Ο Ηρόδοτος αναγράφει (7ο Βιβλίο, Πολύμνια) ότι στον ύφαλο Μύρμηξ, (σημερινός Λευτέρης, στο μπουγάζι μεταξύ Σκιάθου και Πήλιου) οι Πέρσες ύψωσαν μία στήλη (αλεώριο) από λευκούς λαξευμένους ογκόλιθους για να τον επισημάνουν και να τον αποφεύγουν τα πλοία τους καθώς κατέβαιναν το 480 π.Χ από τη Θέρμη στο Αρτεμίσιο. Η στήλη με τα χρόνια καταβυθίστηκε στη θάλασσα ώσπου το 1928 το πλοίο «Πηνειός» μετέβη για συντήρηση του υφιστάμενου φάρου, που ολοκληρώθηκε το 1920, και ο ναύαρχος Στυλιανός Λυκούδης, πρωτοπόρος του Φαρικού Δικτύου στην Ελλάδα, έριξε δύτες του Πολεμικού Ναυτικού για να ψάξουν στο βυθό το αλεώριο.

Οι δύτες ανέσυραν οκτώ (μεγάλους ογκόλιθους βάρους 700-1.200 κιλών ο καθένας. Το υλικό τους ήταν δολομίτης από την κοντινή Σηπιάδα, όπου ακόμα υπάρχουν ίχνη αρχαίου λατομείου. Καθώς η χρονολογία ήταν βεβαιωμένη από τον Ηρόδοτο (480 π.Χ.), θεωρήθηκε το αρχαιότερο έργο (στην Ελλάδα) σχετικά με την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας … 2,5 αιώνες προγενέστερο του φάρου της Αλεξάνδρειας. Αυτοί οι ογκόλιθοι που ανασύρθηκαν, τοποθετήθηκαν ως μνημείο σε έκταση του Πολεμικού Ναυτικού στον Πειραιά.

Μέχρι το 1952 που στήθηκε, η πεσμένη στο έδαφος στήλη κακώς συνδεόταν με τον τάφο του Θεμιστοκλή. Ποιός ήταν όμως ο ατμομυοδρόμων Πηνειός Ι, εκτοπίσματος 400 τόνων, που έφτασε το 1928 στον ύφαλο. Ήταν ένα από τα λεγόμενα «τέσσερα ποτάμια» και αδελφό πλοίο με τα Αχελώος, Ευρώτας Ι και Αλφειός Ι, τα οποία αποτέλεσαν την περίφημη Μοίρα των «ποταμών». Ναυπηγήθηκε στο ναυπηγείο ‘William Denny and Brothers’ της Σκωτίας το 1884. Συμμετείχε στους πολέμους του 1897 και του 1912-1913. Στις αρχές Μαΐου του 1897 συνέλαβε μαζί με το τορπιλοβόλο ‘14’ το υπό τουρκική σημαία επίτακτο ατμόπλοιο ‘Γεώργιος’ που μετέφερε στρατιώτες και πυρομαχικά. Χρησιμοποιήθηκε και σαν εκπαιδευτικό των Αξιωματικών και των πληρωμάτων.

Από το 1919 έως το 1930 αξιοποιήθηκε από την Υπηρεσία Φάρων για τη συντήρηση του Φαρικού Δικτύου. Όσο για τον Στυλιανό Λυκούδη αξίζει να αναφέρουμε πως υπήρξε ο μακροβιότερος “εν υπηρεσία” αξιωματικός που υπηρέτησε ποτέ στο Βασιλικό Ναυτικό. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής σταδιοδρομίας του διετέλεσε διευθυντής της επιτροπής Φάρων του υπουργείου Ναυτικών, τομέα με τον οποίο συνέδεσε το όνομά του, εκδίδοντας μάλιστα μελέτη υπό τον τίτλο «Ιστορικόν των φάρων των ελληνικών ακτών από της αρχαιότητος μέχρι σήμερον», καθώς και καθηγητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.