From his beloved grandmother, my friend Spiros inherited a quarter acre of land on a low hillside not far from the airport with a view of the sea and part of the Punta. On it a dozen thousand-year-old gnarled olive trees are scattered around a large well tended vegetable garden through which a stone foot path climbs to a plateau where the first of four kalivis which Spiros built for each of his family members stands. For non Greek readers, a kalivi is akin to a cabin. Not a legal dwelling, but not altogether illegal since most kalivis on Skiathos were built before zoning restrictions. Hence, enforcement is lax, and the kalivi provides a family with a summer getaway in the mountains with room for olive trees, a garden, and a few animals. All but the oldest of Spiros’ kalivis is built in the Pelion style, with slate roofs, varnished chestnut wood window frames, shutters, floors, and ceilings, all supported by fourteen inch thick walls of local stone, but only in grey. No other color is acceptable. Each kalivi is appointed most charmingly. Between the elegant kalivis and grey stone walls, terraces with chestnut railings, and the fresh flowers from the garden and in various pots, the feeling is magical, one might even say mystical. There are two long dining tables, one on the terrace by the oldest kalivi, the other near the large barbeque on a plateau a short distance above. Both tables sit under the barest of structures which hold grape vines and provide welcome shade in the summer.

On some occasions, like Easter Sunday, there would be over seventy people drinking, chatting, laughing, with two of Spiros’ lambs and one of his goats roasting in the barbeque along with two skewers of innards. And since no one arrived empty handed both long tables would be filled with different salads made from fresh garden grown vegetables, cheeses, cheese pies, stuffed grape leaves, fried calamari, cold meats, olives and bread. A table filled with sweets lay waiting. There was every kind of wine from homemade to reserve vineyards to sparkling, and different juices and sodas for the children. There was also a swing hanging from one of the olive trees which was in constant use. There was always music, sometimes live, sometimes recorded, but always Greek, slow songs with thoughtful lyrics, and an occasional humorous song such as where the singer thanks his best friend for running off with his wife. And everyone would sing along, and of course there was dancing, sometimes in circles, sometimes alone in the limelight. The oldest women sat at a ringside table of their own under an ancient olive tree and watched and clapped and laughed. It was a great day.

One voice, whose owner shall remain nameless, was always louder than the rest. She knew all the words to all the songs and couldn’t help singing along with every one of them, full throated with resonant tones and an excellent vibrato but– she never ever ever landed on the right note, even by accident, and she was always a little ahead or a little behind the phrase, and then she even had the audacity to improvise on the melody. Now there were some very good voices among the assembled, and there was a discreet scramble to remove them from her proximity because, when she sang, she confused whoever was near. But she was such a delightful creature, so warm and generous and full of fun, that no one mentioned the one flaw and some, me included, subtly encouraged her, breathlessly awaiting the moment her heartfelt tone, the beat, and the proper note were one.

On other Sundays the core group was reduced to a dozen or so, although one never knew who would be stopping by, a reporter from television news in Athens with his lawyer wife, a local banker, an astrologer, a scrap iron collector. Spiros met them at his hardware store and, if he found them interesting, he included them on Sunday. Everything else was the same, the singing, the dancing, only the menu changed. Spiros might have cooked two large fish one Sunday or three dozen pork chops from one of his pigs the next. He usually threw in a few octopuses that he caught the morning before. Although I don’t speak the language or eat the octopus I was fully able to experience the joy.

Of my many pleasures lost to the Covid virus, this Easter will perhaps be the most painful.

