Ο Βασίλειος Μάγγος είχε κάνει τατουάζ έναν στίχο του Καρυωτάκη – «Με το Μηδέν και το Άπειρο να συμφιλιωθούμε». Τώρα, η φράση αυτή είναι πάνω στο μνήμα του. Ο πατέρας του, Γιάννης, πηγαίνει καθημερινά στον τάφο του γιου, ακολουθώντας ένα ανηφορικό μονοπάτι με πλούσια βλάστηση, το οποίο η τοπική κοινωνία του Βόλου ονομάζει πια προς τιμήν του 26χρονου «διαδρομή του Βασίλειου Μάγγου».

Ο Γιάννης Μάγγος, άλλες φορές μόνος του, άλλες φορές μαζί με φίλους του Βασίλειου, κάθεται δίπλα στο μνήμα του παιδιού του και αισθάνεται σαν να τον έχει δίπλα του, «σαν να μας ακούει και να χαμογελάει». Ο ίδιος στη συζήτησή μας χρησιμοποιεί συχνά τη λέξη «αμετάκλητο».

«Το παιδί μας χάθηκε. Ό,τι και να γίνει αυτό είναι αμετάκλητο. Όταν κάποιος κάνει ένα έγκλημα, όμως, πρέπει να υπάρχει και η αντίστοιχη τιμωρία», λέει στο VICE αναφερόμενος στους αστυνομικούς, που σύμφωνα με καταγγελία του Βασίλειου και αυτοπτών μαρτύρων, και βάσει του βίντεο και των φωτογραφιών που κυκλοφόρησαν στα social media, τον ξυλοκόπησαν βάναυσα στις 14 Ιουνίου του 2020 και τον προσήγαγαν στο τμήμα, μετά από διαμαρτυρία έξω από τα δικαστήρια. Το ίδιο απόγευμα αφέθηκε ελεύθερος, χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες.

Περαστικοί βρήκαν τον Βασίλειο πεσμένο στο πεζοδρόμιο έξω από την Αστυνομική Διεύθυνση Μαγνησίας, σε πολύ άσχημη κατάσταση. Η οικογένειά του τον πήγε στο νοσοκομείο με φρικτούς πόνους, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε έξι κατάγματα πλευρών και θλάσεις στο συκώτι και τη χοληδόχο κύστη. Νοσηλεύτηκε για τέσσερις ημέρες.

Ακριβώς έναν μήνα μετά την επίθεση, ο Βασίλειος κατέληξε. Τον βρήκε νεκρό η μητέρα του στο υπνοδωμάτιό του. Η νεκροψία και στη συνέχεια οι τοξικολογικές εξετάσεις έδειξαν οξύ πνευμονικό οίδημα, το οποίο προκλήθηκε από υπερβολική δόση νόμιμων και παράνομων ουσιών.

Η οικογένεια του Βασίλειου δεν σταματά να φωνάζει ότι «οι εγκληματικές ενέργειες των αστυνομικών διέλυσαν την ψυχολογία του παιδιού μας και τον οδήγησαν στον θάνατο. Αν δεν είχε πέσει θύμα αστυνομικής βίας, τώρα θα ήταν ζωντανός», λέει ο Γιάννης Μάγγος.

«Δεν είχε καμία σχέση ο Βασίλειος, που λίγες μέρες πριν την επίθεση περπατούσαμε επί ώρες, με τον Βασίλειο που είδα μετά το χτύπημα και τον βασανισμό του από την ΕΛ.ΑΣ. Ήταν δύο διαφορετικοί άνθρωποι. Νευρικός, ανήσυχος, με κατάθλιψη πολλές φορές και φοβερούς πόνους», θυμάται ο Γιάννης Μάγγος.

Δεκαεννέα μήνες μετά την έναρξη της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης (ΕΔΕ) για τους αστυνομικούς που ενεπλάκησαν στο συμβάν, η οικογένεια Μάγγου δεν έχει «καμία απολύτως επίσημη ενημέρωση για το πόρισμα μέχρι και τώρα», όπως αναφέρει στο VICE ο πατέρας του.

