Πρόκειται για «ἔρημον παλαιὸν μοναστηράκι» (Α. Ππδ) ορθογώνιου σχήματος διαστάσεων 22,30Χ15,30μ που ιδρύθηκε περί τον ΙΖ’ αιώνα από τον Σκιαθίτη ιερομόναχο Παρθένιο προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και γιορτάζει στις 24 Ιουνίου, στο Γενέθλιό του.

Το καθολικό καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα της Μονής και είναι ανεξάρτητο με διαστάσεις 8,75Χ5,45 μ και ύψος 3,70μ. Τρία ερειπωμένα κελιά και κάποια υπολείμματα από τα γκρεμισμένα περιτοιχίσματα πιστοποιούν σήμερα την ύπαρξη κάποτε του μοναστηριού.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αναφέρει τη Μονή και με άλλο όνομα ως Άγιο Ιωάννη το Μυρωδίτη. («Τό Χριστός Ανεστή του Γιάννη») Ο Άι Γιάννης αυτός της Σκιάθου, τοποθετημένος μέσα στη γλύκα του δειλινού της μαγευτικής περιοχής Ασέληνος, σε υψόμετρο 150 μέτρα από τη θάλασσα, ονομάζεται και ‘Κρυφός’- όπως κι εκείνων των ‘Πασχαλαίων απ’ όπου πέρασε η Φραγκογιαννού η «φόνισσα»- για τους παρακάτω λόγους: Ο πρώτος είναι πως βρίσκεται λίγο πιο πάνω απ’ την Παναγία Κουνίστρα (πολιούχο του νησιού) και είναι κυριολεκτικά χωμένος μέσα σ’ ένα πυκνό δάσος από ‘’άγρια δέντρα, αρεούς και θηλύκια’’.

Γράφει ο Αλεξ. Μωραϊτίδης («Μὲ τοῦ Βορηᾶ τὰ Κύματα»): «ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ (τῆς Εἰκονιστρίας) καὶ διὰ μέσου πυκνῶν ἀλσῶν πευκοφυτεύτων καὶ μιᾶς ἀγρίας ἐν γένει καὶ ἀκαλλιεργήτου φυτείας (εὑρίσκεται) τὸ ἐρημικὸν τοῦ Τιμίου Προδρόμου Μοναστηράκι, κολλημένον ἀσφυκτικῶς μέσα εἰς τὴν ὁλόβρεκτον καὶ νοτισμένην πάντοτε πτυχὴν ἑνὸς ὑψηλοῦ βουνοῦ, πρὸς ἀνατολὰς κειμένου, τὸ ὁποῖον ὡς φυλακισμένον τὸ κρατεῖ μέσα εἰς μὶαν ὑγρασίαν πρωϊνήν, καὶ μίαν σκοτίαν νυκτερινὴν ὅπου ὁ ἥλιος ἀνατέλει τὸ μεσημέριον, ἡ δὲ πανσέληνος μόλις τὰ μεσάνυκτα φωτίζει τὰ κατένατι πρὸς δύσιν βουναλάκια καὶ ἕνα σκιερὸν ὁρμίσκον κάτω, τὸν Μικρὸν Ἀσέληνον ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτίας οὕτως ὀνομασθέντα».

