Η μακρόχρονη και ιδιαίτερη ιστορία της Σκιάθου, κυρίως λόγω της εγκατάλειψης επί πέντε σχεδόν αιώνες (1350-1830) της Χώρας και της μετοίκησης των κατοίκων στο βορεινό Κάστρο, διδάσκει πως οι πειρατές του Αιγαίου σαν τον διαβόητο Ιμβριώτη Γάντζο ή Σούσουρα, οι ‘’προστάτες’’ του νησιού σαν του Ενετούς και οι βάρβαροι κατακτητές, επιβουλεύονταν διαρκώς τις περιουσίες των ντόπιων τις οποίες συχνά άρπαζαν και μάλιστα κατά διαστήματα τις έκρυβαν στο ίδιο το νησί φτιάχνοντας χάρτες για να τους βρουν όταν θα επανέρχονταν κάποτε. Πόσο μάλλον όταν αυτές οι περιουσίες για κάποιους αβγάτιζαν όπως των εύπορων μεταναστών τοκογλύφων εκ Χαλκιδικής που εγκαταστάθηκαν στο νησί περί τα χρόνια της Επανάστασης και των πολλών Σκιαθιτών καραβοκύρηδων που όργωναν τις θάλασσες και στη συνέχεια αποθησαύριζαν στον τόπο τους τα πλούτη.

 

Είναι λοιπόν φυσικό να υπήρχαν διάσπαρτες αμέτρητες κρυψώνες στο νησί με φλουριά και άλλα πολύτιμα αντικείμενα κι οι φήμες που ακούμε συχνά για κάποιους, ακόμα και σήμερα, πως έπεσαν –ακούσια ή εκούσια- επάνω τους, μάλλον ευσταθούν. Εκτός από φλουριά βέβαια, ήταν θαμμένες εικόνες κι ιερά κειμήλια του τόπου όπως και συλημένες αρχαιότητες. Επίσης, φορτωμένοι με λάφυρα πρέπει να ήταν και οι Κλεφταρματωλοί που έκαναν τη Σκιάθο ορμητήριο κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, όπως ο διαβόητος Νικοτσάρας που ακόμα κάποιοι ψάχνουν το δαμασκί σπαθί του στου Λεχωνιού το ρέμα όπου μετέφεραν και έθαψαν το άψυχο σώμα του τον Ιούλιο του 1807.

Ο Γεώργιος Δημητριάδης- μαθηματικός και παιδικός φίλος του Παπαδιαμάντη που ‘’έφυγε’’ μόλις 41 χρονών- δημοσίευσε στην Εστία το 1890 (τεύχος Ιανουαρίου-Ιουνίου) κείμενο με τον τίτλο «ο τάφος του Νικοτσάρα» όπου αναφέρεται στις φήμες ότι «ο Νικοτσάρας, ο Σταθάς και ο Βλαχάβας τους θησαυρούς, τους οποίους από των πλουσίων βέηδων ήρπαζον, απέκρυπτον επί της νήσου…» Ιστορίες με θησαυρούς στο νησί μάς μεταφέρει φυσικά κι ο Παπαδιαμάντης στο πολυδιάστατο έργο του.

Το διήγημα « τα Βενέτικα» είναι γεμάτο από δαύτες: «…λιάπης, στρατιώτης τοῦ Καρατάσου, εἶχε ζήσει μακρὸν χρόνον εἰς τὴν νῆσον… στὸ ἐρημοκκλήσι, ὁποὺ τὸ λένε Παναγία Ντομάν, ἀντίκρυ στὸ ἱερὸ τῆς ἐκκλησιᾶς εἶναι χωμένα γρόσια, φλωριὰ βενέτικα. Τὴν ὥραν ποὺ βγαίνει ὁ ἥλιος, καθὼς θὰ κτυπήσῃ τὴν κορυφὴν τοῦ σουβλεροῦ βράχου, τὸν λέγουν Μύτικα, ἐκεῖ ἀκριβῶς ὅπου πέφτει ὁ ἴσκιος τῆς κορυφῆς τοῦ Μύτικα, ἐκεῖ νὰ σκάψουν…καὶ θὰ εὕρουν τὰ γρόσια….» «…χιλιάδες φλωριά, ὅλο βενέτικα, ἦτο θαμμένος σιμὰ εἰς τὴν Παναγίαν τῆς Κεχριᾶς, ἀπ᾿ ὀπίσω ἀπ᾿ τὸ παλαιὸν μοναστηράκι, κατὰ τὴν μικρὰν πόρταν, σύρριζα εἰς τὴν νοτιανατολικὴν ὁποὺ ἦτον ὅλη κατηρειπωμένη τώρα, καὶ τὸ μονύδριον ἔρημον πρὸ πολλοῦ. Καὶ ἀντικρὺ εἰς ἕνα μεγάλον βράχον, πάντοτε τὴν ὥραν ὁποὺ θὰ ἐψήλωνεν ὁ ἥλιος δύο κοντάρια, ἢ τρεῖς καλαμιές ·… ἐκεῖ ἄρα ὅπου ἔμελλε ν᾿ ἁπλωθῇ τὴν ὥραν ἐκείνην ἡ σκιά, ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ σκάψωμεν, διὰ νὰ εὕρωμεν τὸν θησαυρόν, ὅλο βενέτικα.» Στο κυνήγι του θησαυρού της Κεχριάς που κατέληξε άδοξα, γράφει πως έλαβε μέρος κι ο ίδιος ο κυρ- Αλέξανδρος ως “άεργος ονειροπόλος” για να πάρει τελικά το μάθημα απ’τον αγροφύλακα γέρο- Τριαντάφυλλο: «―Ἄχ! παιδί μου, γιὰ ν᾿ ἀποκτήσῃ κανεὶς γρόσια, ἄλλος τρόπος δὲν εἶναι, πρέπει νά ᾽χῃ μεγάλην τύχη, νὰ εὕρῃ στραβὸν κόσμο, καὶ νὰ εἶναι αὐτὸς μ᾿ ἕνα μάτι, δὲν τοῦ χρειάζονται δυό. Πρέπει νὰ φάῃ σπίτια, νὰ καταπιῇ χωράφια, νὰ βουλιάξῃ καράβια, μὲ τριανταὲξ τὰ ἑκατό, θαλασσοδάνεια, τὸ διάφορο κεφάλι…Τ᾿ ἀκοῦς; ἀφοῦ τὸ θέλετε, ψάξτε· σκάβετε, σκάβετε· κάτι θὰ βρῆτε· ἢ κόκκαλα, ἢ κοχύλια, ἢ λαλαρίδια».