Σήμερα, στη Χώρα Αλονήσου, τελέστηκε το μνημόσυνο των 9 εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς σε αντίποινα για τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων στα νησιά των Σποράδων και το Πήλιο στην περίοδο της Κατοχής. Η τελετή ήταν απλή και συγκινητική.  Και έληξε με το προσκλητήριο των 9 εκτελσθέντων.

Σκοπός του γραπτού όμως δεν είναι να μιλήσουμε για τους εννιά. Είπε πολλά εξάλλου γι΄ αυτούς ο γιατρός Γιώργος Αθανασίου.
Από τη μεριά μου, θα ήθελα για λίγο να στρέψουμε την προσοχή μας στον 10ο. Αυτόν που τον μάζεψαν οι Ναζί μαζί με τους υπόλοιπους και ετοιμαζόντουσαν να τον εκτελέσουν. Το όνομά του ήταν Αθανασίου Γιάννης. Τη χρονιά εκείνη θα πρέπει να ήταν 18-20 χρονών παλληκάρι. Βρέθηκε με τους άλλους στην ομάδα που προοριζόταν από τους Γερμανούς για εκτέλεση.

Φαίνεται πως κανένας από τους υπόλοιπους δεν φανταζόταν τον λόγο για τον οποίο τους μάζεψαν. Τους είχαν πει πως τους ήθελαν να δουλέψουν για τους Γερμανούς ή κάτι τέτοιο. Ο Γιάννης όμως φαίνεται πως δεν έχαψε το λόγο για τον οποίο τους μάζεψαν. Κοίταξε ένα γύρο την γνώριμη εικόνα του τοπίου που ακόμη και σήμερα σου κόβει την ανάσα. Προς τα Δυτικά πρόβαλε το όμορφο βουναλάκι του Καλόβολου, γύρω στα 330 μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Από κάτω και λίγο πιο Νοτιο-Ανατολικά, απλωνόταν το γαλάζιο του μικρού κολπίσκου, του Μικρού Μουρτιά. Τα χρόνια εκείνα αποτελούσε και το λιμάνι του μικρού χωριού, που απλωνόταν στην κορυφή δύο αντικριστών λόφων, ανάμεσα στον Καλόβουλο και τη σημερινή πρωτεύουσα του νησιού, το Πατητήρι. Που τα χρόνια εκείνα, το τελευταίο κατοικείτο από λίγους ψαράδες και χρησίμευε μόνο για το πάτημα των σταφυλιών που ήταν η κύρια εξαγωγική ενασχόληση των κατοίκων. Δεν ήταν ακόμη το λιμάνι του νησιού. Το ρόλο αυτό τον έπαιζε ο Μικρός Μουρτιάς, όπου σε μια μικρή προβλήτα που σώζεται ως σήμερα, άραζαν τα καΐκια για τη Σκόπελο. Και μετά, ο κόσμος ακολουθούσε το λιθόστρωτο μονοπάτι που έβγαζε στη χωριό, μισή ώρα ανηφορικό περπάτημα. Από εκεί φόρτωναν και το μοναδικό μαύρο κρασί που το εξήγαγαν κυρίως στη Θεσσαλονίκη. Μου φαίνεται πως ο κύριος εξαγωγέας ήταν η οικογένεια Κονιόρδου που και σήμερα την συναντάς στο νησί.

Τί κρίμα, όμως… μια επιδημία φυλλοξήρας δεν άφησε ούτε ένα αμπέλι στο νησί, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Μια δεκαετία σημαδιακή για το μικρό νησί. Ήταν την ίδια χρονιά που ο σεισμός άλλαξε την ιστορία του μικρού χωριού. Που εγκαταλείφτηκε σχεδόν τελείως, για να μεταφερθούν σχεδόν όλοι οι κάτοικοι στο Πατητήρι και τον οικισμό του Βότση, και στο Ρουσούμ.
Την περίοδο όμως της Κατοχής, το χωριό μετρούσε πάνω από 1000 κάτοικους, που ασχολούνταν με την αλιεία (κυρίως με δυναμίτες), την παραγωγή κρασιού, την ελαιοπαραγωγή και την κτηνοτροφία.
Εκείνο το πρωϊνό του δεκαπενταύγουστου, ο νεαρός τότε Γιάννης Αθανασίου, βρέθηκε ανάμεσα στους άντρες του χωριού στη μικρή πλατεία που μοιάζει με μπαλκόνι. Προς τα δυτικά υπάρχει το καλντερίμι που οδηγεί από το «κάτω-χωριό» στην Πλατεία και το πάνω χωριό. Πιο κάτω το καντερίμι στρίβει προς τα δεξιά, καθώς ίσια στην ευθεία υπήρχε ένα κενό, κάτι σαν ρουμάνι, γεμάτο με τσαλίκια και αγριοπούρναρα που οδηγούσε κατευθείαν στο γκρεμό πάνω από το Μικρό Μουρτιά.

Σε λίγο, ο διοικητής της Βέρμαχ διέταξε να ξεχωρίσουν γύρω στους 10-12 άντρες, ανάμεσά τους και τον νεαρό Γιάννη. Ο τελευταίος όμως, φαίνεται πως ήταν γεννημένος “survivor”. Το ένστικτό του άρχισε να του βαράει χιλιάδες καμπανάκια μέσα στο μυαλό του. Δεν έχαψε με τίποτε το παραμύθι της «εργασίας». Με ανεβασμένη την αδρεναλίνη άρχισε να μετράει την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί. Κοίταξε αριστερά και δεξιά και σε δέκατα του δευτερολέπτου έκανε την επιλογή του. Χωρίς δεύτερη σκέψη άρχισε να τρέχει σαν αστραπή προς την κατηφόρα που οδηγούσε κάτω στην χαράδρα και στη συνέχεια να κατρακυλάει κάτω στον γκρεμό. Στην επιλογή της διαδρομής ίσως συνετέλεσε το γεγονός πως το χωράφι που μεσολαβεί ανάμεσα στην πλατεία και τα ρουμάνια ανήκε στην οικογένεια του Γιάννη. Εκεί που σήμερα βρίσκεται το γνωστό μπαρ-καφέ, το Naval. Κάτι που σημαίνει πως γνώριζε σπιθαμή προς σπιθαμή το μονοπάτι που έπρεπε να ακολουθήσει χωρίς να σκοτωθεί. Οι Γερμανοί σταυροτήδες φαίνεται πως δεν ήταν έτοιμοι για τέτοια αντίδραση. Άρχισαν να πυροβολούν μανιασμένα, αλλά όλες οι σφαίρες τους αστόχησαν.
Ο Γιάννης έφτασε κατρακυλώντας στο πιο χαμηλό σημείο του γκρεμού και στη συνέχεια άρχισε να σκαρφαλώνει την απέναντι απότομη πλαγιά του Καλόβουλου. Σε λίγο έφτασε στην κορυφή του και έβλεπε σαν σε ταινία αυτά που άφησε πίσω του.
Είδε από μακριά να βάζουν τους εννιά σε μία γραμμή, άκουσε τον αντίλαλο του “Fire”και μετά τα Γερμανικά τουφέκια να σκορπούν το θάνατο. Ένα θάνατο που του έκανε το χατίρι να τον προσπεράσει για πρώτη φορά.
…Για να ακολουθήσεις και η δεύτερη.
Σε λίγες μέρες, μετά το γνωστό συμβάν, ο πατέρας της οικογένειας ζήτησε από τους δύο γιούς του να τον ακολουθήσουν για το μάζεμα του δυναμίτη. Άδειαζαν της νάρκες που είχαν σκορπίσει οι Γερμανοί γύρω από το Νησί, κυρίως από τον Μικρό Μουρτιά. Στη συνέχεια ο δυναμίτης θα χρησίμευε για αρκετές ψαριές που θα έφερναν κάποιο μικρό εισόδημα στην οικογένεια. Αν το καλοσκεφτείς, θεάρεστο έργο επιτελούσαν καθαρίζοντας τον τόπο από τις νάρκες.

