Με αφορμή την προχθεσινή, ενδέκατη κατά σειρά, απονομή του θεατρικού βραβείου «Ελευθερία Σαπουντζή» στη μνήμη της πρόωρα εκλιπούσας σκηνοθέτιδας, η μητέρα της, Σοφία, μίλησε αποκλειστικά στο SkiathosLife.gr. Η 82χρονη Σκιαθίτισσα σε μία εξομολόγηση από καρδιάς, μοιράστηκε τις αναμνήσεις της από την αγαπημένη κόρη της, η οποία φέτος θα γιόρταζε τα 51α γενέθλιά της.

Η κ. Σοφία Σαπουντζή μίλησε για τη διατήρηση της μνήμης της κόρης της

Ο πόνος του γονιού για την απώλεια του παιδιού του είναι αδιανόητος, όσα χρόνια κι εάν περάσουν… Πόσο δε για τη μητέρα, η οποία βιώνει τον θάνατο μιας ζωής που έφερε η ίδια στον κόσμο. Και για την κ. Σοφία Σαπουντζή, ειδικά κάθε Σεπτέμβρης, έπειτα από εκείνον που απώλεσε την Ελευθερία, κυλάει με μεγαλύτερη δυσκολία. «Τούτες οι μέρες είναι δύσκολες και τα αισθήματα ανάμικτα», παραδέχθηκε συγκινημένη.

«Χάρη στο βραβείο διατηρούμε ζωντανή τη μνήμη της, γιατί έχουν περάσει και είκοσι δύο χρόνια. Εάν δεν είναι δικός σου άνθρωπος, για τους άλλους ξεχνιέται. Γι’ αυτό με χαροποιεί η υπόθεση της απονομής. Από την άλλη, όταν η κοπέλα που κάνει τις δημόσιες σχέσεις, μου λέει: «Στείλτε μου φωτογραφίες της Ελευθερίας» και αρχίζω να ψάχνω, καταλαβαίνετε πως δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο», εξομολογήθηκε η κ. Σαπουντζή, η οποία τιμής ένεκεν κατέχει τη θέση της προέδρου στο μη κερδοσκοπικό σωματείο που συστάθηκε, σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατο της Ελευθερίας και απονέμει κάθε δυο χρόνια χρηματικό βραβείο 3.000 ευρώ σε μία νέα δημιουργό έως τριάντα ετών, που διακρίθηκε στη σκηνοθεσία, τη μετάφραση ή την υποκριτική, τους τομείς δηλαδή με τους οποίους ασχολήθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία η εκλιπούσα.

Φωτογραφία της Ελευθερίας από την παράσταση «Δυσδαιμόνα ή Έργο για ένα μαντήλι», σε σκηνοθεσία Κοσμά Φοντούκη. Το έργο ανέβηκε το 1997 στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας

Οι δεσμοί με τη Σκιάθο

«Από τη Σκιάθο καταγόταν η μητέρα μου, ενώ ο πατέρας μου είχε προσφυγική καταγωγή. Εκείνος ήταν από τη Σμύρνη. Αρχικά βρέθηκε στην Αθήνα, σε ηλικία 6-7 ετών, ενώ στη συνέχεια η οικογένειά του κατέληξε στον Βόλο. Εγώ γεννήθηκα στη Σκιάθο, έμεινα στο νησί μέχρι το 1945. Έπειτα, εγκαταστάθηκαμε στον Βόλο. Το 1950-’52 ξαναγυρίσαμε Σκιάθο και μετά Βόλο πάλι, όπου πήγαμε σχολείο. Τότε στη Σκιάθο δεν υπήρχε γυμνάσιο. Τελικά, φύγαμε για την Αθήνα το 1962-’63, καθώς τα χρόνια εκείνα ήταν δύσκολα. Μεσολάβησαν και πολλά τότε. Η Κατοχή, ο Εμφύλιος… Τι να πρωτοθυμηθείς… Στο νησί τώρα δεν έρχομαι συχνά, είμαι μεγάλη πια. Πολλοί από τους συνομήλικούς μου, δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Φροντίζω, όμως, και πηγαίνω στον Σύλλογο Απανταχού Σκιαθιτών. Είμαι συνεπές μέλος, τους βλέπω εκεί με πολλή χαρά. Τώρα βέβαια, πιο πολλά είναι τα παιδιά φίλων. Και τον δήμαρχο γνωρίζω», σημείωσε για τη σχέση της με τη Σκιάθο η κ. Σοφία Σαπουντζή, η οποία οκτώ χρόνια μετά τη γέννηση της κόρης της, συνεργάστηκε με τον φημισμένο σκηνογράφο και ζωγράφο Γιώργο Βακαλό (κατά κόσμον Βακαλόπουλος), ιδιοκτήτη της ομώνυμης σχολής εφαρμοσμένων τεχνών στην Αθήνα: «Kρατούσα τα οικονομικά στη σχολή Βακαλό. Πήγα το 1979 εκεί και εκ των πραγμάτων βρέθηκα κοντά σε πολλούς καλλιτέχνες. Πρόλαβα τον Βακαλό για τρία-τέσσερα χρόνια, δίδασκε σκηνογραφία, ενώ για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα είχα τη σύζυγό του, Ελένη, η οποία ήταν αρκετά νεότερή του».

