Στο τρίτο μέρος του αφιερώματος για τους κρυμμένους θησαυρούς στη Σκιάθο, θ’ ασχοληθούμε με την απόλυτη εχεμύθεια για την κρυψώνα τους όσων τύγχανε να βρουν κάποιον από δαύτους. Ο Αλεξ. Μωραιτίδης στο διήγημά του «ο Μπάρμπα- δήμαρχος» αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Στο Γιωργό, που η δουλειά του ήταν να μαζεύει κλάρες απ’ το βουνό για το φούρνο της γυναίκας του Μιλάχρως , είχαν κολλήσει το παρατσούκλι ο Μπάρμπα- δήμαρχος γιατί όταν «τον έπιανεν η τεμπελιά, εκάθητο εις το καφενείον της αγοράς τραβών τον ναργιλέ του και διαλεγόμενος περί των υδάτων της κώμης ως πρωτόγνωρος του χωρίου, με τι μέσον θα φέρουν εις το χωρίον το τρεχούμενο νερό, εκθέτων εκεί μέσα εις τους καπνούς του ναργιλέ τα διάφορα σχέδια».

Το αταίριαστο ζευγάρι κατοικούσε στο σχεδόν ερειπωμένο προικιό της Μιλάχρως και μεγάλωσε μια κόρη το Χρυσώ την οποία κατόρθωσαν ν’ αρραβωνιάσουν με τον καφετζή Στεφανάκη παρότι δεν διέθεταν προίκα για το κορίτσι. Σαν μπήκε όμως στο σπίτι ο Στεφανάκης, άρχισε να τσινά για μετρητά: «αν είχε και χίλιες δραχμές, θα ηδύνατο να κερδίζη περισσότερα, διότι δεν θα ηγόραζε το ρώμι μποκάλι-μποκάλι από τον κυρ Κωνσταντή, όστις έβγαζε το ένα άλλο ένα, και το ενέρονε τόσον ώστε να μη σηκόνη άλλο νερό πλέον· θα παρήγγελλε βαρέλι εις την Χαλκίδα…» Ώσπου ένα τσοπανόπουλο διέδωσε πως ο μπάρμπα- δήμαρχος κάτω από μια κλάρα στο βουνό βρήκε φλουριά. Όταν μπήκε στη μέση η θεία Σταματίτσα του γαμπρού, «ο Μπάρμπα-δήμαρχος ανεπήδησε διαμαρτυρόμενος και σταυροκοπούμενος. — Τέτοια πράμματα, συμπεθέρα! να μη μ’ εύρη ο χρόνος, αν εγώ ηύρα χρήματα!»

Ωστόσο, οι φήμες φούντωσαν όταν ο Μπάρμπα-δήμαρχος χάλασε στον καφενέ ένα καινούργιο μαντζάρικο (χρυσό νόμισμα της Ουγγαρίας) και θέριεψαν όταν έμαθε η γυναίκα του «ότι εις το καφενείον κάθηται πάντοτε χαρούμενος και πίνει ναργιλέδες πολλούς και πληρόνει τακτικά, και κάπου κάπου τρατάρει.». Αποκορύφωμα δε της υποψίας της στάθηκε η τελευταία παραμονή των Χριστουγέννων που έφερε στο σπίτι δέμα με γόβες για εκείνη και τη θυγατέρα του κι ένα ζωνάρι για τον ίδιο. Ώσπου μια μέρα το Χρυσώ, αποκρεμώντας το λυχνάρι από τον τοίχο «μετεκίνησε τυχαίως την δοκόν την επί του τοίχου στηριζομένην και κατέπεσε πρώτον λίθος τις από του παλαιοτοίχου και είτα παλαιόν δοχείον μικρόν εκ λευκοσιδήρου, όπερ εν τη πτώσει του ήνοιξεν εσκωριασμένον ως ήτο, και εξεχύθησαν επί του κλινιδίου χρυσά φλωρία στιλπνά και λάμποντα ζωηρώς υπό το αμυδρόν του λυχναρίου φως.»

Με τα φλουριά έγινε φυσικά κι ο γάμος κι ο Μπάρμπα- δήμαρχος απόμεινε «βλασφημών μέσα του και γαμβρούς και νύμφας, οπού έρχονται εις τον κόσμον διά να αφαιρούν τους τενεκέδες με τα φλωρία, τους οποίους οι Μπαρμπα-δήμαρχοι συνηθίζουν ν’ αποκρύπτωσι….διά τα γηρατειά τους…και να ελπίζει ότι, χωρίς άλλο, θα εύρισκεν άλλον ένα τενεκέν,…διότι την νήσον αυτήν προ της επαναστάσεως είχον καταφύγιόν των και ορμητήριον οι αρματωλοί του Ολύμπου οσάκις κατεδιώκοντο.»