Αναστασία Κορινθίου
Μεγάλη Παρασκευή…
Μη βάλεις σκούπα, μη βάλεις ούτε νερό στο στόμα σου, έλεγε η γιαγιά.
Αχ γιαγιά…
Αχ γυναίκες της Ελλάδας μου με τις ανοιξιάτικες μαύρες ζακετούλες ριγμένες στους ώμους, που πίνατε καφέ σε βεράντες και αυλές ασβεστωμένες…
Τα σπίτια κάποτε μύριζαν τσουρέκι, πάστρα και μοσχομπίζελο.
Τώρα μυρίζουν αντισηπτικό.
Θυμάμαι…είχα κάτι ατίθασα ξανθά μαλλιά κι ένα μεγάλο χαμόγελο, είχα μαύρα λουστρινάκια που περίμενα να τα βάλω την Ανάσταση και ένα ζωντανό παπάκι κίτρινο από το ΜΙΝΙΟΝ (!!) που το έλεγα Αριστείδη!
Θέλω να γυρίσω εκεί..Στο τότε.
Αυλές πια δεν υπάρχουν, μονάχα ηρωικές αναρτήσεις από όσους θα κάνουν Πάσχα στο Ντουμπάι στα social media συναντώ…Τα τσουρέκια έχουν ακριβό περιτύλιγμα με την φίρμα του ζαχαροπλαστείου και τα παπούτσια είναι σπορτέξ με φωτάκια ή μικρομέγαλα αντίγραφα μιας μαμάς βγαλμένης απο διαφήμιση με χαμόγελο colgate. ΟΛΑ μια φίρμα είναι…όλα!
Ακόμη κι εμείς με τις φωτοσοπαρισμένες φωτογραφίες.
Η Κασσιανή χρόνο με τον χρόνο αντί τροπάριο έγινε ντεφιλέ, ο εκκλησιασμός αντί κατάνυξη κουτσομπολιό και η Μεγάλη Παρασκευή μου…κρίση πανικού και παρελθοντολογίας.
Γυρισμός είναι για μένα η μέρα τούτη που σαν νύχτα μοιάζει, γυρισμός σε πάτριες μνήμες , σε γωνιές αγαπημενες , γειτονιές που δεν ξεχασα,ανθρωπους που με σημαδεψαν..
Η πολη άλλαξε και βαζει… σκούπα κι εγώ κατσουφιασα σαν τότε στα 10 μου χρονια.
Ενα μαχαιρι στριβει την καρδια μου και αυτη ματωνει μόνη μεσα στην δηθενια και την τεχνολογια..μεσα σε λαμπαδες με τερατα που στείλαμε με Κούριερ στο βαφτιστήρι.
Μια νεα επόχη, μια νεα Μεγαλη Παρασκευη έγκλειστη σε ιδρυμα,αυτιστική , μόνη, με χιλια αντικαταθλιπτικα για ζακετουλα ριγμένη στους ώμους..
Αχ γιαγια…
Η Κασσιανή έγινε Κάσυ… όσοι τολμηροί ακολουθήσουν το βράδυ τον επιτάφιο δεν θα ψαλουν με κατανυξη μα θα θάψουν με χαρά τα όσα τόσα της Αγίας αυτής κοινωνίας που θα κοινωνήσει αυριο τις αμαρτιες της και θα τις ξεχασει για να καταπιαστει με του διπλανου ,να πιαστει από τα λαθη των αλλων και να ναι αυτη αλαθητη!!!
Γίνομαι μελό το ξέρω..
Και γραφική…το ξέρω..
Όμως σημερα Μεγαλη Παρασκευή ψάχνω κάτι μεγάλο να κρατηθώ, να πιστέψω, εγώ η μικρή, σε αυτήν την πόλη, σε αυτήν την χώρα που η Μεγάλη Εβδομάδα όλο και μικραίνει…
Αχ γιαγιά…
Μεγάλη μέρα ξημέρωσε και μου ‘λεγες πάντα… “το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής να προσέχεις κόρη μου μιας και είναι το μόνο απροστάτευτο βράδυ του κόσμου τούτου… Ο Χριστός πεθαίνει, η Παναγία θρηνεί και ο Θεός έχει θυμώσει μαζί μας. Τον νου σου κόρη μου, είμαστε μονάχοι οι άνθρωποι το βράδυ τούτο, και μέχρι να αναστηθει ο Χριστός, ποιος θα σε ακούσει..ποιος;”
ΠΟΙΟΣ θα με ακούσει γιαγια αυτο το απροστάτευτο βραδυ που και εγώ απροστάτευτη νιώθω; ΠΟΙΟΣ?