αμεσότητα.