Κυριακές στα Καλύβια

Από την αγαπητή του γιαγιά, ο φίλος μου ο Σπύρος κληρονόμησε ένα στρέμμα γης που βρίσκεται πάνω σε έναν χαμηλό λόφο, όχι μακριά από το αεροδρόμιο με θέα την θάλασσα και ένα μέρος της Πούντας. Πάνω σε αυτόν, βρίσκονται διασκορπισμένα δώδεκα ελαιόδεντρα χιλιάδων ετών γύρω από ένα μεγάλο καλοδιατηρημένο φυτικό κήπο μέσα από τον όποιον ένα πέτρινο μονοπάτι ανεβαίνει στο οροπέδιο όπου βρίσκεται το πρώτο από τα τέσσερα καλύβια, το οποίο έχτισε ο Σπύρος για κάθε ένα από τα μέλη της οικογένειάς του. Για τους μη Έλληνες αναγνώστες , το καλύβι είναι παρόμοιο με μια καλύβα . Τα περισσότερα καλύβια στην Σκιάθο χτίστηκαν πριν από τους περιορισμούς ζωνών . Άρα , η επιβολή είναι χαλαρή , και το καλύβι παρέχει στην οικογένεια μια καλοκαιρινή απόδραση στα βουνά με χώρο για ελαιόδεντρα , έναν κήπο και μερικά ζώα . Όλα εκτός από το παλαιότερο καλύβι του Σπύρου που έχει χτιστεί στο Πηλιορείτικο στιλ , με στέγες σχιστόλιθου , με βερνικωμένα έπιπλα και οροφές,όλα  υποστηρίζονται από πέτρινους τοίχους πάχους 14 ιντσών , αλλά μόνο σε γκρι χρώμα. Κανένα άλλο χρώμα δεν είναι αποδεκτό . Κάθε καλύβι είναι χτισμένο με γοητεία . Ενδιάμεσα από το κομψό καλύβι , και τους πέτρινους τοίχους , τις βεράντες με κάγκελα από ξύλο καστανιάς , και τα φρέσκα λουλούδια από τον κήπο σε ποικίλες γλάστρες , το αίσθημα είναι μαγικό , θα μπορούσε κανείς να πει μαγευτικό . Υπάρχουν δυο μακρόστενες τραπεζαρίες , μια στην βεράντα κοντά στο παλιό καλύβι , ενώ η άλλη βρίσκεται κοντά στο μεγάλο μπάρμπεκιου σε ένα οροπέδιο , σε μικρή απόσταση λίγο παραπάνω . Και οι δυο τραπεζαρίες , βρίσκονται κάτω από χαμηλές κατασκευές , πάνω στις οποίες στηρίζονται τα κλήματα που προσφέρουν μια ευχάριστη σκιά το καλοκαίρι .

Σε μερικές περιστάσεις , όπως την Κυριακή του Πάσχα ,στο σπίτι υπήρχε ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων , πάνω από εβδομήντα άτομα ,οι οποίοι έπιναν , συζητούσαν , γελούσαν ενώ βρίσκονταν δυο αρνάκια του Σπύρου και ένα από τα κατσίκια του που ψήνονταν στο μπάρμπεκιου παράλληλα με δυο σούβλες εντόσθια . Και από την στιγμή που κανένας δεν παρευρίσκονταν στο σπίτι με άδεια χέρια , οι δυο τραπεζαρίες γέμιζαν κατά συνέπεια από διάφορες σαλάτες φτιαγμένες από φρέσκα λαχανικά καλλιεργημένα στον κήπο , από τυριά , τυρόπιτες , ντολμαδάκια , τηγανητά καλαμαράκια , κρύα κρέατα , ελιές και ψωμί . Επίσης τους περίμενε ένα τραπέζι γεμάτο γλυκά . Υπήρχε κάθε είδος κρασιού, από σπιτικό έως υψηλής ποιότητας μέχρι και αφρώδες , καθώς και διάφοροι χυμοί και αναψυκτικά για τα παιδιά . Υπήρχε ακόμα ,και μια κούνια η οποία κρέμονταν από ένα ελαιόδεντρο , που βρίσκονταν συνεχώς σε χρήση . Υπήρχε πάντα μουσική , άλλοτε ζωντανή άλλοτε ηχογραφημένη αλλά πάντοτε ελληνικά αργά τραγούδια με στοχαστικούς στίχους και σε μερικές περίπτωσεις χιουμοριστικά τραγούδια όπως εκείνα στα οποία ο τραγουδιστής ευχαριστούσε τον κολλητό του που το έσκασε με την γυναίκα του. Και όλοι που παρευρίσκονταν εκεί τραγουδούσαν , και φυσικά χόρευαν είτε σε κύκλους είτε μερικές φορές μονάχοι στο φως . Οι μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες , κάθονταν σε ένα δικό τους τραπεζάκι κάτω από ένα αρχαίο ελαιόδεντρο ενώ έβλεπαν ,χειροκροτούσαν και γελούσαν . Ήταν μια υπέροχη ημέρα .