Τον Μάρτιο του 2021, μετά την ανάγνωση επιστολής του Γιάννη Μάγγου από τον Αλέξη Τσίπρα στο βήμα της Βουλής, σε συζήτηση για την αστυνομική βία, εκδόθηκε ανακοίνωση από την ΕΛ.ΑΣ, όπου αναφέρεται ότι η ΕΔΕ που διενεργήθηκε για την υπόθεση ολοκληρώθηκε και το πόρισμα παραδόθηκε στο αρχηγείο της αστυνομίας και στον Συνήγορο του Πολίτη, στις 23/02/2021. Σύμφωνα με την απόφαση, τρεις αστυνομικοί παραπέμπονται στο πειθαρχικό συμβούλιο με το ερώτημα της αργίας με απόλυση.

Ωστόσο, πάνω από έναν χρόνο μετά, η οικογένεια δεν έχει λάβει καμία ενημέρωση ούτε για το πόρισμα, ούτε για την απόφαση του πειθαρχικού, αν έχει ήδη συγκληθεί.

«Το μόνο που ξέρω είναι ότι πριν έναν μήνα περίπου, έλαβα μια επιστολή από τον αξιωματικό της ΕΛ.ΑΣ που είναι υπεύθυνος για την ΕΔΕ και το πόρισμα, ο οποίος ζητούσε ορισμένες διευκρινίσεις. Έμαθα ότι κλήθηκαν να καταθέσουν και αυτόπτες μάρτυρες. Άρα, πώς έχει ολοκληρωθεί η ΕΔΕ;», αναφέρει ο Γιάννης Μάγγος.

Σε επικοινωνία του VICE με την Ελληνική Αστυνομία, μας γνωστοποιήθηκε γραπτώς ότι η ΕΔΕ «περαιώθηκε και διαβιβάσθηκε στην Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή “Συνήγορος του Πολίτη” για έλεγχο πληρότητας. O “Συνήγορος του Πολίτη” απέστειλε στην αρμόδια αστυνομική υπηρεσία τις διαπιστώσεις-επισημάνσεις της και ακολούθως η ΕΔΕ επιστράφηκε για συμπλήρωση και εκκρεμεί».

Στις 16 Ιουνίου του 2021, η οικογένεια Μάγγου υπέβαλε μήνυση κατά δύο κατονομασμένων αστυνομικών, αλλά και κατ’ αγνώστων αστυνομικών, για κακουργήματα σε βάρος του Βασίλειου Μάγγου. «Από τη δική μας πλευρά κατέθεσαν όλοι οι μάρτυρες που προτείναμε. Είναι πάρα πολλοί, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν αυτόπτες – το φθινόπωρο του 2021.

»Από εκεί και πέρα, είμαστε σε αναμονή για να οριστεί δικάσιμος. Υποβάλαμε τη μήνυση έναν χρόνο μετά, περιμένοντας βέβαια κάποια στιγμή να βγει και το πόρισμα», σημειώνει ο Γιάννης Μάγγος. «Η προσπάθεια για να δικαιωθεί το παιδί μας, μας κάνει να κρατιόμαστε καλά στα πόδια μας, διότι έχουμε μια αποστολή απέναντι στη μνήμη του. Να κρατήσουμε πολιτικά τις ιδέες του ψηλά –αυτά για τα οποία πάλευε– και νομικά να απαιτήσουμε να αποδοθεί δικαιοσύνη σ’ αυτό το έγκλημα που έκαναν οι αστυνομικοί εις βάρος του», συνεχίζει.

«Αν δεν το ζήσεις, δεν μπορείς να καταλάβεις. Δεν μπορείς να βιώσεις αυτό που βιώνει ένας γονιός που βλέπει το παιδί του νεκρό. Δεν γίνεται. Εκείνη τη μέρα, πήγα κατευθείαν στο νεκροτομείο και είδα το παιδί μου σαν να κοιμόταν. Σαν να κοιμόταν τον ύπνο που δεν ξυπνάς ποτέ», θυμάται ο Γιάννης Μάγγος για τη δυσκολότερη στιγμή της ζωής του.

«Κι ας μη νικήσουμε ποτέ, θα πολεμάμε πάντα» ήταν μία από τις πιο αγαπημένες φράσεις του 26χρονου, που έγραψε και στο κείμενο που ανέβασε βγαίνοντας από το νοσοκομείο. Αυτήν τη φράση ο πατέρας του τη σκέφτεται συχνά και παίρνει δύναμη. Η οικογένεια του Βασίλειου το χρωστάει στη μνήμη του να κάνει τα πάντα για να αποδοθεί δικαιοσύνη.

VICE: Πέρασαν 19 μήνες από την έναρξη της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης περί «άσκησης υπέρμετρης αστυνομικής βίας» στον Βασίλειο και όπως μας είπατε, δεν έχετε λάβει καμία ενημέρωση για το πόρισμα. Ποιες είναι οι σκέψεις σας;
Γιάννης Μάγγος: Εγώ δεν είμαι ούτε ειδικός κι ούτε είχα μελετήσει ποτέ τη συμπεριφορά της Ελληνικής Αστυνομίας. Μπορεί να είχα μια ευαισθησία για άλλα αντίστοιχα περιστατικά, αλλά δεν μπορούσα να ξέρω γιατί η ΕΛ.ΑΣ. αργούσε να βγάλει ένα πόρισμα.

Αυτό που μπορώ να σκεφτώ τώρα, επειδή έτυχε αυτό το πράγμα στην οικογένειά μας, είναι ότι όταν ένα πόρισμα καθυστερεί, υπάρχει κάποια σκοπιμότητα. Δεν μπορώ να ξέρω. Μπορεί να συμβαίνει για να ξεχαστεί κάπως η υπόθεση ή για να υποβαθμιστεί – εγώ αυτό σκέφτομαι.

Διότι, όταν θέλεις να αποδώσεις δικαιοσύνη –εγώ πιστεύω ότι το θέλουν– το κάνεις. Όσο περνάει καιρός από το γεγονός, κάπως ξεχνιέται ή νομίζουν ότι ξεχνιέται. Ίσως, δεν μπορώ να το ξέρω. Εμείς, όμως από την πλευρά μας –κι αυτό είναι το πολιτικό βάρος της υπόθεσης– δεν θα αφήσουμε ποτέ να ξεχαστεί η υπόθεση του παιδιού μας. Θα την κρατάμε όσο μπορούμε ψηλά.

Σε τι κατάσταση βρήκατε τον Βασίλειο μετά τον ξυλοδαρμό του, στις 14 Ιουνίου του 2020;
Εκείνη τη μέρα ήμουν εκτός Βόλου. Μόλις το έμαθα, όμως, ήρθα ταχύτατα στον Βόλο και είδα τον Βασίλειο στο σπίτι σε μια οικτρή κατάσταση, όπως την έχουν περιγράψει κι αυτοί που τον βρήκαν έξω από την Αστυνομική Διεύθυνση Μαγνησίας. Είχε έξι σπασμένα πλευρά και άλλους τραυματισμούς σε ζωτικά όργανα και δεν μπορούσε να σταθεί πουθενά από τον πόνο, ούτε ξαπλωμένος, ούτε καθιστός, ούτε τίποτα. Έκλαιγε από τον πόνο. Η πρώτη κουβέντα που μου είπε, όμως, ήταν η εξής:

«Πατέρα να ξέρεις ότι μέσα στην Αστυνομική Διεύθυνση, παρά τους τρομακτικούς πόνους, δεν έβγαλα ούτε ένα δάκρυ, διότι δεν ήθελα να το χαρίσω στους φασίστες βασανιστές μου», διότι εκεί μέσα τον βασάνισαν. Αμέσως τον πήγαμε στο νοσοκομείο, όπου μας είπαν για τα σπασμένα πλευρά και μας επιβεβαίωσαν ότι έχει ελαφριά ρήξη στο συκώτι, τη χολή και κάποια αιματώματα.

Σε τι ψυχολογική κατάσταση βρισκόταν τις στιγμές μετά την επίθεση;
Ο Βασίλειος –είναι γνωστό αυτό, δεν έχουμε να κρύψουμε τίποτα– ανήκε σε ευάλωτη ομάδα. Πάλευε πάρα πολύ, όμως, τόσο μόνος όσο και με τους φίλους του που τον στήριζαν και μ’ εμάς που τον βοηθούσαμε. Αγαπιόμασταν ως οικογένεια πάρα πολύ. Μέχρι την τελευταία στιγμή πηγαίναμε μαζί για πεζοπορία. Ήταν δυνατός ορειβάτης ο Βασίλειος – ένα παιδί το οποίο πάλευε και κρατιόταν από τη ζωή.

Από την ώρα που χτύπησε, η ψυχολογία του γύρισε ανάποδα. Πονούσε τρομακτικά, σωματικά αλλά και ψυχολογικά. Όταν βγήκε από το νοσοκομείο, δημοσίευσε δύο φωτογραφίες κι έγραψε «τα δύσκολα τώρα αρχίζουν. Δύο με τρεις μήνες αποθεραπεία και ποιος ξέρει πόσα χρόνια να βρω το δίκιο μου». Προσπαθούσε, έκανε ειδικές αναπνευστικές ασκήσεις, διότι με τα πλευρά σπασμένα δεν μπορεί να αναπνεύσεις καλά.

Κάθε μέρα η ψυχολογία του πήγαινε όλο και χειρότερα. Αναζητούσε τρόπους, παυσίπονα, αντικαταθλιπτικά για να ανακουφιστεί σωματικά και κυρίως ψυχικά. Στο τέλος, δεν άντεξε. Εμείς θεωρούμε ότι η συμπεριφορά που δέχτηκε είναι αυτή που τον οδήγησε στον θάνατο. Κατά κάποιο τρόπο, έχουμε μια δολοφονία. Δεν λέω ότι έφαγε μια σφαίρα στην καρδιά, όμως η εγκληματική αυτή συμπεριφορά οδήγησε το παιδί μας στον θάνατο. Αν δεν γινόταν αυτό, το παιδί μας σήμερα θα ζούσε. Είμαστε εντελώς πεπεισμένοι για αυτό.

Μετά την επίθεση ο Βασίλειος πήγε σε ψυχίατρο, ο οποίος του διέγνωσε κατάθλιψη και του έδωσε αγωγή. Σωστά;
Βεβαίως, το παιδί δεν άντεχε. Αισθάνθηκε βαθιά προσβεβλημένος. Αισθάνθηκε ότι ακυρώθηκε η προσωπικότητά του και ότι καταπατήθηκαν τα ανθρώπινα δικιαώματά του. Κι επειδή ήταν ένα παιδί με ευαισθησίες και πολιτικοποιημένο, θεώρησε ότι αυτό που έγινε εις βάρος του ήταν εγκληματικό, με αποτέλεσμα να μην το αντέξει.

Πριν τον ξυλοδαρμό του από τους αστυνομικούς, δεν έπαιρνε αντικαταθλιπτική αγωγή;
Όχι βέβαια. Φυσικά, δεν είναι εύκολο πράγμα να ξεφεύγεις από ορισμένα πράγματα. Ο Βασίλειος πολεμούσε και μέχρι τελευταία στιγμή βλέπεις στις φωτογραφίες ένα παιδί κατάγερο που περπατούσε στα βουνά και στα λαγκάδια πέντε-έξι ώρες. Ήταν μια χαρά. Είχε τις παρέες του, τη φίλη του, δούλευε. Κάθε μέρα που περνούσε ήταν ένα κέρδος για τον Βασίλειο. Είχε καταφέρει να έχει τη ζωή του στα χέρια του κι έγινε αυτό το πράγμα και σε λιγότερο από μια ώρα, του κατέστρεψαν τη ζωή.

Μετά απ’ όσα έγιναν, αναγκάστηκα να διαβάσω πολύ. Κανένας δεν πεθαίνει έτσι εύκολα. Ο Βασίλειος ήταν εθισμένος σε εξαρτησιογόνες ουσίες. Όμως, πριν την επίθεση, είχε καταφέρει να απεξαρτηθεί. Είχε φτάσει σε ένα σημείο που το έλεγχε και μέσα σε μια στιγμή του κατέστρεψαν όλη την προσπάθεια και δυστυχώς τον οδήγησαν στον θάνατο. Σκότωσαν το παιδί μας.