Ο Δημήτρης Καταλειφός (δεξιά) και ο Δημήτρης Τάρλοου, σε φωτογραφία από την παράσταση «Εγώ, ο Φόιερμπαχ». Πρόκειται για έργο που μετέφρασε η Ελευθερία Σαπουντζή και σύμφωνα με τον Καταλειφό, αυτός ήταν ο καλύτερος ρόλος στην καριέρα του…

Οι καλλιτεχνικές καταβολές της Ελευθερίας

Το πατρικό επώνυμο της σημερινής φιλοξενούμενης του SkiathosLife.gr είναι Μιχαηλίδου, που δεν είναι άγνωστο στους Σκιαθίτες, κυρίως χάρη στον αδελφό της, τον ζωγράφο Γιάννη Μιχαηλίδη (πέθανε τον Ιούλιο του 2021 σε ηλικία 81 ετών). Γίνεται εύκολα αντιληπτό, πως η τέχνη υπήρξε εμφατικά παρούσα στην οικογένεια, κρίνοντας από την πορεία του Γιάννη Μιχαηλίδη, ο οποίος παρότι υπήρξε αυτοδίδακτος, από τις αρχές του 1970 και την πρώτη εμφάνιση στους εικαστικούς κύκλους της εποχής του, απέκτησε φήμη που τον συνόδευσε μισό και πλέον αιώνα.

Την οικογενειακή παράδοση συνέχισε η Ελευθερία Σαπουντζή. Λαμβάνοντας δε, καλλιτεχνική παιδεία, κυρίως στη Γερμανική Σχολή Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1989, ανέπτυξε τα ταλέντα που διέθετε. «Η Ελευθερία είχε δώσει δείγματα γραφής από πολύ νεαρή ηλικία. Έγραφε και έπαιζε θέατρο από μικρή. Ευτύχησε να πάει  σ’ ένα καλό σχολείο, ήταν μάλιστα αριστούχος στη Γερμανική Σχολή. Έτσι βρέθηκε με υποτροφία στο Βερολίνο σπουδάζοντας θέατρο για τρία χρόνια κι ενώ στο ενδιάμεσο, τέλειωσε εδώ τη δραματική σχολή και το πανεπιστήμιο. Ταυτόχρονα τα έκανε αυτά», ανέφερε η κ. Σαπουντζή για την κόρη της, η οποία προτού καταλήξει στην Hochschule der Künste του Βερολίνου για να εξελίξει τις σπουδές της στην υποκριτική, στην Ελλάδα παράλληλα με την απόκτηση πτυχίου στην Ψυχολογία από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, αποφοίτησε από το Εργαστήριο Υποκριτικής Τέχνης του «Αμφι-Θεάτρου» του Σπύρου Ευαγγελάτου. Μάλιστα, για το πέρασμα της Ελευθερίας από το «Αμφι-Θέατρο», έχει καταγραφεί μία ιδιαίτερη μαρτυρία από τη σκηνοθέτιδα και ηθοποιό, Κατερίνα Ευαγγελάτου, η οποία πριν από μία δεκαετία πρόσθεσε το όνομά της στη λίστα των κατόχων του βραβείου στη μνήμη της Σκιαθίτισσας στην καταγωγή δημιουργού. «Συγκινούμαι ιδιαίτερα γιατί το βραβείο αυτό έχει το όνομα της Ελευθερίας Σαπουντζή, της αγαπημένης μαθήτριας της μητέρας μου, της Λήδας Τασοπούλου. Μου μιλούσε συχνά για την Ελευθερία, που έκανε τις σπουδές της στο εργαστήρι του «Αμφι-Θεάτρου» και η μητέρα μου την είχε ξεχωρίσει από την αρχή. Ήθελαν κιόλας να κάνουν μαζί μια παράσταση, με κείμενα της Κρίστα Βολφ, αλλά δεν πρόλαβαν… Γι’ αυτό και έχει διπλή σημασία για μένα αυτή η διάκριση. Σαν να ξανασυναντώ τη μητέρα μου…», είχε πει το 2011 στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, παρουσία μάλιστα του πατέρα της, του αείμνηστου Σπύρου Ευαγγελάτου, σπουδαίου σκηνοθέτη και ακαδημαϊκού, αλλά και πρώην προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών.