 

Ωστόσο υπήρχε μια φωνή δυνατότερη από οποιαδήποτε άλλη που ξεχώριζε στο πλήθος , το όνομα της οποίας θα παραμείνει άνώνυμο. Γνώριζε όλους τους στίχους σε όλα τα τραγούδια και δεν μπορούσε να αντισταθεί στο γεγονός να μην τραγουδήσει μαζί με κάθε έναν από εκείνους ,με γεμάτο λαιμό με συντονισμένους τόνους και εξαιρετικό vibrato αλλά ποτέ μα ποτέ δεν προσγειωνόταν στην σωστή νότα ακόμη και τυχαία και ήταν πάντα λίγο μπροστά ή λίγο πίσω από την φράση του τραγουδιού , είχε ακόμη και το θράσος να αυτοσχεδιάσει στην μελωδία . Τώρα υπήρχαν και μερικές φωνές μεταξύ των παρευρισκομένων , και υπήρχε ένας διακριτικός αγώνας για να την απομακρύνουν από την εγγύτητά της διότι όταν τραγουδούσε μπέρδευε όποιον ήταν κοντά . Ωστόσο ήταν ένα τόσο ευχάριστο πλάσμα , τόσο θερμή τόσο γεναιόδωρη και πολύ διασκέδαστική , που κανείς δεν ανέφερε το μοναδικό της ελάττωμα και μερικοί ακόμη και εγώ ,την ενθαρρύναμε με διακριτικό τρόπο , περιμένοντας με κομμένη την ανάσα την στιγμή όπου ο εγκάρδιος τόνος της , ο σωστός ρυθμός και η σωστή νότα θα ήταν ένα .

 

Τις άλλες Κυριακές , η βασική ομάδα μειώνονταν σε δώδεκα περίπου άτομα , αν και ποτέ δεν ήξερε κανείς ποιος θα σταματούσε , ίσως ένας δημοσιογράφος από τα τηλεοπτικά νέα στην Αθήνα με την δικηγόρο γυναίκα του , ίσως ένας τοπικός τραπεζίτης , ένας αστρολόγος ίσως ακόμη και ένας συλλέκτης παλαιών σιδηρών . Ο Σπύρος τους συναντούσε όλους στο κατάστημα σιδηρικών του και σαν τους έβρισκε ενδιαφέροντες , τους συμπεριελάμβανε την Κυριακή . Όλα τα άλλα ήταν ίδια , το τραγούδι , ο χορός , μόνο το μενού άλλαζε . Ο Σπύρος θα μπορούσε να μαγειρέψει δυο μεγάλα ψάρια την Κυριακή ή τρεις δεκάδες χοιρινές μπριζόλες την επόμενη . Συνήθως μαγείρευε και μερικά χταπόδια που είχε πιάσει το πρωί της προηγούμενης ημέρας . Αν και δεν μιλώ την γλώσσα ή δεν τρώω το χταπόδι , ήμουν απόλυτα σε θέση να ζήσω την χαρά .

 

Από τις πολλές απολαύσεις μου που χάθηκαν από τον ιό COVID , αυτό το Πάσχα θα είναι ίσως το πιο οδυνηρό .