π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΛΙΑΝΟΣ

Τὸ παράδειγμά μου τὸ δανείζομαι ἀπο τὸν ἀστήρευτο Παπαδιαμάντη καί, μάλιστα, ἀπὸ τὸ διήγημά του «Ὁ Γάμος τοῦ Καραχμέτη»

« Ὁ Κουμπὴς ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ὑπάγει πρὸς συνάντησιν τοῦ παπα-Σταμέλου, ἐνορίτου του, ἐφημερεύοντος εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, καὶ τοῦ εἶπε:

― Τὸ βράδυ-βράδυ, νὰ πάρῃς τὸ πετραχήλι σου, καὶ τὸ ἁγιασματάρι· θὰ πᾶμε μαζί, γιὰ νὰ ψάλῃς ἁγιασμὸ στὴ φεργάδα.

Ὁ παπὰς τὸν εκοίταξε μὲ ἀπορίαν.

― Μὴ σοῦ φαίνεται παράξενο. Εἶναι τόσοι Χριστιανοὶ μὲς στὰ καράβια. Ὁ γραμματικὸς τοῦ Καπετὰν Πασᾶ εἶναι Χριστιανός, ὁμοεθνής μας, ὁ λοστρόμος Χριστιανός, σ᾿ ὅλα τὰ καράβια εἶναι ἀσκέρι Χριστιανοί. Στὴ φεργάδα εἶναι τὸ ἕνα τρίτο. Ὁ ἴδιος ὁ Πασὰς σέβεται τὰ θεῖα, κ᾿ ἐπικαλεῖται τὸν Ἁι-Γεώργη, τὸν Ἁι-Δημήτρη, καὶ τὴν Μεριὲμ-Ἀνὰ (τὴν Παναγίαν). Πάρε κ᾿ ἕνα τετραβάγγελο μαζί σου, γιατὶ θὰ χρειασθῇ, θαρρῶ, νὰ διαβάσῃς ὀλίγα κεφάλαια στὸ λοστρόμο, ποὺ εἶναι ἄρρωστος ἀπὸ μελαγχολία, καὶ δὲν ξέρει τί ἔχει.

Ὁ ἱερεὺς τὸν ἤκουε σύννους. Ὁ Κουμπὴς ἐξηκολούθησεν:

―Ἂν θέλῃς, παπά μου. Σ᾿ ἐπροτίμησα ὡς ἐνορίτη μου. Ἂν δὲν θέλῃς, θὰ προσκαλέσω τὸν παπα-Φραγκούλη, τὸν σύντροφόν σου στὸν Χριστό, ἢ τὸν παπα-Διανέλο ἀπ᾿ τὸν Ἁι-Νικόλα. Μὴ φοβᾶσαι τίποτε, παπά μου· ἔχω ὁρισμὸν ἀπ᾿ τὸν Ἀχμὲτ Πασά. Θὰ πάρῃς γιὰ τὸν κόπον σου ἕνα σελήμι (τάλληρον), καὶ παραπάνω. Ἀλλιῶς, θὰ θυμώσῃ ὁ Πασὰς μ᾿ ἐμένα, καὶ μὲ σᾶς τοὺς παπάδες, πὼς δὲν τοῦ ἔκαμα τὸν λόγον του

 Μεγάλη βάρκα, μὲ ἓξ κουπιά, ἐπερίμενεν εἰς τὴν ρίζαν τοῦ θαλασσοκτισμένου Κάστρου, δίπλα εἰς ἕνα χαμηλὸν καὶ τριμμένον, πατημένον βράχον, σχηματίζοντα φυσικὴν ἀποβάθραν. Ὁ παπα-Σταμέλος, τυλιγμένος ὣς τὸν λαιμὸν εἰς τὸ ράσον του, μὲ τὸ κωνοειδὲς καλυμμαύχι του, κατεβασμένον ὣς τὰ φρύδια καὶ τὰ πτερύγια τῶν ὤτων, ἐκστατικός, φοβισμένος, ἐπερίμενε καθήμενος παρὰ τὴν πρύμναν»   

Εἶναι βέβαιο πὼς στὴ θέση τοῦ παπα-Σταμέλου ἔχουμε, λίγο-πολὺ, ὅλοι μας βρεθεῖ. Μὲ λίγα λόγια πάντα θὰ παρουσιάζεται κάποιος Κουμπής, ὁ ὁποῖος μὲ τὰ ἰσχυρὰ μέσα ποῦ διαθέτει, θὰ μᾶς φέρει σὲ δύσκολη,ὄντως, θέση. Κι ἀναφέρομαι σὲ μᾶς,  τοὺς ποιμένες, ποὺ καθημερινὰ ζοῦμε ἔνα ἀναίμακτο μαρτύριο, μαρτύριο ὁμολογίας καὶ πίστεως. Γιατί, ὅπως συμβάινει σὲ ὅλες τὶς κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση αὐτή: Ἐπιθυμώντας, λοιπόν ὁ ἱερέας  νὰ ἐξιροσσοπήσει τὰ πράγματα στὴν ἐνοριακή του βιοτὴ καὶ διακονία, διέρχεται μέσῳ «παγίδων πολλῶν». Καὶ μὴ ξεχνᾶμε ὅτι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς κοίταζαν πῶς νὰ τὰ οίκονομήσουν ὅλα,   ὥστε  καὶ νὰ θρέψουν τὴν πολυμελῆ οἰκογένειά τους. ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ξεπεσουν ποτὲ στὰ ματια τοῦ κόσμου καὶ κυρίως τοῦ Θεοῦ. Τοῦ Θεοῦ ποὺ διακονοῦσαν συνειδητά, ταπεινά, ἁπλᾶ καὶ ἀφτιασίδωτα, δηλ. μήτε νὰ φορᾶνε πολύτιμες ἱερατικὲς στολές, μήτε νὰ νοιαζονται γιὰ τὶς ὅποιες κακουχίες τους .  Εἴτε αὐτὲς ἦταν οἱ λειτουργικὲς καὶ πνευματικὲς γιὰ τὶς ἀναγκες τῶν πιστῶν,  ποὺ ἐγκαταβίωναν ¨ὁλάκερο τὸ χρονο ἔξω ἀπὸ τὴ Χώρα κι ἔπρεπ μὲ κάθε καιρὸ νὰ πᾶνε κοντά τους καὶ νὰ τὶς  τὶς τελέσουν, εἴτε οἱ ἔγνοιες ποὺ εἶχαν γιὰ τὴν οἰκογένεια καὶ τὸν καθένα ποὺ προστρεχε σ’αὐτούς (π. χ. βλ. περίπ΄τωσεις τῆς θειᾶς Ἄχτιτσας, τοῦ  Ἀλιβάνιστου, κ. α). Γεγόνοτα, δηλαδή,  ποὺ διδασκουν πολλα ἐμᾶς τοὺς νεώτερους, ὅπως λ. χ. αὐτὸ τὸ γεγονὸς τοῦ κρυφοῦ στεφανώματος τοῦ ἰσχυροῦ Κουμπῆ. Μακαρια. λοιπόν, ἡ ὑπομονὴ κι ἡ προσπαθεια έκείνου τοῦ ἁπλοῦ, πλὴν προικισμένου μὲ διακριση καὶ πίστη ζωντανή ποιμένα , τοῦ παπα-Σταμέλου, τὴν εὐχή τοῦ ὁποίου νἄχουμε

π κ.ν. κ