Η Ελευθερία Σαπουντζή, ο Γιάννης Χουβαρδάς (στο μέσον) και ο Θωμάς Μοσχόπουλος, έξω από το θρυλικό θέατρο «Αμόρε». Λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, εκεί θα άφηνε την τελευταία πνοή της

Η επιστροφή στην Ελλάδα και οι πρώτες συνεργασίες

Όταν το κεφάλαιο της Γερμανίας έκλεισε για την Ελευθερία Σαπουντζή και πήρε τον δρόμο της επιστροφής για την Ελλάδα, προέκυψαν οι πρώτες συνεργασίες στον καλλιτεχνικό χώρο. Τη δεκαετία του 1990 βρέθηκε στα Θέατρα «Αθηνών», «Εμπρός» και «Οδού Κεφαλληνίας». Στο τελευταίο πραγματοποίησε και το σκηνοθετικό της ντεμπούτο με το έργο «Φωτιά στο πρόσωπο» του Γερμανού Μάριους φον Μάγενμπουργκ, ενώ πέρα από τις εμφανίσεις της επί σκηνής, μετέφραζε με επιτυχία θεατρικά έργα, όπως το «Εγώ, ο Φόιερμπαχ» του Τάνκρεντ Ντορστ.

«Ως ηθοποιός πήρε μέρος σε αρκετές παραστάσεις και παράλληλα έκανε μεταφράσεις δικών της έργων ή φίλων της, π.χ. «Eγώ, ο Φόιρεμπαχ» που είχε ανεβάσει ο Καταλειφός. Ο Δημήτρης ήταν φίλος της. Είχαν παίξει μαζί, ενώ υπήρξε και βοηθός σκηνοθέτη κοντά του. Όπως και στο πλευρό της Νικαίτης Κοντούρη. Η Ελευθερία ασχολούταν με πολλά. Μέχρι και με τη δημοσιογραφία. Διατηρούσε μια στήλη, στην οποία έγραφε για το θέατρο. Γενικότερα, ήταν ένα παιδί που είχε μόρφωση και παιδεία και έψαχνε το αντικείμενο σε βάθος», επισήμανε η κ. Σαπουντζή, η οποία βρισκόταν στο πλευρό του παιδιού της στα πρώτα βήματα που επιχειρούσε στο θέατρο: «Όλοι οι καλλιτέχνες, οι οποίοι πιστεύουν αυτό που κάνουν και το αγαπούν, πάντα έχουν άγχος. Η Ελευθερία δεν αποτελούσε εξαίρεση. Σκεφτόταν διαρκώς εάν θα ήταν καλή. Θυμάμαι πως όταν προετοιμαζόταν για ένα νέο έργο, το ζούσα κοντά της, π.χ. τής κρατούσα τα λόγια, ενώ ήθελε να πηγαίνω τακτικά στο θέατρο για να τη βλέπω, και να της λέω εάν εξελίχθηκε. Εμπιστευόταν, όμως, και την κρίση μου». 

