Τὸ ἐρημητήριο τοῦ Μωραίτίδη στὴν ὁδὸ Καπποδιστρίου

Ἀπὸ τῆς ἀνοικτῆς θύρας εἰσήρχετο ἡ μεσονύκτιος κρύα δρόσος….καὶ κραταιὰ ἐν κρότοις πιστολισμῶν καὶ κροταλισμοῖς καψυλίων ἐκόμιζε πανταχοῦ, εἰς πολεις καὶ δάση καὶ κοιλάδας καὶ πελάγη, εἰς γῆν καὶ οὐρανόν, τὸ πανευφρόσυνον  Χριστὸς Ἀνέστη…»( Ἀλ. Μωραϊτίδης)

Μπορεῖ στὸ πάντα ἀξεπέραστο διήγημα τὸ «Ἄρατε Πύλας» ὁ ἄλλος Ἀλέξανδρος τῆς Σκιάθου, ὁ Μωραϊτίδης νὰ καταθέτει βιώματα καὶ εἰκόνες ἐνὸς καιροῦ εὐλογημένου, ἐκείνου ἀσφαλῶς τῆς παιδικῆς του ἡλικίας, ἤ ἀκόμα στὸ λιγότερο γνωστὸ τὸ «Χριστὸς Βοσκρὲς», νὰ μᾶς παραδίδει εἰκόνες πασχαλιάτικες τοῦ καιροῦ τῆς Παλιᾶς Ἀθήνας, ὅμως ὑπάρχει καὶ μιὰ ἀκόμη πτυχὴ τοῦ βίου του, ἐκείνη τῆς ὡρίμου πιὰ ἡλικίας του. Τὸτε,  δηλαδή,  ποὺ ἀφοσιωμένος στὴ Πατερικὴ Γραμματεία καὶ «διαμπάξ», κατὰ τὸν πνευματικό του ὁδηγό, τὸν Γ. Δανιὴλ τὸν Κατουνακιώτη, παύει ν᾿ ἀσχολεῖται μὲ τὴ λογοτεχνία.  Αὐτὸ δὲ συμβαίνει. ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ἰω. Ν. Φραγκούλας, τὸ 1908 καὶ εἶναι γραμμένο σὲ ἐπιστολὴ τοῦ Γέροντα Δανιὴλ στὸ πνευματικό του τέκνο, τὸν τότε ἐπιτυχημένο λογιο Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη.

Ὥστόσο,  κι ἄν ἄφησε τὴ λογοτεχνική του κάλαμο ὀ Μωραϊτίδης, στὴ συνέχεια μᾶς κληροδότησε κάποια ἄλλα τεκμήρια τῆς θεοπειθοῦς βιοτῆς του καὶ τοῦ καλλιεργημένου πνευματικοῦ λειμῶνος ποὺ ἔφερε μέσα του. Γιατὶ δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ποῦμε ὄτι ζοῦσε, καί, μάλιστα,  μέσα στὴν Ἀθήνα, ὡς ἐρημίτης. Κι αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλὴ εἰκασία, ἀλλὰ μαρτυρεῖται ἀπό ἀνθρώπους σοβαροὺς καὶ λογίους κορυφαίους στὴν ἐποχή τους.  Μάλιστα,  τὸ σπιτάκι του στὴν ὁδὸ Καποδιστρίου 14 ἦταν στὴν οὐσία «ἕνα ἐρημητήριο καταστόλιστο ἀπό εἰκονίσματα παλιὰ καὶ νεώτερα.Ἐκεῖ δὲ διάβαζε καὶ ἔψελνε ὅλες τὶς νυχθημερινὲς ἀκολουθίες, θυμίαζε, ἔκανε μετάνοιες καὶ μόνο τὴ Θ. Λειτουργία παρακολοουθῦσε στὴν κοντινὴ ἐκκλησία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς (Ἀκαδημίας)»( Ἰω. Ν. Φραγκούλας). Ἴδιες γνῶμε ἔχουν καὶ οἱ Σπ. Μελᾶς, Ζαχ. Παπαντωνίου, Στ. Δάφνης κ.λ.π.

