Planting a tree, cutting a flower, or having your hair cut is always best done when the moon is full. Don’t ask me why, but it has something to do with the effect the moon has on water. Because I have no talent for gardening and my hair hardly covers my head, the notion surrounding the full moon is an old wives’ tale that has become part of my life along with other inexplicables like spitting three times to ward off the evil eye. With that in mind, I had my hair cut only on the day of the full moon, and I always went with my friend Spiros, who introduced me both to the concept and to his barber “Eight Euros for a haircut and a straight razor shave. I give him ten. Why not?”

The barber’s shop was in the Acropolis. Along a narrow cobble stone street, down a series of old stone steps, there was no sign, no outward evidence that any business was being conducted within a whitewashed two story house. There was a missing window pane in the front door which allowed the arm to reach in and lift the latch. Behind the first door on the right was a small whitewashed room with nothing adorning the walls, two old taverna chairs along one wall, against another two single mattresses, one on top of the other, with a colorful spread. Along the fourth wall was the center of operations: a counter top, a few drawers, a roll of paper towels, a Bunsen burner, a small sauce pan, a large plastic bottle of water, a shaving mug, three scissors, clippers with two separate heads, and a mirror along the wall which showed you in the worst possible neon light. A small frameless photo of the barber with his son leaned against the furthest part of the shelf. A single barber chair, which is almost indescribable, except to note that it was black, antique, and very primitive, completed the scene.

Waiting to greet you was the barber, a tall thin man in his mid eighties with a respectable head of grey hair, sunken cheeks, twinkling eyes, and a mouth of actual teeth when he smiled to greet you. Retired, cutting a few heads to augment his ever decreasing pension for himself and his housebound wife, he was part of the infamous Greek black economy. He had been cutting hair for over sixty-five years and his hand was as steady today as it was when he was fifteen. Gentle and soft spoken, he spoke no English, but Spiros interpreted for me and we were very cordial with each other.

He probably hadn’t changed his craft since he first learned it sixty-five years ago, a dry cut, since there was no water source in the room, then he combed, cut and clipped, chatting all the while about how things used to be in Skiathos when he owned the barber shop down by the church. Things had certainly changed since he was a boy “…no high school, no tourists, no roads.” The cut took five minutes. He then took a cigarette break and continued chatting. “…no soccer stadium, no health center, no street by the port, no port there, only houses.”  He fired up the Bunsen burner, shook some powder in a small sauce pan, poured some water from the bottle into it, swirled the mixture and set it over the burner to warm it, poured the contents into the shaving mug, stirred vigorously, then lathered your face for much longer than you thought necessary, and then carefully scraped, smoothing the skin. Around the ears and down the sides with his razor, then he was done. A splash of after shave, a quick wipe with a paper towel, three dabs of some kind of salve which he then spread around the beard, another quick comb and “There, you look like a teenager” or “There. I can’t make you more beautiful”. Spiros interpreted for him. It was an excellent hair cut. After another cigarette he would start on Spiros following the exact same routine.

The only time his razor had ever slipped was when he had only recently returned to work a month after his son had suddenly and unexpectedly died and, as he was shaving Spiros who tends to philosophize, and Spiros was trying to explain to him that a life was like a ship at sea and some ports were closer than others, I saw the barber quickly tear a tiny piece of paper towel and apply it to Spiros’ cheek, and then again on his chin, and another on his upper lip until Spiros looked like he had been in a knife fight. For a few times after that we both were on razor alert but, though our barber never slipped again, Spiros still never spoke while being shaved. Not altogether a bad idea.