Η γραφή της Ελευθερίας, όπως αποτυπώνεται στις δύο ποιητικές συλλογές που κυκλοφορούν, μαρτυρά μια ευαίσθητη ψυχή, αλλά και περίσσιο ταλέντο, που δεν πρόλαβε να ξεδιπλωθεί σε όλο το εύρος του

«Έφυγε» μέσα στο δεύτερο «σπίτι» της…

Το αδιαμφισβήτητο ταλέντο της Ελευθερίας δεν πέρασε απαρατήρητο από τον Γιάννη Χουβαρδά, έναν από τους πλέον επιδραστικούς σκηνοθέτες των τελευταίων δεκαετιών. Ο τελευταίος, το 2000 την επέλεξε μαζί με τον γεννημένο στην πρώην Γιουγκοσλαβία Θωμά Μοσχόπουλο, προκειμένου να μοιραστούν για μία δοκιμαστική περίοδο τριών ετών τη διεύθυνση του «Θεάτρου του Νότου», που στεγαζόταν τότε στο παλιό θέατρο «Αμόρε» (σ.σ. ο Μοσχόπουλος, ο οποίος στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας επιμελήθηκε σκηνοθετικά το πρώτο τμήμα της τελετής λήξης, έμεινε στο «Θέατρο του Νότου» μέχρι το 2008).

Την περίοδο που έφυγε από τη ζωή, η νεαρή σκηνοθέτρια, μεταφράστρια και ηθοποιός βρισκόταν στις πρόβες του έργου «Ο Θεός είναι Dj» του Φαλκ Ρίχτερ, που θα άνοιγε την Κεντρική Σκηνή του «Αμόρε» στην οδό Πριγκιπονήσων, σε απόσταση διακοσίων μέτρων από τα δικαστήρια της Ευελπίδων. Η πρεμιέρα είχε οριστεί για την 1η Nοεμβρίου 2000, με τη Ναταλία Δραγούμη και τον Ιερώνυμο Καλετσάνο στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Στην Αθήνα αναμενόταν τότε και ο ίδιος ο συγγραφέας, τον οποίο είχε μεταφράσει η Σαπουντζή και θα παρουσίαζε για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό δείγματα της δουλειάς του.

Η πρόβα της 23ης Σεπτεμβρίου 2000 αποδείχθηκε μοιραία. Έπειτα από ένα διάλλειμα, η Ελευθερία αργούσε να επιστρέψει στη σκηνή και οι ηθοποιοί που την περίμεναν, δικαιολογημένα ανησύχησαν. Την αναζήτησαν και λίγη ώρα βρέθηκαν μπροστά στο άψυχο κορμί της. Εκείνο το μεσημέρι της Κυριακής, γράφτηκε ο επίλογος του ξαφνικού «φευγιού» μιας ταλαντούχας γυναίκας, η οποία «έσβησε» ξαφνικά στα 29 χρόνια της.

«Η Ελευθερία έφυγε στο διάλειμμα της πρόβας στο «Αμόρε», όπου ο Χουβαρδάς την είχε πάρει με τον Θωμά Μοσχόπουλο και μοιράζονταν την καλλιτεχνική διεύθυνση του «Θεάτρου του Νότου». Αιφνίδιος θάνατος, απ’ όσο ξέραμε. Ήταν ένα μπλοκάρισμα της στιγμής, όπως μας εξήγησε μία γιατρός», είπε συγκινημένη η κ. Σαπουντζή, ενώ κλείνοντας, στάθηκε στην ίδρυση του σωματείου: «Την ημέρα που έγινε το συμβάν, φτάνοντας κι εγώ στον «Ευαγγελισμό», είδα να έχουν συγκεντρωθεί δεκάδες φίλοι και συνεργάτες της. Μαζεύτηκαν όλοι σ’ ένα καφέ και μέσα σ’ όλα είπαν «πρέπει να κάνουμε κάτι για την Ελευθερία». Και αποφάσισαν να γίνει ένα μη κερδοσκοπικό σωματείο, που κάθε δυο χρόνια θα δίνει ένα βραβείο 3.000 ευρώ σε μία νέα καλλιτέχνιδα, μέχρι τριάντα ετών, η οποία πρέπει να είναι ηθοποιός, σκηνοθέτις ή μεταφράστρια. Φέτος έγινε η 11η απονομή από το 2001 που ξεκίνησε όλο αυτό. Η επιτροπή αξιολόγησης ανανεώνεται κάθε φορά, δεν είναι ίδια. Τα άτομα που την απαρτίζουν, κριτικοί, σκηνοθέτες κτλ, όλοι τους βλέπουν πολύ θέατρο. Θεωρώ ότι μέχρι τώρα το βραβείο κατέληξε στα χέρια άξιων γυναικών, που υπηρετούν το θέατρο. Και χάρη σ’ αυτό που γίνεται, η Ελευθερία εξακολουθεί να ζει μέσα μας και δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ».