Απ’ τη ζωή και το έργο του γνωρίζουμε ότι ο Παπαδιαμάντης δεν είχε σε εκτίμηση τον ιατρικό κόσμο κι αυτό ίσως του στοίχησε και την ίδια του τη ζωή. Μάταια ο αδελφικός του φίλος, αν και γιατρός, Παύλος Νιρβάνας προσπαθούσε να τον πείσει το 1908 να μην επιστρέψει στη Σκιάθο και να εισαχθεί σε κλινική των Αθηνών «δια μίαν νευρικήν διατάραξιν η οποία τον εβασάνιζε τελευταίως». « -Όχι σε κλινική, Όχι! Οι γιατροί είναι ψυχροί άνθρωποι και οι νοσοκόμοι…είρωνες. Δεν θέλω να πάω»! Ήταν αμετάπειστος και φοβισμένος μαζί…» (1)

Επέστρεψε στο νησί με βεβαρυμμένη υγεία και μετά από μια πνευμονία, κατέληξε στο πατρικό του την ανατολή του 1911. Στην εφημερίδα Πρωτεύουσα της 8ης Νοεμβρίου 1921 γράφει ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης για τις τελευταίες του μέρες: «Να πάρουμε, του είπαν τα κορίτσια, γιατρό; -Θα καλέσωμεν πρώτον τον ουράνιον ιατρόν, απήντησεν. Εκάλεσαν όμως τα κορίτσια ιατρόν. Αλλά δεν τον εδέχθη. Ξαναήλθεν ο ιατρός. Δεν τον εδέχθη. Το βράδυ ήλθεν ο Παπανδρέας και εδιάβασε Παράκλησιν. Ύστερα εδέχθη και τον ιατρόν. Επρίσθηκαν τα πόδια του. Είχε δύσπνοιαν. Διήρκησεν η ασθένια 35 ημέρας, κατά τας οποίας ήτο κλινήρης. Μετάλαβε τρεις φοράς εις το διάστημα αυτό.» Αν ζούσε ο Wilhelm Wild ίσως να τον εμπιστευόταν και να τον έσωζε.

Ήταν ο μόνος που «απὸ τοῦ 1846 εἶχεν ἀποκατασταθῆ εἰς Σκίαθον, καὶ ἦτο ζηλευτὸς ἰατρὸς εἰς τὴν μικρὰν πολίχνην, ὁ ἀγαθὸς Βαυαρός, ὁ φιλάνθρωπος ἐπιστήμων». Δυστυχώς όμως εκείνος είχε πεθάνει το 1899 και τον νεκρολόγησε (2) ο κυρ- Αλέξανδρος και με τα εξής: «Δὲν ἐλάτρευσε τὸν Μαμωνᾶν, οὐδ᾿ ὑπερέβη τὸν ὅρκον τοῦ ἐπιστήμονος. Δὲν μετῆλθε τὴν θείαν τέχνην τοῦ Ἀσκληπιοῦ ἐπὶ χρηματισμῷ, ἢ «φάτιος ἱμέρῳ». Ἐὰν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ 50 ἀπὸ ἕνα πτωχὸν ἀσθενῆ, ἐλάμβανε 15. Ἐὰν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ 15 ἐλάμβανε 5. Ἐὰν ὁ ἀσθενὴς ἦτο πολὺ πτωχός, τότε ἔδιδεν ἀντὶ νὰ λαμβάνῃ. Τοιοῦτος ὑπῆρξεν ὁ ἐνάρετος ἐπιστήμων, ὁ ἀγαθὸς Γερμανός, ὁ Γουλιέλμος Βίλδ.»

Πέραν τούτου που θαύμαζε και τον αναφέρει ονομαστικά –τον μόνο- σε πολλά διηγήματά του, όπως το «Βαρδιάνος στα Σπόρκα» όπου εκθειάζει και την εκούσια προσφορά του στους χολεριασμένους, όλους τους υπόλοιπους τους περνά γενεές δεκατέσσερις στο έργο του. Γράφει στο «πολιτισμός είς το χωρίον»: «― Δὲν πᾷς νὰ φωνάξῃς τὸ γιατρό, Στέργιο μου; ― Τί γιατρὸ καὶ γιατρό;… Ἔχουν τώρα αὐτοὶ πίστη καὶ σπλάχνα;… Θαρρεῖς πὼς λυποῦνται, μωρὴ γυναίκα; Θὰ πάω, θὰ τὸν φωνάξω, θὰ ρίξω πέτρες στὸ παραθύρι, καὶ θὰ κάμῃ τὸν κουφό, ἢ θὰ σηκωθῇ νὰ μὲ βρίσῃ καὶ νὰ μὲ διώξῃ. «Δὲν ἠξέρατε ἀπὸ πιὸ νωρὶς νὰ ᾽ρθῆτε; Τώρα, μεσάνυχτα, ἦρθες νὰ ξυπνίσῃς τὸ γιατρό;» Ἄχ! νὰ ἤξερες τί σκληροὶ εἶναι, γυναίκα! […]»

Σ’ όλο το έργο του υπάρχουν ανάλογες αναφορές και μόνο οι γιατροί της Μασσαλίας στο «Η μετανάστις», -που προσπαθούν ανεπιτυχώς να σώσουν τους πολίτες απ’ την πανούκλα- και ο Βαυαρός Wilhelm Wild κρατούν την τιμή του κλάδου στο απέραντο παπαδιαμαντικό σύμπαν.

(1)Εφημερίδα ΑΘΗΝΑ, φ. 80-2976, Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 1911 «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης»

(2) εφημερίδα Το Άστυ, το 1899