Ο Παπαδιαμάντης ως συγγραφέας κατέγραψε με συνέπεια και ανθρωπιστική διάθεση τις συνθήκες ζωής των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων της εποχής του δίνοντάς τους φωνή και φωτίζοντας τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης τους κατά τις πρώτες δεκαετίες ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Στερεότυποι , κλασικοί αλλά και ήρωες που προηγούνται της εποχής του παρελαύνουν στα διηγήματά του.
Στις ιδιαίτερες κατηγορίες των χριστουγεννιάτικων και πασχαλινών διηγημάτων του βλέπουμε τους ήρωες άλλοτε να πασχίζουν και άλλοτε να απολαμβάνουν με τον γνήσιο και απλοϊκό τους τρόπο το νόημα της μεγάλης εορτής. Συγκεκριμένα στα πασχαλινά του διηγήματα, τα παιδιά κατέχουν ξεχωριστή θέση καθώς είναι η εποχή που ελεύθερα από τις σχολικές υποχρεώσεις και σχετικά απαλλαγμένα από τις εργασίες στις οποίες βοηθούσαν την οικογένεια αναμένουν ανυπόμονα την χαρούμενη ατμόσφαιρα της ανοιξιάτικης γιορτής.
Ας δούμε μερικά τέτοια διηγήματα.

Στην «Τελευταία βαπτιστική» (1888) η ηλικιωμένη κυρα-Σοφούλα Κωνσταντινιά είναι περήφανοι για τα 40 κορίτσια που έχει καταφέρει να βαπτίσει. Ο σύζυγός της την ειρωνεύεται κατηγορώντας την πως το θεωρεί κάτι σαν παιχνίδι. Την Μεγάλη Πέμπτη ζυμώνει στο σπίτι της τσουρέκια για τα βαπτιστήρια. Τη βοηθά η μεγαλύτερη βαφτισιμιά της και παρούσα είναι και η μικρότερη. Όταν αφήνει τη μικρότερη υπό την εποπτεία της πρώτης, η μικρή ξεφεύγει από την προσοχή της πέφτει στο πηγάδι της αυλής με τραγική κατάληξη:
«Ἀλλ᾽ ἡ Ἀθηνιὼ ἐλησμόνησεν ἅμα ἀκούσασα τὴν σύστασιν τῆς κυρίας της, καὶ ἐπειδὴ εἰς τὰς πεζούλας ἐκάθηντο τέσσαρες ἢ πέντε γειτόνισσαι, καὶ γνωρίζομεν πόσον περισπούδαστος εἶναι ἡ συνδιάλεξις τῶν ἀέργων γυναικῶν, ἐκάθισε πλησίον αὐτῶν, καὶ ἄφησε τὴν μικρὰν Σοφούλαν νὰ τρέχῃ.
Δὲν ἤρκεσε τοῦτο, ἀλλὰ παραγγελθεῖσα ὑπὸ τῆς κυρίας της νὰ ἀντλήσῃ ὕδωρ ἐκ τοῦ φρέατος, ἐγέμισε μὲν τὴν στάμνον, ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισε νὰ κλείσῃ τὸ στόμιον τοῦ φρέατος, ὅπως τὸ εὗρε κεκλεισμένον, τὸ ἄφησε δὲ ἀνοικτόν. Ἀπροσεξία εἰς ἣν οὐδέποτε θὰ ὑπέπιπτεν ἡ γραῖα Σοφούλα ἢ ἄλλη φρόνιμος γυνή. Μή τις δὲ ἀμφιβάλῃ ὅτι τὴν σύστασιν ταύτην ἡ γραῖα ἔκαμε χιλιάκις εἰς τὴν δουλεύτραν της, ἀλλ᾽ ἡ Ἀθηνιὼ δὲν ἦτο ἐξ ἐκείνων τῶν γυναικῶν αἵτινες καθίστανται προσεκτικαί.
Εἰς τὴν ἀκμὴν λοιπὸν τῆς πλήρους ἐνδιαφέροντος συνδιαλέξεώς των, ἤκουσαν αἴφνης αἱ εἰς τὴν πεζούλαν καθήμεναι γυναῖκες κρότον τινά, ὡς πλατάγησιν σώματος πίπτοντος εἰς ὕδωρ, καὶ συγχρόνως πεπνιγμένην κραυγήν, καὶ μετ᾽ αὐτὴν δευτέραν κραυγὴν δυνατωτέραν.