Untouched by the modern world my barber didn’t own a computer or drive a car. He didn’t have cable television, only public. His was a simpler time. Born amidst the world wide Great Depression, he was a boy during the Italian and German occupation in World War II. He remembered when you listened to the news on the radio and were called upon to use your imagination. Then came television and there was no longer any need for imagination; it was right there and required less of you. And now with computers, everything was instant and required even less of you which somehow caused stress. He couldn’t explain it. He had lived through the civil war, the junta, his son’s death and his wife’s incapacity, together with the enormous changes on the island and with the society in general. His life had been simple yet heroic. His work had been the one constant in his life. In that little room, hot in the summer, freezing in the winter, he found solace. It was his temple. His clients were his friends and he could visit and chat and smoke and complain about the political situation but, and this was essential, he had to be cheerful for them, exchange stories, engage in a little light gossip, so he must have had to be cheerful in turn, which emboldened his spirit and gave him the strength to soldier on.  Our barber left us this year, to our great loss. Though he will remain forever in our hearts and in our thoughts.

Το Κούρεμα

  Το να φυτεύεις ένα δέντρο, το να κόβεις ένα λουλούδι ή να πηγαίνεις για κούρεμα γίνεται καλύτερo όταν έξω υπάρχει πανσέληνος. Μην με ρωτήσετε γιατί , αλλά έχει να κάνει με την επίδραση της σελήνης στο νερό . Επειδή δεν έχω καμία δεξιοτεχνία στην κηπουρική και το μαλλί μου μετά βίας καλύπτει το κεφάλι μου, η έννοια που περιβάλλει την πανσέληνο είναι ένας παλαιός μύθος, ο οποίος έχει γίνει μέρος της ζωής μου μαζί με αλλά ανεξήγητα όπως το να φτύσεις στο πάτωμα τρεις φορές για να διώξεις το κακό μάτι . Έχοντας αυτά κατά νου, κουρευόμουν μόνο την ημέρα που είχε πανσέληνο , και πήγαινα πάντα με τον φίλο μου τον Σπύρο , ο οποίος με σύστησε και σε αυτή την ιδέα αλλά και σε αυτόν τον μπαρμπέρη «οχτώ ευρώ για ένα κούρεμα και για ένα παραδοσιακό ξύρισμα». Εγώ του δίνω δέκα . Γιατί όχι ;
    Το κουρείο ήταν στην Ακρόπολη . Κατά μήκος ενός στενού λιθόστρωτου δρόμου , κάτω από μια σειρά παλαιών πέτρινων σκαλοπατιών, χωρίς καμία ταμπέλα, μήτε κάποια εξωτερική ένδειξη ότι διεξάγονταν κάποια επιχείρηση μέσα στο παλαιό διώροφο ασβεστωμένο σπίτι . Στην μπροστινή πόρτα υπήρχε ένα παράθυρο που του έλειπε το τζάμι , επιτρέποντας έτσι στο χέρι να φτάνει και να ανυψώνει το μάνταλο . Πίσω από την πρώτη πόρτα στα δεξιά υπήρχε ένα μακρύ ασβεστωμένο δωμάτιο χωρίς τίποτα που να διακοσμεί τους τοίχους, δυο παλαιές καρέκλες ταβέρνας κατά μήκος του τοίχου, έναντι δύο