Μετά την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους (1204) η Σκιάθος και η Σκόπελος παραχωρήθηκαν το 1207 στους Ενετούς. Κύριοι των νησιών έγιναν τα αδέλφια Ιερεμίας και Ανδρέας Γκίζι –Βενετσιάνοι έμποροι- οι οποίοι απαγόρευσαν την τέλεση ιεροπραξιών του ορθοδόξου κλήρου, έδωσαν όμως στα νησιά σχετικά ελεύθερη αυτοδιοίκηση και ορισμένα προνόμια. Για τον φόβο των πειρατών επισκεύασαν το αρχαίο Κάστρο της Σκοπέλου και έκτισαν στη χερσόνησο του λιμανιού της Σκιάθου το Καστέλι του Αγίου Γεωργίου (Μπούρτζι), ενώ παράλληλα εξουσίαζαν και νησιά των Κυκλάδων.

Το 1259 τους διαδέχθηκαν οι απόγονοί τους με τελευταίο και πιο σκληρό δυνάστη των κατοίκων τον Φίλιππο Γκίζι, σύζυγο της κόρης του Ιερεμία, Ιζαμπέττας. Παράλληλα στην Εύβοια εμφανίστηκε ο Λικάριος που γεννήθηκε στις αρχές του 13ου αιώνα, στην Κάρυστο. Διετέλεσε Λομβαρδός ιππότης στην αυλή του Guiberto Dalle Carceri τον οποίο όμως μίσησε θανάσιμα για οικογενειακούς λόγους και τάχθηκε, εν τέλει, στην υπηρεσία του ελληνικής καταγωγής Μιχαήλ Παλαιολόγου (1223-1282) που επανακατέβαλε την Κων/πολη το 1261 και ίδρυσε τη δυναστεία των Παλαιολόγων.

Ο Λικάριος πρότεινε στον Μιχαήλ να τον βοηθήσει για την ανακατάληψη της Εύβοιας από τους Βυζαντινούς. Ο Λικάριος προχώρησε από τη μια επιτυχία στην άλλη στη φραγκοκρατούμενη Εύβοια, τη Σκύρο και στον Παγασητικό όπου το 1275 κατανίκησε τον φράγκικο στόλο (‘’ναυμαχία της Δημητριάδος’’) και στο τέλος κατέκτησε το πανίσχυρο Κοκκινόκαστρο της Καρύστου (καστέλο Ρόσο) καταλαμβάνοντας όλη την Εύβοια πλην της Χαλκίδας. Για τις επιτυχίες του αυτές τιμήθηκε από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου με τον τίτλο του Μέγα Δούκα, δηλαδή του Αντιναυάρχου του Βυζαντινού Στόλου.

Το 1276 εγκλώβισε το Φίλιππο Γκύζη στο Κάστρο της Σκοπέλου, τον αιχμαλώτισε και τον έστειλε στη Πόλη όπου τον ανάγκασαν να παραδώσει τα νησιά που είχε στην κατοχή του προκειμένου να απελευθερωθεί, παρότι συνήθιζε να λέει το στίχο του Οβίδιου «major sum quam cum possit fortuna nocere» (είμαι πιο δυνατός απ΄ όσο η τύχη μπορεί να με βλάψει).