Μέσα σ᾿αὐτὴντὴν εὐκατάνυκτη καὶ ἁγιασμένη ἀτμόσφαιρα λοιπόν γράφτηκε τὸ ἑόρτιο γράμμα ποὺ ἔστειλε τὸ Πάσχα τοῦ 1916—δηλαδή, πρὶν ἀπό ἕναν  περίπου αἰώνα-στὴν πνευματική του ἀδελφὴ Θεοδώρα,

δόκιμη μοναχὴ στὴν μονὴ τοῦ Κεχροβουνίου τῆς Τήνου.

Τὸ γράμμα πρωτοδημοσιεύτηκε στὸ περιοδικὸ «Ἑλληνικὴ Δημιουργία»,  τὸ Πάσχα τοῦ 1950, ἀπό τὸ Νίκο Σφυρόερα.

Ἐπειδὴ πιστεύω, καὶ σ᾿ αὐτὸ ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι θὰ μὲ δικαιώσει ὀ κάθε εὐλαβὴς καὶ καλοπροαιρετος ἀναγνώστης, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ εἶναι ἕνα τεκμήριο τῆς ὀρθοδόξου πνευματικῆς ζωῆς ποὺ βίωνε συνειδητὰ ὀ Μωραϊτίδης, φιλεόρτω τρόπῳ καὶ εἰς μνημόσυνον τῆς εὐλαβοῦς ψυχῆς του, τὴν παρουσιάζω ὠς εὐχετήριο γιὰ τὸ Ἅγιο Πάσχα ποὺ ἑορτάζουμε. Γιατὶ κάποιοι θὰ ὠφεληθουν ἀπό τὸν ἔνθεο λόγο τοῦ ἀλλου Ἀλέξανδρου καὶ ἀργότερα Ἀνδρονίκου μοναχοῦ. Κ αἰ τὸ κυριώτερο, θὰ μπορέσουν νὰ καταλάβουν ὅτι γι᾿ αὐτοὺς τοὺς «πάσχοντας τὰ θεῖα» χαριτωμένους ἀνθρώπους, ἡ γιορτὴ τοῦ Πασχα εἶναι ἡ προτύπωση τῆς ἀγαλλιάσεως ποὺ θὰ αἰσθανθοῦν τὀτε ποὺ θὰ ἑορτάσουν τὸ Πάσχα τὸ αἰώνιον, ὄπου μάλιστα θὰ μετάσχουν «τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος, τῆς θείας

εὐφροσύνης» , κάτι ποὺ ὁ ἐπιστολογράφος ζεῖ καὶ μυστικῶς ἀπολαμβάνει.

Φυσικὰ δὲ λείπει καὶ ἠ νοσταλγικὴ ἀναπόληση τῆς πολυαγαπημένης του Σκιάθου καὶ μάλιστα τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Παρθένη, ὅπως ὀνομάζεται  κι εἶναι ἀφιερωμένο στὸ Γενέθλιο τοῦ Τ. Προδρόμου. Τὸ μοναστηράκι αὐτό, ποὺ τὸ ἀνακαίνισε ὁ ἴδιος ὁ Μωραϊτίδης δι᾿ ἐξόδων του τὸ 1895, τὸ φαντάζεται τώρανὰ βρίσκεται  μέσα στὴ μυροβόλο σκιαθίτικη ἄνοιξη, τὴ στεφανωμένη μὲ τὴν Πασχάλιο χαρὰ μὲ τ` ἀηδόνια νὰ ψάλλουν Ἀναστάσιμους ὔμνους…

Μακάριοι ὅσοι βιώνουν τὴν Ἀναστάσιμη χαρμολύπη, ὅπως ὀ ἐπιστολογράφος, ποὺ τὸ ἔργο του συνεχίζει νὰ φωτίζει τὶς ψυχὲς ἐκεῖνες ποὺ ἀναζητοῦν γνήσιο ἕλληνα λόγο βαφτισμένο πάντα στὴν Ὀρθόδοξη λειτουργικὴ παράδοση καὶ ζωή.