Αἱ γυναῖκες ἀνωρθώθησαν αὐτομάτως.
Ἀλλὰ πρὶν αὐταὶ κινηθῶσιν, ἡ θύρα τοῦ ἰσογείου ἠνοίχθη μετὰ κρότου, καὶ ἡ θεια-Σοφούλα, ἔντρομος, ἀνυπόδητος, μὲ τὲς κάλτσες μόνον, γυμνώλενος, μὲ τὰς χεῖρας ζυμαρωμένας, ἔτρεξε πρὸς τὸ φρέαρ κράζουσα:
―  Τὸ κορίτσι! τὸ κορίτσι!».

Στην «Άκληρη» (1905) μία γυναίκα λαχταρά να αποκτήσει δικά της παιδιά και αν και περιβάλλεται από πολλά παιδιά συγγενών και γειτόνων δεν το κατορθώνει ούτε μέσω της υιοθεσίας μένοντας κοινωνικά στιγματισμένη και ελπίζοντας στην αγάπη των μακρινών ανιψιών της:
«Νέα ὅταν ἦτον ἡ Μαχώ, ἐνόσω εἶχεν ἀκόμη ἐλπίδα, ν᾿ ἀποκτήσῃ κι αὐτὴ τέκνον, ἐσυνήθιζε ν᾿ ἀγαπᾷ ὅ,τι σήμερον ὠνόμαζε «κλῆρες», τὰ παιδιὰ τοῦ κόσμου. Ἀλλ᾿ ἀφοῦ εἶχε κάμει τόσα ταξίματα καὶ μετεχειρίσθη ψευτογιατρικά, κ᾿ ἐπῆγε δύο τρεῖς φορὲς στὰ «Θέρμα», καὶ ἡ στείρωσίς της δὲν ἐθεραπεύθη, καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ καρπογονήσῃ ―τώρα, τελευταῖον, ἐξενιτεύθη καὶ ὁ σύζυγός της, κι αὐτὴ πλέον ἤρχισε νὰ γηράζῃ―, δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ ὑποφέρῃ τὰ μικρὰ παιδιά· καθίσταντο λίαν ὀχληρά!
Διότι ὁ γιαλὸς εἶχε βάρκες, καὶ μέσα στὶς βάρκες ἐπηδοῦσαν οἱ κλῆρες, κ᾿ ἐφώναζαν, καὶ ἀτακτοῦσαν· ἂν ἦτον καλοκαίρι, πρωί, βράδυ, μεσημέρι, δὲν ἔπαυαν νὰ κολυμβοῦν, κ᾿ ἐβουλιοῦσαν τὶς βάρκες, κ᾿ ἔκαναν διαβολεμένον θόρυβον· καὶ ἡ μικρὰ πλατεῖα εἶχε δένδρα, κ᾿ ἐπάνω στὰ δένδρα ἀνερριχῶντο οἱ κλῆρες, κ᾿ ἔτρωγαν μισοάγουρα τὰ μοῦρα καὶ τὰ ζίζυφα, κ᾿ ἐκυνηγοῦσαν τὰ πουλιά, κ᾿ ἔσπαζαν τὰ κλωνάρια· καὶ κανὲν ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν ἔπιπτε ποτὲ κάτω νὰ μισερωθῇ διὰ νὰ πάρουν φόβον τ᾿ ἄλλα. Καὶ ἀπὸ τὸ ἓν ἐργαστήριον ὁ βαρελὰς ἦτον ἄνθρωπος μαλακός, κ᾿ ἐπέτρεπεν εἰς τὶς κλῆρες νὰ κυλοῦν τὰ βαρέλια, νὰ τοῦ χαλοῦν τὰ στεφάνια, νὰ κάμουν ὧρες-ὧρες τρομερὸν βόμβον εἰς τὴν γειτονιάν. Καὶ ὅσον διὰ τοὺς δύο ἀδελφοὺς γύφτους τοῦ ἄλλου ἐργαστηρίου, ὁ μαστρο-Γιάννης, ὅσον καὶ ἂν τὰ ἐμάλωνε, δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὰ περιορίσῃ· καὶ ὁ Γιάλα-Ντρίτσας ἐπικαλούμενος, ὁ ἄλλος ἀδελφός, ἦτον πάντοτε σχεδὸν μεθυσμένος κ᾿ οἱ μάγκες εἶχον εὕρει μὲ αὐτὸν καλὴν διασκέδασιν. Ἐκτυποῦσαν κ᾿ ἔσπαζαν τοὺς φυσητῆρας, ἔκλεπταν τεμάχια σιδήρων, τοῦ ἥρπαζαν τὶς βρεχτοῦρες, καὶ τὸν ἐκυνηγοῦσαν μὲ ἀλαλαγμοὺς καὶ φωνές:
― Γιάλα-Ντρίτσα! Γιάλα-Ντρίτσα!».