Κάποιοι φίλοι του έχουν υποστηρίξει ότι η αστυνομία είχε παρενοχλήσει τον Βασίλειο και στο παρελθόν με κάποιους τρόπους.
Ο ίδιος ο Βασίλειος ήταν στοχοποιημένος και το ήξερε, το είπε και στην καταγγελία του. Ήξερε πολύ καλά ότι η επίθεση εναντίον του ήταν στοχευμένη, διότι συμμετείχε ενεργά σε συλλογικότητες και επειδή πολλές φορές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έγραφε πράγματα τα οποία δεν ήταν αρεστά.

Το είχε γράψει ο Βασίλης δημόσια ότι δεν θα ξεχάσει ποτέ το ξύλο που είχε φάει σε αντίστοιχες περιπτώσεις, διότι δυστυχώς η αντιμετώπιση της Ελληνικής Αστυνομίας σε ανθρώπους που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες είναι συγκεκριμένη: Καταστολή.

Το λένε και οι ίδιοι οι αστυνομικοί στο Βιβλίο Συμβάντων, ότι ήταν γνωστό πως ανήκε σε συλλογικότητες. Δηλαδή, τι μας λένε; Επειδή ανήκε σε συλλογικότητες κι επειδή παρακολουθούν τους πολίτες αν ανήκουν εδώ ή εκεί, τον χτύπησαν κιόλας;

Για εσάς και τη μητέρα του, ποια θα είναι η δικαίωση για τη μνήμη του Βασίλειου;
Αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα. Το παιδί μας χάθηκε κι ό,τι και να γίνει αυτό είναι αμετάκλητο. Όμως, όταν κάποιος κάνει ένα έγκλημα, πρέπει να υπάρχει και η αντίστοιχη τιμωρία. Εγώ δεν ξέρω ποια θα είναι αυτή, αλλά σίγουρα μιλάμε για έγκλημα. Θα πρέπει να τιμωρηθούν αυτοί που τον χτύπησαν, τα τέσσερα άτομα που φαίνονται στο βίντεο και στις φωτογραφίες, και τον βασάνισαν μετά στην Ασφάλεια.

Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεις ένα ανθρώπινο σώμα σαν να είναι τσουβάλι του μποξ. Ο χειρισμός του παιδιού μας δεν ήταν ο νόμιμα ενδεδειγμένος. Έκαναν κατάχρηση εξουσίας. Αν έκριναν ότι υπήρχαν υπόνοιες να κάνει το παιδί μας κάτι -όπως γράφουν- ας τον ακινητοποιούσαν.

Δυστυχώς όμως, αντί να τον ακινητοποιήσουν έπεσαν κατευθείαν πάνω του. Όσο ο Βασίλειος πλησίαζε, δεν αντιδρούσαν – ερχόταν ειρηνικά το παιδί μας. Μέσα σε δευτερόλεπτα, επειδή τον υπέδειξε ο άνδρας της Ασφάλειας –όπως λένε οι αυτόπτες μάρτυρες– ο οποίος τον χτύπησε και τον βασάνισε μετά μέσα στο Τμήμα, έπεσαν πάνω του και τον έσπασαν στο ξύλο. Άρα, έχουμε να κάνουμε με έναν εγκληματικό χειρισμό.

Στη συνέχεια, τον μετέφεραν στην Αστυνομική Διεύθυνση όπου ως γνωστόν το παιδί μας κατήγγειλε ότι τον χτύπησαν. Τον κρατούσαν οι «γενναίοι» της ΟΠΚΕ (σ.σ. Ομάδες Πρόληψης και Καταστολής Εγκλήματος) με τα χέρια πίσω από την καρέκλα κι αυτός της Ασφάλειας του έριχνε γροθιές πάνω στα σπασμένα πλευρά.

Ήταν σκόπιμο. Τον πήγαν στην Ασφάλεια για να τον βασανίσουν και να του προκαλέσουν επί τούτου περισσότερο πόνο. Δεν είχαν κανένα λόγο να τον κρατήσουν – η κράτηση ήταν παράνομη. Η εξακρίβωση στοιχείων κρατάει 10-15 λεπτά. Δεν μπορεί να κρατάς έναν άνθρωπο μία-δύο ώρες μέσα. Για ποιο λόγο; Όπως έγραψαν και στο Βιβλίο Συμβάντων, δεν αποδείχτηκε τίποτα εις βάρος του. Γιατί τον κρατούσαν επί τόση ώρα; Πώς δικαιολογείται ότι το παιδί μας βρέθηκε έξω από το Τμήμα από περαστικούς, πεταγμένο στον δρόμο.

