Τα θρυλικά μέλη του μεγαλύτερου διαχρονικά μουσικού συγκρότητος στον κόσμο, οι Beatles, βρέθηκαν για διακοπές στην Ελλάδα των Συνταγματαρχών στα τέλη Ιουλίου του ταραγμένου 1967. Στις 23 του μήνα ξεκίνησαν από την Αθήνα για μια εκδρομή σε Αράχωβα, Δελφούς, Ιτέα κ.λ.π. Η τεράστια πίεση όμως δεν ήταν δυνατόν να τους εγκαταλείψει. Τους κυνηγούν παντού οι θαυμαστές και οι παπαράτσι. Έχουν κουραστεί απ’ την αφόρητη δημοσιότητα. Θέλουν να χαθούν , αν είναι δυνατόν, από προσώπου γης. Ο John Lennon προτείνει ν’ αγοράσουν κάποιο ελληνικό νησί και να το μετατρέψουν σε hippie camp όπου θα ζουν ελεύθεροι, θα ‘’καπνίζουν’’, θα γράφουν και θα παίζουν μουσική… Η ιδέα τους συναρπάζει…

Για να ζήσουν το όνειρό τους, στις 25 Ιουλίου επιβιβάζονται στο νοικιασμένο πολυτελές γιοτ MV Arvi που διέθετε 24 κουκέτες και πλήρωμα 8 ατόμων. Η κρουαζιέρα τους περιλαμβάνει το γύρο της Αττικής και τον Ευβοϊκό με κατεύθυνση βόρεια ως τη Σκιάθο. Στο ταξίδι τους, όπως έχει γραφεί, βρήκαν δυο ερημονήσια που κυριολεκτικά τους μάγεψαν: την Αγία Τριάδα κοντά στην Ερέτρια και τον Τσουγκριά έξω απ’ τη Σκιάθο. Η γραφειοκρατία όμως δεν τους επέτρεψε στη συνέχεια να προχωρήσουν σε κάποια αγορά. Άλλωστε, όπως είπε ο Ringo Starr :«Ήμασταν υπέροχοι στο να πηγαίνουμε διακοπές με μεγάλες ιδέες, αλλά ποτέ δεν τις πραγματοποιήσαμε.»

Εκείνο όμως που συνέβη πραγματικά την Τετάρτη 26/7/1967, κατά το δημοσίευμα της εφημερίδας Μακεδονία στις 9/8 του ίδιου έτους και από διηγήσεις ντόπιων παρόντων, είναι η μοναδική συναυλία που δόθηκε απ’ το συγκρότημα στην Ελλάδα, μπροστά στο λιμάνι της Σκιάθου, έστω και άτυπα… Να τι έγραψε σχετικά η εφημερίδα ανταποκρινόμενη στο πνεύμα και στο γράμμα της εποχής: «Εν τοσούτω υπήρξαν και από μέρους της ελληνικής νεολαίας εξωφρενισμοί, όταν οι Μπητλς έφθασαν εις την Σκίαθον με μίαν νοικισμένην θαλαμηγόν. Το παν ανεστατώθη εις το λιμάνι και εις την προκυμαίαν. Οι θερμόαιμοι θαυμασταί έφθασαν να κυκλώσουν την θαλαμηγόν, παρεμποδίζοντες την κίνησιν των πλοίων, ζητούντες μία τρίχα από τα μαλλιά των ακούρευτων μουσικών, δια να την έχουν ως ανάμνησιν. Αλλά οι Μπητλς ουδέ εις το κατάστρωμα ενεφανίζοντο.

Επί τέσσαρας ώρας οι θαυμασταί των εξεροψήνοντο από τον ιουλιανόν ήλιον, όταν έξαφνα από το εσωτερικόν της θαλαμηγού ηκούσθησαν ήχοι μουσικής. Έπαιζαν οι Μπητλς και ετραγουδούσαν. Έξαλλοι ηκούοντο ρυθμοί, υστερικαί κραυγαί, πανδαιμόνιον. Και τότε, εις την προκυμαίαν εις το καταμεσήμερον ήρχισε να χορεύει η νεολαία υπό τους ήχους της μουσικής και τας φωνάς των Μπητλς. Όλη η παραλία είχε μεταβληθή εις πίσταν χορού. Ούτε οι άνδρες του λιμεναρχείου, ούτε η αστυνομία ημπόρεσε να σταματήση τον ομαδικόν αυτόν και αλλόφρονα χορόν.

Το μόνον που κατόρθωσαν ήτο να αποτρέψουν το ομαδικόν “ρεσάλτο” εις την θαλαμηγόν. Ημπορεί, βεβαίως, το γενόμενον εις την Σκίαθον να μην ομοιάζη με όσα έγιναν αλλού, από την νεολαίαν υποδεχόμενην του Μπητλς. Ήτο όμως και αυτό ένα ομαδικόν παραλήρημα, γνώρισμα της εποχής μας».