Στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος για τους κρυμμένους θησαυρούς στη Σκιάθο, θα σταθούμε στην περίπτωση που αναφέρει ο Παπαδιαμάντης στο διήγημα «Ἡ Φωνὴ τοῦ Δράκου» και είναι πιθανόν να αφορά ανεύρετο ως τώρα θησαυρό στο νησί. Όσοι έκρυβαν τα πλούτη τους εκείνα τα χρόνια, για να αποθαρρύνουν επίδοξους θησαυροθήρες, διέδιδαν συχνά ιστορίες με δράκους και φαντάσματα που στον καιρό τους γίνονταν πιστευτές.

Το συγκεκριμένο διήγημα λοιπόν αναφέρεται στο γνωστό Κρύο Πηγάδι κάτω απ’ την κορυφή της Καραφλιτζανάκας και στη «Δρακοσπηλιά» που υπήρχε λίγο πιο πάνω σ’ ένα ελαιώνα με «ἐρείπια, ἓν σπήλαιον ἢ ὑπόγειον περιέργου σχήματος καὶ κατασκευῆς». «Ἐλέγετο ὅτι ἐκεῖ μέσα ἐνεφώλευε τὸν παλαιὸν καιρὸν ἕνας Δράκος, ὅστις ἔκρυπτεν ἐκεῖ θησαυρούς, τοὺς ὁποίους ἐφύλαττον καὶ ἔβοσκον τὴν νύκτα διάφοροι Ἀράπηδες, σκλάβοι του.» «Τριγύρω εἰς τὰ ἐρείπια ἔβγαιναν τὴν νύκτα ὄχι ὀλίγα στοιχειά, ἐξωτικὰ καὶ κρούσματα. Ἀπὸ τὴν θέσιν τῶν ἐρειπίων ἤρχιζεν ἓν ρεῦμα, στενόν, σύσκιον, τὸ ὁποῖον κατήρχετο βαθὺ κάτω εἰς τὴν κοιλάδα, καὶ ἐντὸς τοῦ ρεύματος, ὀλίγον παρακάτω ἀπὸ τὰ ἐρείπια, ὑπήρχε μία κρήνη παλαιά, εἰς τὴν ρίζαν γηραιοῦ δένδρου, μ᾽ ἕνα τάσι δεμένον δι᾽ ἁλύσεως εἰς κρίκον ἐπὶ τοῦ γηραιοῦ κορμοῦ· ἐκαλεῖτο κοινῶς τὸ Κρύο Πηγάδι, ἦτον δὲ κρύο ὄχι μόνον τὸ νερόν, ἐκ τοῦ ὁποίου πολλοὶ δὲν ἔπινον, λέγοντες ὅτι ἦτον στοιχειωμένο, ἀλλ᾽ ὁ ὑγρὸς ἀήρ, τὸ περιβάλλον, καὶ τὸ σύσκιον καὶ σκοτεινὸν τῆς μικρᾶς κλεισωρείας. Πολλαὶ γραῖαι, ἀπὸ τὰς πρωτινάς, ὅσαι εἶχον γεννηθῆ περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος, ὅταν ἦσαν ἀναγκασμέναι νὰ διέλθωσιν ἀπὸ τὸ στενὸν τοῦτο, συνήθιζαν νὰ χαιρετοῦν τὴν παλαιὰν κρήνην διὰ συνθηματικῆς ρήσεως: ― Χαῖρε καὶ σύ, Κρύο Πηγαδάκι μὲ τὸ ζῴδιό σου! Μερικαὶ ἔλεγον «καημένο Κρύο Πηγάδι», καὶ ἄλλαι τινὲς ἔλεγον εὐφημότερον «Καλὸ Πηγαδάκι, μὲ τὸ ζῴδιό σου!» Ὅλος ὁ τόπος τριγύρω, τὰ ἐρείπια καὶ τὸ ρεῦμα, ἔβριθεν ἀπὸ νεράιδες τὴν ἡμέραν, ἐμυρμηκία τὴν νύκτα ἀπὸ στοιχειὰ καὶ φαντάσματα. Εἰς τὸ Κρύο Πηγάδι πολλοὶ διηγοῦντο ὅτι εἶχον ἰδεῖ νὰ κάθεται πλησίον ἕνας Ἀράπης, μὲ τὴν τσιμπούκα του. Διάφορα πλάσματα, χωριατόπουλα, τσομπανόπουλα καὶ βοσκοποῦλες, εἶχαν «χτυπηθῆ» διότι εὑρέθησαν εἰς κακὴν ὥραν σιμὰ στὸ Κρύο Πηγάδι. Ἡ Καμπαναχμάκαινα, ποιμενὶς προβάτων, καὶ μήτηρ δέκα παιδίων, εἶχε πάθει τὴν νύκτα ἀπὸ ἀφωνίαν καὶ παραλυσίαν.» «ι ὁ Δράκος, ὅστις ἐκατοικοῦσε τὸν παλαιὸν καιρὸν ἐκεῖ μέσα, μποροῦσε νὰ κάμῃ ἕνα ἄνθρωπον πλούσιον, στὸ κέφι του ἐπάνω, ἅμα ἤθελεν ― ἐκτὸς ἂν ἐπροτίμα, τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ συχνότερον, νὰ τὸν βλάψῃ καὶ νὰ τὸν μισερέψῃ διὰ πάντοτε, τὸν τολμηρὸν ἐπισκέπτην. Εἶχεν ἐκεῖ ταμιευμένα ὁ Δράκος γρόσια πολλά, φλωριὰ ἀναρίθμητα, τὰ ὁποῖα ἕνας Ἀράπης ἔβγαινε τὴν νύκτα καὶ τὰ ἐχόρευε, σιμὰ εἰς τὸ στόμιον τοῦ σπηλαίου, σπινθηρίζοντα εἰς τὸ φῶς τῆς σελήνης.» Αν λοιπόν κάποιος ‘απόκοτος’ τολμήσει να ψάξει την περιοχή και να μπει μες τη Δρακοσπηλιά, η οποία «ἔχει ἕνα ἰδίωμα, νὰ ξαναλέῃ στὸν ἄνθρωπο ὅ,τι καημὸ ἔχει στὴ ζωή του», ας κάνει πρώτα το σταυρό του, όπως συστήνει κι ο κυρ- Αλέξανδρος….

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ Α’ ΜΕΡΟΣ