Ο θεσμός των τελωνείων υπάρχει από την αρχαιότητα για τον απαραίτητο συνοριακό έλεγχο των εμπορευμάτων, την είσπραξη τελών και την επιβολή περιορισμών και απαγορεύσεων. Ο Δ. Μπουρίκος, τελωνειακός και υπ. δρ. Παντείου Πανεπιστημίου, σημειώνει στην εισαγωγή του Λευκώματος «1830-2020/ 190 χρόνια ελληνικά τελωνεία»: «Η Εθνική Παλιγγενεσία το 1821 και η περίοδος του Αγώνα της Εθνικής Ανεξαρτησίας μέχρι το 1828, στηρίχθηκε και στα τελωνεία των περιοχών της Πελοποννήσου και των Σποράδων τόσο για τη de facto άσκηση κρατικής κυριαρχίας έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και για τη συλλογή ζωτικών προσόδων προς χρηματοδότηση του Αγώνα.» Τεκμήριο που σώζεται στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας Θράκης πιστοποιεί τη λειτουργία τελωνείου στη Σκόπελο από το 1821.

Η Τελωνειακή Υπηρεσία είναι η αρχαιότερη πολιτική υπηρεσία του νεοελληνικού κράτους έχοντας ως θεσμική αφετηρία το 1830 (πρωτόκολλο του Λονδίνου). Από τότε οι Σποράδες εντάχθηκαν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος αποτελώντας το βορειότερο σύνορό του. Στις ελεύθερες από όλη τη Θεσσαλία Σποράδες λοιπόν, αναπτύχθηκαν τα πρώτα τελωνεία μέχρι την απελευθέρωσή της το 1881. (Αργότερα, το 1899, οι Σποράδες εντάχθηκαν στο νομό Μαγνησίας). Ο Δ. Μπουκόρος σε άρθρο του (magnesianews.gr /08-01-2022) με τίτλο: «Θεσσαλικές όψεις μέσα από την ελληνική τελωνειακή ιστορία» γράφει: «Σε έγγραφα και αρχεία του 1830-1832, καταγράφεται λειτουργία τελωνειακής αρχής στη Σκιάθο και στη Σκόπελο, ενώ στον πρώτο κανονιστικό πίνακα των τελωνειακών καταστημάτων (1836), καταγράφεται λειτουργία υποτελωνείων στη Σκιάθο και στη σκόπελο, καθώς και τελωνειακού σταθμού στα Ηλιοδρόμια (Αλόννησος).» Τέλος, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο αριστουργηματικό του διήγημα «Βαρδιάνος στα σπόρκα» που δημοσίευσε το 1893 και αναφέρεται στη χολέρα του 1865 στην Ελλάδα, γράφει σχετικά με το τελωνείο στη Σκιάθο: «Παρὰ τὴν ἀποβάθραν τοῦ τελωνείου, πολλὰ πλοιάρια δεμένα, μ᾽ ἕνα ναύτην ἐπ᾽ αὐτῶν, μὲ τὰ πηδάλια εἰς τὴν θέσιν των, ἐφαίνοντο ἕτοιμα πρὸς ἀπόπλουν. Ἐπὶ τῆς ἀποβάθρας ἐφαίνοντο σωροὶ ξυλικῆς, δοκῶν καὶ σανίδων, αἱ ὁποῖαι δὲν μετεκινήθησαν ἀπὸ τῆς πρωίας ἐκεῖθεν, ὡς θὰ συνέβαινεν ἂν ἦσαν προωρισμέναι πρὸς μεταφορὰν ἐντὸς τῆς πόλεως, ἀλλ᾽ εἶχον ὄψιν τινὰ ὡς νὰ ἦσαν διὰ μβαρκάρισμα, καὶ τοῦτο, ἐνῷ δὲν εἶχον κουβαληθῆ ἀπὸ τὴν ξηράν, ἡ δὲ νῆσος καίτοι δασώδης, δὲν παρῆγε βεβαίως οἰκοδομήσιμον ξυλείαν.

Τέσσαρες ἢ πέντε ἡλιοκαεῖς ἄνδρες ἐκάθηντο εἰς τὸ κεφαλόσκαλον, ἀπέναντι τῶν ἀρχείων, περιμένοντες πότε νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἔλθῃ ὁ ὑγειονόμος καὶ ὁ ὑποτελώνης. Ἐπρόκειτο περὶ ἐργολαβίας, περὶ ξυλείας, περὶ κατασκευῆς παραπηγμάτων, καὶ περὶ καθάρσεως διὰ τοὺς ἐπιβάτας τῶν καταπλεόντων πλοίων…»