Ο πρώτος που τον βρήκε μου είπε «ένα χέρι είδα να αναδεύεται κάτω στο πεζοδρόμιο, πλησιάζω και βλέπω ότι ήταν ο Βασίλειος Μάγγος». Γιατί το παιδί μας βρέθηκε πεταμένο, ενώ είχε άμεση ανάγκη από ιατρική βοήθεια; Αν τον πήγαιναν όμως σε γιατρό, θα ήταν σαν να παραδέχονταν οι ίδιοι το έγκλημά τους. Δυστυχώς, αυτοί είναι οι χειρισμοί των υπαλλήλων που είναι ταγμένοι στην υπηρεσία προστασίας του πολίτη – αν είναι δυνατόν.

Πιστεύετε, λοιπόν, ότι οι ενέργειες των οργάνων του κράτους συνετέλεσαν στον θάνατο του Βασίλειου;
Βεβαίως. Αν δεν γινόταν αυτό το πράγμα, το παιδί μας θα ζούσε. Το παιδί μας πέθανε έναν μήνα μετά τη δολοφονία του, διότι αισθάνθηκε ότι ακυρώθηκε ως άνθρωπος. Αυτό τον βασανισμό και το ξύλο, στη σημερινή εποχή σε μια δημοκρατική χώρα, δεν μπόρεσε να τον αντέξει και οδηγήθηκε στον θάνατο από τις εγκληματικές ενέργειες των αστυνομικών.

Ποιος ήταν ο Βασίλειος, για όλους εμάς που δεν τον γνωρίσαμε;
Το παιδί μας ήταν ένα παιδί σαν όλα τα άλλα. Ήταν καλλιεργημένος. Από μικρός μεγάλωσε μέσα στα βιβλία και τη μουσική. Στο σπίτι μας υπάρχει μια βιβλιοθήκη με χιλιάδες βιβλία. Ο Βασίλειος διάβαζε πάρα πολύ κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που ήταν πολιτικοποιημένος. Διάβασε τους κλασικούς, διάβασε πολιτικοποιημένους συγγραφείς κι από την άλλη, έγραφε κιόλας. Έγραφε ποιήματα τα οποία κατά καιρούς δημοσίευε και υπάρχουν στο Διαδίκτυο.

Πώς μάθατε ότι ο Βασίλειος έφυγε από τη ζωή;
Ήμουν στο χωριό μου, 80 χιλιόμετρα από τον Βόλο. Είχαμε μιλήσει την προηγούμενη μέρα πολύ όμορφα. Βάλαμε πολλά ζητήματα κάτω και συζητούσαμε τις επόμενες μέρες να κάνουμε μια μεγάλη διαδρομή στο Πήλιο. Βέβαια, το ήξερα –μου το είχε πει κι ο ίδιος- ότι δεν αισθανόταν καλά. Προσπαθούσαμε να του δώσουμε κουράγιο, να του πούμε ότι, εντάξει, τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Το βλέπαμε, όμως, ότι ο Βασίλειος είχε πέσει πάρα πολύ.

Την επόμενη μέρα, το βράδυ, με παίρνει τηλέφωνο η γυναίκα μου. Πώς να σας το περιγράψω; Φανταστείτε τώρα να σε παίρνουν και να σου λένε «πέθανε το παιδί μας». Πώς γύρισα στον Βόλο δεν ξέρω. Είναι μια διαδρομή που την έχω κάνει χιλιάδες φορές, αλλά εκείνο το βράδυ δεν ξέρω πώς έφτασα. Αυτό που θυμάμαι είναι να σκέφτομαι «πρέπει να οδηγήσω καλά να φτάσω στον Βόλο» κι απ’ την άλλη, φώναζα κι έκλαιγα στον δρόμο.