Στὴ συνέχεια παρουσιάζεται τὸ γράμμα. ὅπως εἶναι δημοσιευμένο στὸ τ. 52 (Ἀπρ. 1950) τῆς Ἑλλ. Δημιουργίας, σελ. 518

 

                                         Ἐν Ἀθήναις τῇ 17η Ἀπριλίου 1916

                             Χριστὸς Ἀνέστη

Μᾶς ἡξίωσεν ὁ Πολυεύσπλαχνος Κύριος καὶ Θεὸς ἠμῶν νὰ ἑορτάσωμεν καὶ ἐφέτος τὴν Λαμπροφόρον ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεώς του. Ἄς εὐχηθῶμεν νὰ μακροθυμήςῃ ἀκόμα ἕως ὄτου ἐν καλῇ μετανοίᾳ λογοδοτήσωμνεν ἐνώπον τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων καὶ ἀκαταίσχυντοι νὰ ἀντικρύσωμεν τὴν δόξαν τῆς Δευτέρας του Παρουσίας καὶ ἀκούσωμεν τῆς μακαρίας φωνῆς εὖ δοῦλοιἀγαθοὶ καὶ καλοὶ, εἰσέλθητε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου ὐμῶν. Εἰσέλθετε ἀγαλλόμενοι μὲ τὰς λαμπαδας τῶν ψυχῶν ἡμῶν καταυγαζούσας. Ὤ, τὶ χαρὰ θὰ εἶνε ἐκείνη, τὶ ἀπερίγραπτος θὰ εἶνε ἐκείνη ἡ ἀγαλλίασις. Νὰ γείνωμεν συμμέτοχοι τῆς αἰωνίου δόξης μὲ ὄλατὰ τάγματα τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος εὐαρεστησάντων τῷ Κυρίῳ. Ὁλίγη βία, ὀλίγη ὑπομονή, ὀλίγη ἐγκαρτέρησις καὶ ἐπιμέλεια εἰς τὴν ἁγιότητα τοῦ νοὸς ἠμῶν, ὅπως ἐξακολουθήσωμνεν  ἀκόμα τὸν ὀλίγον ἀγῶνα τῆς πολυμόχθοιυ ζωῆς καὶ φωτισμένοι μὴ ἀποκάμωμεν εἰς τὴν τήρησιν τῶν ἁγίων του ἐντολῶν, διότι κατὰ τὸ ἀψευδέστατον τοῦ Σωτῆρος μας στὀμα αἰ ἐντολαὶ βαρεῖαι οὐκ εἰσὶ δι᾿ ἐκείνους βέβαια οἰ ὀποῖοι μὲ τὴ φλόγα τῆς πίστεως κατέκαυσαν τὸν δρυμῶνα τῶν παθῶν καὶ κεκαθαρμένοι, κοῦφοι ὠς ἀετοί, πετοῦν ὐψηλά, ὠς μηδὲν λογιζόμενοι τὰ γἠϊνα καὶ ταπεινά, τὰ μάταια καὶ φθαρτά. 

Βλέπεις, θεοπεφιλημένη ἀδελφὴ ἐν Χριστῷ κυρία Θεοδώρα, πόσον ὡραῖα μὲ ὀλίγας λέξεις παρέστησα τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ τὸν πόθον. Ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τὸ μέγα βάρος τὸ ὀποῖον βαρύνει τὸ ἄθλιον σῶμα, ὥστε διόλου νὰ μὴ δελεάζεται ἀπὂ  τὰ ἀνέκφραστα καὶ ἀπερίγραπτα κάλη τοῦ Παραδείσου, ἀλλ᾿ ὡς λίθος νὰ καταπίπτῃ κάτω εἰς τὴν γῆν, οὔτε νὰ θέλγεται ἀπό ὅσα ἐδιάβασεν, ἀπό ὅσα ἐμελέτησεν, ὥστε νὰ ζητήσῃ μὲ νηστείαν καὶ ἀγρυπνίαν νὰ ἀποκτήςῃ πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ νὰ πετασθῇ καὶ νὰ ἀναπνεύσῃ. Τὶ ἦταν ἡ ὁλίγη νηστεία ἀπέναντι τῆς εὐφροσύνης αὐτῆς ὁποὺ ἀπολάυσαμεν εἰς τὴν ἁγίαν Ἀνάστασιν;Ἔτσι εἶναι καὶ ἡ ζωὴ, μία νηστεία καὶ ἰδοὺ νά, ἔφθασεν ἡ νὺς τοῦ Πάσχα, ὁ ἄγγελος ὀ ψυχος΄ωστης ! Δὲν ἀκούεις τὰ πτερυγίσματά του; Τὸν κρότον τῶν πτερῶν τοῦ ἐρχομοῦ του;Ἰδοὺ ὀ Νυμφών, ἰδοὺ τὸ ἀνέσπερον φῶς τοῦ ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης !…

