Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1910. Φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου κατά τα έτη 1929–1935. Παράλληλα, κατά το διάστημα 1931–1934, μαθήτευσε κοντά στον Φώτη Κούντογλου, ο οποίος τον μύησε στη βυζαντινή αγιογραφία ενώ μελέτησε την λαϊκή αρχιτεκτονική και ενδυμασία. Μαζί του και με τους Δημήτρη Πικιώνη και Αγγελική Χατζημιχάλη πρωτοστάτησε στο αίτημα της εποχής για την ελληνικότητα της τέχνης.

Στα χρόνια της Κατοχής, ίδρυσε μια ιδιωτική σχολή ζωγραφικής, «μια σχολή του δρόμου» όπως την χαρακτήριζε. Στη συνέχεια αντιγράφουμε αποσπάσματα απ’ τη δημοσίευση για το θέμα στην « Καθημερινή» (28/10/1990) της Μαρίας Καραβία: «Το 1943 ζωγράφισε 12 μικρών διαστάσεων έργα (11,5Χ16,5 εκ.) που απεικονίζουν οκτώ γυναίκες και τέσσερις άνδρες με εθνικές ενδυμασίες και είναι η πρώτη σειρά από διάφορες τέτοιες τοπικές φορεσιές που είχε ζωγραφίσει ο καλλιτέχνης κατά καιρούς. Οι μικρές διαστάσεις των έργων εξηγούνται και από τις ελλείψεις του καιρού που έκαναν απρόσιτα τα χρώματα και δυσεύρετο το χαρτί.

Τα είχε εκθέσει σ’ ένα παράξενο μαγαζί που βρισκόταν στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου. Γράφει ο ίδιος: «Το 1943, σ’ ένα κατάστημα διακοσμήσεων κατά το ήμισυ παλαιοπωλείον και κατά το άλλο εδωδιμοπωλείον πολυτελείας, έκανα μια έκθεση μικρών έργων που είχαν όλα το ίδιο μέγεθος και ως θέμα τις παλιές ελληνικές ενδυμασίες. Την εποχή εκείνη τα έργα αυτά θεωρούνταν πολύ επαναστατικά από τους συντηρητικούς ακαδημαϊκούς κύκλους…» Ο Λουί Χόφμαν, φίλος του ζωγράφου, που αγόρασε τότε αυτές τις δώδεκα μικρές τέμπερες, είχε μεγαλώσει στην Γαλλία που την θεωρούσε πραγματική πατρίδα του. Στην Ελλάδα ήρθε ως συνοδός ενός τυφλού παιδιού, του Πάνου Περβανά, γιου γνωστού καπνεμπόρου. Είχε αποκλειστεί στην Αθήνα λόγω του πολέμου, είχε γνωρίσει και θαυμάσει τον Τσαρούχη και είχε μπει στο στενό περιβάλλον του 33χρονου τότε ζωγράφου. Στον ξένο φίλο του οφείλεται, όπως φαίνεται, και η ιδέα της σειράς αυτών των (ενδυμασιών). Γνωρίζοντας όμως την σημασία και την αξία τους τις κληροδότησε μετά τον θάνατό του σε Έλληνα φίλο του που κατοικούσε στο εξωτερικό, από τον οποίο και τις απέκτησε πρόσφατα η Γκαλερί Ζουμπουλάκη έπειτα από συνεννοήσεις ετών.

Ο Τσαρούχης είχε από τα παιδικά του χρόνια μαγευτεί από τον πλούτο των υφασμάτων, των χρωμάτων και των σχεδίων που είχαν οι τοπικές φορεσιές. «Όταν μικρό παιδί έμενα στον Πειραιά – μου είχε πει κάποτε – μεγάλη εντύπωση μου έκαναν οι Καστελλοριζιές. Τα ρούχα που φορούσαν ήταν τα πρώτα δείγματα εθνικών ενδυμασιών που είδα. Εκτός από την ομορφιά των χρωμάτων, των βελούδων και μεταξωτών υφασμάτων, είχα πολύ εντυπωσιαστεί από την διαφορά που είχε αυτός ο κόσμος με τις άλλες εξευρωπαϊσμένες γυναίκες, τις ντυμένες με παριζιάνικες μόδες, με φορέματα από μαροκέν και κρεπ ντε σιν ή κρεπ ζορζέτ, με τα καπέλα με λουλούδια ή φρούτα, σε απαλά χρώματα πάντα, που κρατούσαν τις γαλλικές ονομασίες: σομόν, αμπρικό, σερίζ! Αυτό κατάλαβα αργότερα πως εσήμαινε ότι η φραγκοκρατία ξανάρχεται ενώ η τουρκοκρατία έχει απέλθει …».