Πήγα κατευθείαν στο νεκροτομείο κι εκεί που ήξερα ένα παιδί όρθιο να περπατάει, είδα το παιδί μου σαν να κοιμόταν. Σαν να κοιμόταν τον ύπνο που δεν ξυπνάς ποτέ. Αν δεν το ζήσεις, δεν μπορείς να το καταλάβεις. Δεν μπορείς να βιώσεις αυτό που βιώνει ένας γονιός που βλέπει το παιδί του νεκρό. Δεν γίνεται. Αυτό είναι αμετάκλητο. Μία από τις πρώτες ευχές που κάναμε κι εγώ και η γυναίκα μου είναι να μη δούμε άλλα θύματα αστυνομικής βίας. Δυστυχώς διαψευστήκαμε πολύ γρήγορα, διότι δεν βλέπουμε να έχει τέλος η αστυνομική βία.

Υπάρχουν στιγμές που είναι σαν να ξεχνάτε ότι ο Βασίλειος έχει φύγει;
Παρόλο που η σκέψη μου είναι συνέχεια εκεί, μερικές φορές συμβαίνει. Σκέφτομαι «είναι δυνατόν να μην είναι ζωντανό το παιδί μου; Είναι δυνατόν ένας νέος άνθρωπος, 26 χρονών, να μην περπατάει, να έχει φύγει;».

Σε αυτό το μονοπάτι που σας είπα πριν, πηγαίνω κάθε μέρα. Φτάνω στο νεκροταφείο, κάθομαι στο μνήμα του παιδιού μου κι αυτό με ανακουφίζει. Είναι σαν να μου δίνει ο γιος μου ο ίδιος ένα κίνητρο να περπατάω και με βοηθάει να βάζω τις σκέψεις μου σε τάξη, γιατί πολλά είναι τα ζητήματα που σκέφτομαι κάθε μέρα. Όταν είμαι εκεί, μερικές φορές έχω την ψευδαίσθηση ότι συνομιλώ μαζί του για τα θέματα που με απασχολούν. Υποβάλλω ο ίδιος τις ερωτήσεις και παρόλο που εγώ ο ίδιος βρίσκω τις απαντήσεις, μερικές φορές είναι σαν να μου τις δίνει ο γιος μου. Πηγαίνω στον τάφο του κάθε μέρα.

Πάντως, ήθελα να πω ότι παρ’ όλο που δεν μπορώ να κρύψω το συναίσθημά μου πολλές φορές, αυτό δεν με εμποδίζει από το να είμαι αντικειμενικός. Όταν ο Βασίλειος μπήκε στο νοσοκομείο, του έδειξα εκατό φορές τη φωτογραφία του ασφαλίτη, ο οποίος τον υπέδειξε στους άλλους και τον βασάνισε στο τμήμα για να σιγουρευτώ ότι ήταν ο ίδιος. Δεν ήθελα να βγάλω λάθος συμπέρασμα.

Τη μέρα που πέθανε ο Βασίλειος, είχα μηνύματα απ’ όλη την Ελλάδα, ότι ετοιμάζονται πορείες. Ήθελα να σκεφτώ με ηρεμία τι ακριβώς έγινε. Θα μπορούσα να πω τότε ότι τον σκότωσαν εν ψυχρώ και δεν ξέρω τι θα γινόταν σε όλη την Ελλάδα.

Παρόλα αυτά ξεπέρασα τον πόνο μου, γιατί ήθελα να είμαι ψύχραιμος όταν θα μιλούσα. Τώρα, όμως, μπορώ να πω ότι ήταν εγκληματικές οι ενέργειές τους και ότι σκοτώσαν το παιδί μας με αυτά που έκαναν. Μελέτησα και το βίντεο χιλιάδες φορές, καρέ προς καρέ και τις φωτογραφίες.

Είδα τις κινήσεις και των δύο πλευρών: του παιδιού μας που πλησίαζε ειρηνικά και αυτών που χωρίς δεύτερη σκέψη όρμησαν πάνω του, ενεργώντας μη επαγγελματικά και τον έσπασαν στο ξύλο. Τώρα το λέω συνειδητά: σκότωσαν το παιδί μας, το οδηγήσαν στον θάνατο.

Πηγή: https://www.vice.com/