Ο δεύτερος λόγος είναι , ότι κατά τα χρόνια της κατοχής του νησιού από τους Οθωμανούς (1538-1830), λειτουργούσε εκεί (κρυφό) σχολειό. Υπήρξε για ένα διάστημα το πρώτο σχολειό του τουρκοκρατούμενου νησιού, στο οποίο ερχόταν οι μαθητές από το Κάστρο, ενώ χρέη δασκάλου έκαναν μοναχοί της Μονής. Επισήμως ιδρύθηκε από τον ανιψιό του Δημητράκη Οικονόμου και γιο του διδασκάλου του Γένους Επιφανίου Δημητριάδη , τον Γέροντα Διονύσιο (1802-1887), τον τελευταίο των Κολλυβάδων. Ο Γέροντας Διονύσιος χρημάτισε Ηγούμενος της Κουνίστρας στα 1841, την οποία και ανακαίνισε εκ βάθρων. Το ίδιο έκανε και στη γείτονα Μονή του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου που είχε διαλύσει η Αντιβασιλεία και τη μετέτρεψε σε γυναικείο ησυχαστήριο. Επίσης, πεντακόσια μέτρα απ’ το ναό, σώζονται ερείπια με το όνομα Δασκαλιό όπου, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν χτισμένο το σχολείο. Βρίσκονται στην κοντινή πηγή που το νερό βγαίνει μέσα από ένα δέντρο. «Παρὰ τὴν κρυερὰν τοῦ Δασκαλιοῦ πηγήν, ἐξ ἧς ρέει τὸ γλυκύτερον καὶ κρυσταλλωδέστερον ὕδωρ τῶν πρὸς δυσμὰς βουνῶν τῆς νήσου, εἰς μίαν ἐρημικὴν περιοχὴν ἔχουσαν πολλὴν ὁμοιότητα πρὸς τὰς ἀσκητικὰς τοῦ Ἄθωνος κατασκηνώσεις, εἰς τὴν ἀναψυκτικὴν τῆς ὁποίας δρόσον ἔρχονται αἱ ἁηδόνες καὶ οἱ κόσσυφοι καὶ αἱ ἀγριοπεριστεραὶ καὶ τὰ ἄλλα ὑδροχαρῆ τῆς ἐρήμου πετεινὰ νὰ ποτισθοῦν καὶ νὰ ψάλλουν καὶ ὅπου μονον οἱ κώδωνες τῶν αἰγοποιμνίων ἀντιλαλοῦν ἀνὰ τὰς ἀβάτους καὶ ἀγρίας λόχμας καὶ οἱ παρατεταμένοι συριγμοὶ τῶν βοσκῶν, ὅπου ὡς αἴγαγροι ἐκπηδῶσι αἴφνης ἀπὸ τὰ ἀδιαπέραστα σκότη τοῦ δάσους». («Μὲ τοῦ Βορηᾶ τὰ Κύματα» Ἀλεξ. Μωραϊτίδη).

Ο δε Αλεξ. Παπαδιαμάντης στον ‘’Αλιβάνιστο’’ γράφει πως Δασκαλιό ονόμαζαν μια μυστηριώδη βρύση που βρίσκεται μέσα στο στοιχειωμένο δάσος πάνω από τον Ασέληνο: «Τὸ δροσερὸν νᾶμα ἐξέρχεται ἀπὸ μίαν σπηλιάν, περνᾷ ἀπὸ μίαν κουφάλαν χιλιετοῦς δένδρου, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ ὁποίου βαθεῖα γούρνα σχηματίζεται. Ὅλος ὁ βράχος ἄνωθεν στάζει ὡσὰν ἀπὸ ρευστοὺς μαργαρίτας καὶ τὸ γλυκὺ κελάρυσμα τοῦ νεροῦ ἀναμειγνύεται μὲ τὸ λάλον μινύρισμα τῶν κοσσύφων». Ο ναός πρωτοανακαινίσθηκε το 1741 από τους αδελφούς Ιερομόναχους Ιάκωβο και Παρθένιο –λόγιοι κληρικοί-, ανίψια του ιδρυτή.