άλλων στρωμάτων, το ένα πάνω στο άλλο με ένα πολύχρωμο κάλυμμα. Κατά μήκος του τέταρτου τοίχου ήταν το κέντρο των εργασιών :ένας πάγκος , μερικά συρτάρια , ένα ρολό από χαρτοπετσέτες , ένα γκαζάκι , ένα μικρό κατσαρολάκι, ένα μεγάλο πλαστικό μπουκάλι νερού, μια κούπα ξυρίσματος, τρία ψαλίδια , κόφτες με δυο ξεχωριστές κεφαλές και ένας καθρέφτης κατά μήκος του τοίχου ο οποίος σε έδειχνε με τον χειρότερο δυνατό νέον φωτισμό .Μια μικρή φωτογραφία χωρίς κορνίζα από τον μπαρμπέρη και τον γιο του στηριγμένη στο πιο απομακρυσμένο τμήμα του ραφιού . Μία και μοναδική πολυθρόνα κουρείου, η οποία είναι σχεδόν απερίγραπτη, με εξαίρεση το ότι ήταν μαύρη, αντίκα και πολύ παλιακιά που ολοκλήρωνε το σκηνικό .
    Περιμένοντας να σε υποδεχτεί ήταν ο μπαρμπέρης , ένας ψηλός λιγνός άντρας περίπου στα ογδόντα του χρόνια , με αξιοπρόσεχτα γκρι μαλλιά , βυθισμένα μάγουλα , αστραφτερά μάτια και ένα στόμα γεμάτο από αληθινά δόντια όταν χαμογελούσε να σε υποδεχτεί . Συνταξιούχος , κουρεύοντας μερικά κεφάλια για να αυξήσει την όλο και πιο φθίνουσα σύνταξη του για τον εαυτό του και για την κλεισμένη μες το σπίτι γυναίκα του , εκείνος αποτελούσε μέλος της διαβόητης Ελληνικής μαύρης οικονομίας . Έκοβε μαλλιά για πάνω από εξήντα πέντε χρόνια και το χέρι του ήταν τόσο σταθερό όσο ήταν στα δεκαπέντε του χρόνια . Ευγενικός και γλυκομίλητος δεν μιλούσε ελληνικά , όμως ο Σπύρος μετέφρασε για εμένα και είμασταν πολύ εγκάρδιοι ο ένας με τον άλλον .
   Μάλλον δεν θα είχε αλλάξει την τέχνη του από τότε που την πρώτο έμαθε πριν εξήντα πέντε χρόνια , ένα στεγνό κούρεμα , εφόσον δεν υπήρχε πηγή νερού στο δωμάτιο , έπειτα χτένιζε , κούρευε και περιέκοβε συνομιλώντας για το πως ήταν τα πράγματα στην Σκιάθο όταν ήταν ιδιοκτήτης του κουρείου κάτω από την εκκλησία . Τα πράγματα ασφαλώς έχουν αλλάξει από τότε που ήταν μικρός… «δεν υπήρχε λύκειο , μήτε τουρίστες ,ούτε δρόμοι.» Το κούρεμα διήρκησε πέντε λεπτά . Έπειτα έκανε ένα διάλειμμα για τσιγάρο και συνέχισε την κουβέντα. «…δεν υπήρχε ομάδα ποδοσφαίρου , ούτε κέντρο υγείας , κανένα δρομάκι στην παραλία , ούτε λιμάνι από την άλλη πλευρά , μόνο σπίτια.» Άναψε το γκαζάκι , τίναξε λίγη πούδρα στο κατσαρολάκι , έχυσε λίγο νερό από το μπουκάλι μέσα σε αυτό , ανακάτεψε το μίγμα και το άφησε πάνω από τον καυστήρα για να το ζεστάνει , έχυσε το περιεχόμενο στην κούπα ξυρίσματος , ανακατεύοντας σθεναρά και το πασάλειψε στο πρόσωπο σου για περισσότερη ώρα από ότι θεωρούσες αναγκαίο κι έπειτα προσεκτικά το έξυσε , εξομαλύνοντας το δέρμα . Γύρω από τα αυτιά και κάτω από τις πλευρές , με το ξυράφι του , και τότε είχε τελειώσει .Μια πιτσιλιά από after shave , ένα σύντομο σκούπισμα με μια χαρτοπετσέτα , τρία ταμποναρίσματα από ένα είδος αλοιφής , την οποία άπλωσε γύρω από την γενειάδα , άλλο ένα σύντομο χτένισμα και «Κοίταξε , μοιάζεις με έφηβο» ή «Κοίταξε , δεν μπορούσα να σε κάνω πιο όμορφο». Ο Σπύρος μετέφρασε για εκείνον. Ήταν ένα εξαιρετικό κούρεμα. Μετά από άλλο ένα τσιγάρο , θα άρχιζε την ίδια ρουτίνα ,αυτήν την φορά στον Σπύρο .