Τὶ ὡραῖαι ἑορταὶ καὶ ἐφέτος, ἐκτάκτως συνέπεσαμ ἔτσι ὕστερα ἀπό 85 χρόνια. Πολὺ μὲ συγκινοῦν τὰ ἔκτακτα. Τώρα ἀναλογἰζομαι τὰ ἀηδόνια ὁποὺ ἀναρίθμητα κελαϊδοῦν εἰς τὸν Τίμιόν μου Πρόδρομον. Τουλάχιστον θὰ ἀξιωθῶμεν νὰ τὰ ἀπολάυσωμεν εἰς τὴν αἰώνιαν χαράν; Τώρα εὐωδιάζουν ἐκεῖ καὶ αἱ πέτραις. Ἀλλὰ αὐτὰ ὁποὺ στερούμεθα πρέπει νὰ μᾶς προξενοῦν ἐσωτερικὴν χαρὰν, ὅτι ὀ Κύριος   δ[εν θὰ μᾶς στερήσῃ ἐκεῖ ψαλμωδίας, ὕμνους ἀνθρώπων, ἀηδόνων, εύωδίας κρίνους, ὅλα τὰ ἀνέκφραστα καλὰ ἅ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε. Παὐω διότι εἰς τὴν ἀναμνησίν των μοῦ ἔρχονται θρῆνοι γοεροί…

Εὐχαριστοῦμεν ἐγκαρδίως διὰ τὰς εὐλογίας, εὐχαριστοῦμεν διὰ τὰ εὐλογημένα αὐγά. Ἐζήλευσα τὴν χάριν σου, ὁποὺ ἡ Κυρία Θεοτόκος καὶ Πανάχραντος Δέσποινατοῦ κόσμου σὲ κατηξίωσε τόσον πλησίον της νὰ μένεις, ὤστε νὰ ἐπισκέπτεσαι συχνὰ τὸ ἐπίγειόν της ἀνάκτορον  καὶ νὰ πίνῃς ἀπό τὸν ἀθάνατον δροσισμὸν τῶν χαρίτων της. Νὰ ἠξεύρεις πόσην δύναμιν, πόσην χάριν λαμβάνεις ἀπό αὐτὸ τὸ ἱερόν σου προσκύνημα. Ὅλους τοὺς κόπους σου τοὺς μεγάλους τοὺς διαλύει ἀμέσως εἰς τὴν δρόσον τῶν χαρίτων της καὶ μὲ νέας δυνάμεις ἀναβαίνεις πάλιν εἰς τὸν ἀγώνα ὅν αὐτὴ ἡ Πανάχραντος Κυρία τῶν Ἀγγέλων σοὶ διήνοιξεν ἵνα στεφανωθῇς  μετὰ τῶν ἁγίων Μαρτύρων.  Καὶ τοῦ χρόνου πάλιν εὔχομαι νὰ ξαναλειτουργήσῃς κατὰ τὸ Ἅγιον Πάσχα εἰς τὴν ὡραίαν Κοίμησίν σου.

Ἀσπαζόμεθα ὅλοι τὴν δεξιὰν τῆς ἀγίας Ἡγουμένης καὶ τῶν σεβασμίων γεροντισςῶν. Ἀσπαζόμεθα τὴν σὴν δεξιάν.

Ἀ(λέξανδρος). Μ(ωραϊτίδης)

(Περισσότερα βιογραφικὰ μπορεῖ ὁ ἐνδιαφέρομενος νὰ βρεῖ στὸ Ἐγκόλπιο Ἠμερολόγιο τῆς Μητροπόλεως Χαλκίδος τοῦ ἔτους 2009, ποὺ ἦταν ἀφιερωμένο στὸν Ἀλ. Μωραϊτίδη, ὅπου καὶ ἡ ἐμπεριστατωμένη μελέτη-εἰσαγωὴ τοῦ Κων. Κουτούμπα, θεολογου. Οἰ φωτ. εἶναι ἀπό βιβλία τοῦ Μωραϊτίδη καὶ τοῦ Ἰω. Ν. Φραγκούλα).

παπα-Κων. Ν. Καλλιανός

 

Τὸ μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Παρθένη, τὴν ἐποχὴ τοῦ Μωραϊτίδη