Πέρα όμως από τις παιδικές μνήμες ο Τσαρούχης με την διπλή ιδιότητα του ζωγράφου και του ενδυματολόγου έδειξε από την αρχή της σταδιοδρομίας του μεγάλο και πολύπλευρο ενδιαφέρον για τις παλαιές ενδυμασίες. Ενδιαφέρον που ενισχύθηκε από την γνωριμία με την Αγγελική Χατζημιχάλη, την Έλλη Παπαδημητρίου και την Εύα Σικελιανού και που πέρασε μέσα από το πάθος του Κόντογλου για το Βυζάντιο. Δεν νοιαζόταν άλλωστε μόνον για την Τέχνη αλλά και για την τεχνική. Ήξερε να ράβει, να κόβει και να υφαίνει μόνος του ένα ύφασμα. Όπως μόνος του έβγαζε χνάρια, «πατρόν» από τις λαϊκές φορεσιές. Τα έργα του είναι ιστορικώς ακριβή.

Αλλά δεν είναι ποτέ λαογραφικά. Είναι έργα ζωγραφικής όπου το χρώμα παίζει κύριο ρόλο και οι μορφές διαγράφουν αληθινούς χαρακτήρες. Η εποχή εξάλλου που έχουν ζωγραφιστεί δίνει και μια άλλη διάσταση στις μικρές αυτές τέμπερες. Μέσω της τοπικής φορεσιάς υμνεί την τραυματισμένη παράδοση της υπόδουλης Ελλάδας. Και θάλεγα πως συχνά χρησιμοποιεί ως πρόσχημα τις στατικές πόζες και το στυλιζαρισμένο φόντο της αναμνηστικής φωτογραφίας – μια κουρτίνα, μια γλάστρα, ένα μαρμάρινο βάθρο – για να προσθέσει στις συνθέσεις του μερικά σύμβολα που μιλούσαν εύγλωττα εκείνο τον καιρό. Δεν είναι τυχαία π.χ. τα ελληνικά σημαιάκια που βλέπουμε, βαλμένα χιαστί μάλιστα, όπως σε σημαιοστολισμό δημόσιο σε καιρούς λευτεριάς.

Ούτε είναι τυχαίο το καναρίνι το αιχμάλωτο σε σιδηρόφρακτο κλουβί που στολίζει την εικόνα της «κόρης της Σκιάθου». Παρά τα στολίδια τους και τις αρματωσιές τους, οι αυστηρές, ακίνητες μορφές έχουν συχνά το μελαγχολικό και απόμακρο ύφος επιτύμβιου. Δεν μοιάζει να τις φοράνε για πανηγύρι, γάμο ή Πασχαλιά τις φορεσιές τους αυτοί οι άνθρωποι με τις αδρές μορφές, οι νησιώτες, οι χωριάτισσες, οι φουστανελοφόροι, οι λαϊκοί άνθρωποι με την ψυχή του μύστη που στάθηκαν πάντοτε το αντικείμενο του θαυμασμού του. Είναι οι ίδιοι που χορεύουν «τους υπέροχους και αθάνατους χορούς της βασανισμένης Ελλάδας, τους πιο αρχαίους κι από τον Παρθενώνα».

Οι φυσικοί φορείς και θεματοφύλακες ενός ένδοξου παρελθόντος που επιδεικνύουν με μνημειακή αξιοπρέπεια τις εθνικές φορεσιές του μέσα στο ζοφερό κλίμα της σκλαβιάς». Η «κόρη της Σκιάθου» λοιπόν, είχε την τιμή να επιλεγεί από το μεγάλο μας ζωγράφο μεταξύ των οκτώ πρώτων γυναικών που αποφάσισε να ζωγραφίσει με την τοπική ενδυμασία. Η φορεσιά της παρουσιάζεται λιτή, απέριττη, χωρίς τα γνωστά βαριά της στολίδια. Το ύφος της κοπέλας σοβαρό, περήφανο, αποφασιστικό.

Το πρόσωπό της καθαρό, υγιές, με δυο σκουλαρίκια –σημάδι διάθεσης για ζωή- να κρέμονται απ’ τα’ αυτιά της. Στο σκηνικό όλα μοιάζουν συμβολικά : η σημαία, ο ελληνικός καφές, μια γλάστρα που δεν έχει ανθίσει και το πουλί μεσ’ το κλουβί…