    Η μοναδική φορά που του γλίστρησε το ξυράφι , ήταν όταν είχε επιστρέψει στην δουλειά έναν μήνα μετά από τον ξαφνικό και απρόσμενο θάνατο του γιου του , ενώ ξύριζε τον Σπύρο ο οποίος έτεινε να φιλοσοφεί , καθώς ο Σπύρος προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι η ζωή ήταν σαν ένα καράβι στη θάλασσα και μερικά λιμάνια ήταν πιο κοντά από τα άλλα , είδα τον μπαρμπέρη να σκίζει ένα μικροσκοπικό κομμάτι χαρτοπετσέτας και να το βάζει στο μάγουλο του Σπύρου και έπειτα ξανά στο πιγούνι και άλλο ένα στο άνω χείλος του , στο σημείο που ο Σπύρος έμοιαζε λες και είχε μπλεχθεί σε καβγά με μαχαίρια . Για μερικές φορές αργότερα , βρισκόμασταν σε εγρήγορση σε περίπτωση που του ξανά γλιστρούσε η λεπίδα του ξυραφιού , αν και δεν ξανά γλίστρησε ποτέ ξανά στον μπαρμπέρη , ο Σπύρος δεν ξαναμίλησε ενώ ξυρίζονταν. Διόλου άσχημη ιδέα .
       Ανέγγιχτος από την σύγχρονη ζωή , καθώς δεν κατείχε ηλεκτρονικό υπολογιστή ούτε οδηγούσε αμάξι . Δεν είχε καλωδιακή τηλεόραση , μόνο δημόσια . Οι εποχές ήταν πιο απλές. Γεννημένος εν μέσω της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, ήταν μονάχα ένα αγόρι μεταξύ της Ιταλικής και Γερμανικής κατοχής στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο . Θυμόταν όταν άκουγες τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο και καλούσουν να χρησιμοποιήσεις την φαντασία σου . Και μετά ήρθε η τηλεόραση , όπου δεν χρειάζονταν πλέον να χρησιμοποιήσεις την φαντασία σου . Ήταν εκεί μπροστά σου και απαιτούσε λιγότερα από εσένα. Και τώρα πια με τους υπολογιστές , ήταν όλα στιγμιαία και απαιτούσαν λιγότερα από τον εαυτό σου , που κατά κάποιον τρόπο προκαλούσε άγχος . Δεν μπορούσε να το εξηγήσει . Είχε ζήσει τον εμφύλιο πόλεμο , την χούντα , τον θάνατο του γιου του και την ανικανότητα της γυναίκας του , μαζί με τις τεράστιες αλλαγές στο νησί και γενικά στην κοινωνία . Η ζωή του , ήταν απλή αλλά ηρωική. Η δουλειά του αποτελούσε το μοναδικό σταθερό πράγμα στην ζωή του . Σε αυτό το μικρό δωμάτιο , ζεστό το καλοκαίρι , παγωμένο το χειμώνα , έβρισκε παρηγοριά . Ήταν ο ναός του. Οι πελάτες ήταν οι φίλοι του που μπορούσαν να τον επισκέπτονται και να συζητούν, να καπνίζουν , να παραπονιούνται για την πολιτική κατάσταση αλλά ,κι αυτό ήταν ουσιώδες, ήταν απαραίτητο να είναι χαρωπός για αυτούς ,να ανταλλάσσει ιστορίες, να δεσμεύεται σε λίγο ανάλαφρο κουτσομπολιό, οπότε για αντάλλαγμα έπρεπε να είναι χαρούμενος ,κάτι που συμβόλιζε την ψυχή του και την δύναμη του να συνεχίζει μπροστά . Ο μπαρμπέρης μας άφησε φέτος , μεγάλη μας απώλεια . Ωστόσο θα παραμείνει παντοτινά στις καρδιές μας και στις σκέψεις μας .
Μετάφραση : Φωτεινή Πατσογιάννη