Ο σκύλος του Παπαδιαμάντη δεν ήταν ακριβώς δικός του, ούτε καν του αφεντικού του, ήταν «σκύλος προωρισμένος ὀψέποτε νὰ μείνῃ ἀδέσποτος». Τον γνωρίζουμε από το διήγημα «Τα φορτωμένα κόκκαλα» που δημοσιεύτηκε στα στερνά του κυρ-Αλέξανδρου, το 1907 και ονομαζόταν Σαψώνης.

«Το όνομα του Σάψωνα παραπέμπει ηχητικά στη σήψη» , γράφει η Αδριάνα Ταγκαλάκη στη διπλωματική της εργασία με θέμα: «η παρουσία των ζώων στην πεζογραφία…» (Πάτρα 2018) και προς το τέλος του άρθρου θα φανεί πιθανόν το γιατί… Θεωρητικά ανήκε στον «Σταμάτη τοῦ Ἀλεξανδράκη» που έπασχε «ἀπὸ περιοδικὰς ἀφανείας» και «ἄφηνεν τὸν ἄτυχον Σαψώνην εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀγορᾶς». Ο σκύλος « κατεσκόπευεν, τον κυρ- Αλέξανδρο, ἀπὸ καφενεῖον εἰς ὕπαιθρον, καὶ ἀπὸ κιόσκι εἰς τένταν, ἐπὶ τῆς προκυμαίας, τέλος, τόν ἠκολούθει ὁριστικῶς εἰς τὴν οἰκίαν, ὅπου ἔπρεπε νὰ τοῦ ρίψει τι ἐκ τοῦ ὑστερήματος»

Ο «Σταμάτη τοῦ Ἀλεξανδράκη», το υποτιθέμενο αφεντικό του, που άλλο δεν έκανε όταν συναντούσε το σκύλο «εἰμὴ νὰ τὸν ρίπτῃ αἰφνιδίως εἰς τὸ κῦμα, γαυγίζοντα καὶ μὴ θέλοντα, διὰ νὰ κολυμβᾷ, τὸν εἶχεν ἀφήσει ἀκούρευτον καὶ βαθύτριχον ἀπὸ χρόνων πολλῶν. Ἦτο πολὺ μαλλιαρὸς σκύλος.» Ο σκύλος είχε τόσο πολύ εξοικειωθεί με τον Παπαδιαμάντη που τον ακολουθούσε ως και τις θρησκευτικές εκδρομές του στα ξωκλήσια και τα μοναστήρια της νήσου.

Έδειχνε δε ιδιαίτερη αδυναμία στα ξεχώματα των νεκρών γιατί, μπουχτισμένος απ’ τα ξεροκόμματα του ψωμιού που του πετούσαν διάφοροι μη έχοντες τίποτε άλλο σ’ εκείνα τα χρόνια, οσφραίνονταν αφήνοντας μικρές υλακές (γαυγίσματα) τα κόκκαλα των πεθαμένων και εκπέμποντας «γογγυσμοὺς συνεσταλμένης ἐπιθυμίας, ὡς νὰ ἤθελε νὰ εἴπῃ: «Κρῖμα, τόσα κόκκαλα!»

Κι αν αυτό μας φαίνεται κάπως μακάβριο, δεν εκφράζει παρά τον κύκλο της ματαίας και πεπερασμένης ζωής μας που εμπεριέχεται στη φράση του εκκλησιαστή «χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει»….