Στο διήγημα «Υπό την βασιλικήν δρυν» (1901) ο αφηγητής περνάει την δεύτερη ημέρα του Πάσχα από έναν δρόμο όπου όταν ήταν παιδί θαύμαζε την μεγαλόπρεπη βελανιδιά που υπήρχε και είχε αναπτύξει μία πολύ ιδιαίτερη σχέση μαζί της:
«Κατηρχόμεθα ἐκεῖ συνήθως τὰς ἡμέρας τοῦ Πάσχα, εἶτα πάλιν τοῦ Ἁγ. Γεωργίου ἤ τὴν Πρωτομαγιάν, ἄλλοτε δὲ τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου ἤ τῆς Ἀναλήψεως. ᾽Επὶ τερπνοῦ λόφου ὑπῆρχε τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγ. ᾽Ιωάννου τοῦ Θεολόγου, ὅπου ἐλειτουργούμεθα.
Ἤγοντο ἐκεῖ χοροὶ καὶ πανηγύρεις˙ δρόσος καὶ ἀναψυχὴ καὶ χάρμα ἐβασίλευεν. Ἐθύοντο ἀρνία καὶ ἐρίφια, καὶ σπονδαὶ ἐγίνοντο πυροξάνθου ἀνθοσμίου. Ἐτελοῦντο ἀγῶνες ἀμίλλης, δισκοβολίαι καὶ ἅλματα. ῎Επληττε τὰς πραείας ἠχοῦς ὁ φθόγγος τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς λύρας, συνοδεύων τὸ ἔρρυθμον βῆμα τῶν παρθένων πρὸς κύκλιον χορόν. Καὶ ξανθαὶ ἐρυθρόπεπλοι βοσκοποῦλαι ἐπήδων, ἐπέτων, ἐκελάδουν.
Καθὼς εἴχομεν φθάσει ἐκεῖ, τὴν χρονιὰν ἐκείνην, μὲ εἶχε κυριεύσει ζωηρότερον ἡ ἐντύπωσις ἡ μαγικὴ τῆς δρυός. Διηρχόμεθα ἑκάστοτε οὐχὶ μακρὰν τοῦ δένδρου, ἀπέχοντος ἡμισείας ὥρας ὁδὸν ἀπὸ τὸ Μέγα Μανδρί. Ὁ δρόμος μας ἦτο ἐπὶ τῆς κλιτύος, ὀλίγον ὑψηλότερον τῆς θέσεως, ὅπου ἵστατο τὸ δένδρον, ἔτεμνε δὲ πλαγίως τὸ βουνόν, καὶ ἡ δρῦς ἡ μαγική, καθὼς ἐξηκολούθουν νὰ τὴν βλέπω ἐπὶ ἱκανὴν ὥραν, μὲ ἐγοήτευε καὶ μὲ ἐκάλει, ὡς νὰ ἦτο πλάσμα ἔμψυχον, κόρη παρθενικὴ τοῦ βουνοῦ.
Κατὰ τὰς ποικίλας κυμάνσεις τῆς ὁδοῦ, σύμφωνα μὲ τὰ κοιλώματα ἤ τὰς προεξοχὰς τοῦ ἐδάφους καὶ κατὰ τὰς κινήσεις τοῦ ὀναρίου τὰς ἰδιοτρόπους καὶ πείσμονας -καθὼς ἐξάνοιγα τὸ πρῶτον τὴν δρῦν, καθόσον ἐπλησίαζα ἤ ἀπεμακρυνόμην ἀπ’ αὐτῆς,- τόσας θέας, ἀπόψεις καὶ φάσεις ἐλάμβανε τὸ δἑνδρον. Ἐκ πλαγίου καὶ μακρόθεν εἶχεν ὄψιν λιγυρᾶς χάριτος, ἐγγύθεν καὶ κατὰ μέτωπον προέκυπτεν ὅλη μεστὴ καὶ ἀμφιλαφής, βαθύχλωρος, ἐπιβάλλουσα ὡς νύμφη.».