Ο νεαρός Γιάννης, λες και ειδοποιημένος από το Χάρο, αρνήθηκε να ακολουθήσει. Η λογομαχία με τον πατέρα ήταν έντονη, μα ο νεαρός ανένδοτος.
Ξαναπήρε το  γνωστό δρόμο του Καλόβουλου, για να γίνει μάρτυρας αυτή τη φορά της έκρηξης που άφησε ορφανή την οικογένεια και με ένα αδερφό λιγότερο.
Η τρίτη συνάντηση με τον Χάρο έγινε κάποια χρόνια αργότερα, την περίοδο που ακολούθησε τον Εμφύλιο. Η οικογένεια σταμπαρισμένη ως αριστερή, τόλμησε να κάνει ένα μικρό γλέντι αποχαιρετισμού σε κάποια από τα μέλη που είχαν πρόσκληση να φύγουν για την Αυστραλία. Εμφανίστηκαν οι χωροφύλακες που διέταξαν να σταματήσει το γλέντι, μια και το δικαίωμα αυτό στην μετεμφυλιακή Ελλάδα το είχαν μόνο οι ακραιφνείς εθνικόφρονες. Τις διαμαρτυρίες των παρισταμένων ακολούθησε λογομαχία που κατέληξε σε πυροβολισμούς. Η μία σφαίρα πέρασε ξυστά από το αυτί του Γιάννη, που και αυτή τη φορά βγήκε σώος. Φυσικά, μετά το συμβάν, το ταξίδι για την Αυστραλία έμεινε ανεκπλήρωτο όνειρο.
Δεν γνωρίζω λεπτομέρειες για την πορεία του κυρ-Γιάννη στα επόμενα χρόνια, αλλά ξέρω πως 17 χρόνια αργότερα, με την άνοδο της χούντας στην εξουσία, ήταν ξανά καταζητούμενος και κρυβόταν σε όλη την περίοδο της Δικτατορίας, ίσως στο νησί, χωρίς να συλληφθεί. Σε αντίθεση με το γιό του τον Θανάση, που πέρασε όλα τα χρόνια της δικτατορίας στη φυλακή ή την εξορία. Δεν λένε πως «Σόι πάει το βασίλειο»!

Τελικά, αναρωτιέμαι. Μήπως ο Ρίτσος όταν λέει για κάποιους που «…κεράσαν νεράκι τον θάνατο…» εννοούσε κάποιους σαν τον Κυρ-Γιάννη τον Αθανασίου; Λες να ήξερε αυτός και οι όμοιοί του το μυστικό; Να κερνάς νεράκι τον θάνατο και ο τελευταίος να σε προσπερνάει ξανά και ξανά;
Δεν νομίζω, πως αυτό το μήνυμα θα ήθελε ο κυρ-Γιάννης για μας σήμερα. Αν μπορούσε να μας μιλήσει από τον τάφο του, νομίζω πως θα μας έλεγε κάτι άλλο: «Μην εμπιστεύεστε τους τυράννους και τους φασίστες». Κάτι που δυστυχώς έκανε η ηγεσία των απανταχού Εβραίων, οδηγώντας στα κρεματόρια εκατομμύρια ομοεθνών. Αντίθετα, οι λίγοι, όσοι ρίσκαραν σαν τον κυρ-Γιάννη έζησαν. Και ο θάνατος τους προσπέρασε. Λες και ήπιε «νεράκι» από τα χέρια τους.

Κυριάκος Αθανασίου,
Χώρα Αλονήσου, 15-8-2022