Στο διήγημα «Τα τραγούδια του Θεού» ο αφηγητής που ταυτίζεται με τον συγγραφέα αφηγείται την αγάπη ενός μικρού εξώγαμου κοριτσιού που το μεγάλωνε μία γυναίκα που το συμπόνεσε για τους πασχαλινούς ψαλμούς και την άτυχη κατάληξή του εξαιτίας μίας ασθένειας:
«Ὅταν ἀπεφάγαμεν, κ᾿ ἐσυγκρούσαμεν τὰ κόκκιν᾿ αὐγά, κ᾿ εἴχαμεν κενώσει τὰ τρία τέταρτα τῆς χιλιάρικης ―ἦτο ὡραῖον ρετσινᾶτο, ὅλον ἄρωμα καὶ πτῆσις καὶ ἀφρός― ἀφοῦ ἔψαλεν ὁ γέρων Φίλιππος τὸ Χριστὸς ἀνέστη (ὁ κὺρ Στέφανος δὲν ἤξευρεν ἄλλο νὰ ψάλῃ εἰμὴ τό, ψήσου γίδα ψήσου καὶ ροδοκοκκινίσου), ἠθέλησα κ᾿ ἐγὼ νὰ εἴπω τὸ Ἀναστάσεως ἡμέρα, τὸ ἀλλέγρο, τὸν πρῶτον δηλ. εἱρμὸν τοῦ Κανόνος τῆς ἡμέρας, ὄχι τὸ τελευταῖον τὸ δοξαστικόν, τὸ ἀργόν. Μόλις ἤνοιξα τὸ στόμα μου κ᾿ ἐπρόφερα:
Ἀναστάσεως ἡμέρα,
λαμπρυνθῶμεν λαοί·
Πάσχα Κυρίου Πάσχα…
ἡ μικρὰ Τοτώ, βλέπουσα ἀτενῶς πρός με, ἀφῆκεν ἀκράτητον ἐπιφώνημα χαρᾶς, κ᾿ ἔλαμψε τὸ προσωπάκι της, τὰ ματάκια της, τὸ στόμα της, τὰ μάγουλά της, ὅλα ἐμόρφασαν κ᾿ ἐμειδίασαν ἄρρητον μειδίαμα ἀγαλλιάσεως. Τὸ πρᾶγμα μοῦ ἐπροξένησεν αἴσθησιν. Φαίνεται τῷ ὄντι ὅτι ἔχουν ἄφατον ἄρωμα καὶ κάλλος μαρτυρούμενον «ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων», αὐτὰ τὰ ἐμπνευσμένα ᾄσματα τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας.
Συγχρόνως ἡ Μαρία, μὲ παιδικὴν χαρὰν κι αὐτή, ἀνέκραξεν:
― Αὐτὰ δὲν εἶναι τροπάρια ποὺ ψέλνετε, κύριε.
―Ἀλλὰ τί εἶναι κορίτσι μου; ἠρώτησα.
― Αὐτὰ εἶναι σὰν γλυκὰ-γλυκὰ τραγουδάκια».

Η ζωή των παιδιών στο έργο του Παπαδιαμάντη άλλοτε γλυκιά και άλλοτε γλυκόπικρη, με ελπίδες που δεν προλαβαίνουν να ανθήσουν ή διαψεύδονται κατά την ενηλικίωση, εμπεριέχουν όλη την αθωότητα και την σκληρότητα της εποχής τους. Πιστός στην αλήθεια της πραγματικότητας και με το συνεπές του ήθος και ύφος ο συγγραφέας μας παραθέτει με ειλικρίνεια και χωρίς καμία κριτική πρόθεση την αλήθεια της παιδικής ηλικίας των καιρών του.

Αναδημοσίευση : Ιστολόγιο “Ξαναδιαβάζοντας κλασικά παιδικά βιβλία”