Η τελευταία ανακαίνιση του ναού έγινε από τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, το 1895, ανεψιό του Διονυσίου, κι ως σήμερα απόγονοί του τον επιμελούνται. Ο Μωραϊτίδης έκτισε και δυο κελιά στα θεμέλια των παλιών. Από τον τελευταίο ανακαινιστή γράφτηκε στο εσωτερικό υπέρθυρο της εκκλησίας επιγραφή που περιλαμβάνεται σε τέσσερις στίχους: «Ὁ ναός οὗτος τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἀνεκαινίσθει δαπάνες τοῦ ἐκ Σκιάθου κ. Ἀλεξάνδρου Μωραϊτιδου ἐν ἔτει 1895 Σεπτεμβρίου 3, ὀτε μετά εἰκοσαετῆ ἐρήμοσιν καί σιγήν ἐψάλη ἡ πρώτη λειτουργία/ μετά ὁλονύκτιον ἀγρυπνίαν. Τό δέ ἑπόμενον ἔτος θεία συνάρσει ἀποκαθαρθέντων τῶν ἐριπείων τῶν παλαιῶν κελιῶν ἐκτίσθησαν καί πρός ἀνατολᾶς κελλία. Ἐκ τοῦ ναοῦ μόνον τά τείχη διεφυλάχθησαν μετά τῶν ἐν αὐτοίς ἁγιογράφων καί τό ἱερόν/ θυσιαστήριον. Ἐκ δέ τῶν ἁγίων εἰκόνων μόνον ἡ εἰκών τοῦ Χριστοῦ διεσώθη εἰς Κουνίστραν ὀπόθεν καί μετήνεχθη. Εἶναι δέ τρίτη, ὡς φαίνεται, ἡ παροῦσα ἀνακαίνισις‐εἴθε δέ, τίμιε Πρόδρομε, νά εἶναι καί ἡ τελευταία – πρῶτον ἀνεκαίνισαν αὐτόν οἱ ἐκ Σκιάθου / ἀδελφοί ἀείμνηστοι Παρθένιος καί Ἰάκωβος, εἴτα δέ ὁ ἐν μακάριᾳ τή λήξει Γέροντας Διονύσιος ἀφιερώσας αὐτόν εἰς μοναζούσας παρθένους. Οἱ λειτουργοῦντες μνημονεύετε τῆς ψυχῆς τοῦ πατρός μου Δημητρίου καί ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ».

Ο αγιογραφικός διάκοσμος στους τοίχους του ναού φιλοτεχνήθηκε από τον άγνωστο αγιογράφο του ναού του Χριστού στο Κάστρο. Πτυχωτά βήλα, ολόσωμοι μετωπικοί μάρτυρες, στηθαίοι προφήτες, παραστάσεις από τη ζωή του Χριστού, ένθρονη Πλατυτέρα, Θεία Μετάληψη των μαθητών.

Με την εγκατάλειψη της Μονής ένα μέρος των τοιχογραφιών καταστράφηκε με την αποκόλληση των επιχρισμάτων. Στα χαρακτηριστικά του ναού προστέθηκε η καμπάνα από οβίδα του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης του αφιέρωσε το παρακάτω ποίημα: «Στὸν Πρόδρομον στὸν Ἀσέληνο Πίσω στὸν Ἀσέληνο, στὸ ρέμα ὅπου σταλάζουν τὰ ὅρη γλυκασμὸν καὶ τὸ δάσος ὅλον φαίνεται ἔμψυχον ἀπ’ τὸ πλῆθος τῶν κοσσυφιῶν ὁπού λαλοῦν Πάν’ ἂπ’ τὸ(ν) Ἀσέληνο γιαλό, στὸν κατήφορο ποὺ φέρνει κατὰ τὴν ἄμμο ἐκεῖ λάμπει τὸ μικρό, παλαιὸ Μοναστηράκι μὲ τὴν ἐκκλησία τοῦ τὴν ἁγιασμένη. Ἐκεῖ ἡ χάρις τοῦ τιμίου Προδρόμου ἐπισκιάζει τῆς Ἐλισάβετ καὶ τοῦ Ζαχαρίου ὁ βλαστός, ὁπού ἐβλάστησε στὸ γῆρας καὶ τὴν στείρωσιν, ἐκεῖ ἀνθεῖ καὶ θάλλει κ’ εὐωδιάζει. Ἀπὸ τοῦτο τὸ δάσος, γύρω γύρω ἄγρια δέντρα, κι ἀρεοὶ καὶ θιλύκια, ἐκεῖ εἶναι τὸ μυστηριῶδες Δασκαλειὸ ποῦ ἀπὸ μέσ’ ἂπ’ τὴν κουφάλα μίας δρυὸς ὡραία βρύσις παραδόξως βγαίνει. Ἀπὸ τὴν ἐρημία σου Ἅι μου Γιάννη ποῦ ἤχησε τὸ πάλαι ἡ φωνὴ σὸ θυμήσου μᾶς κ’ ἐμᾶς κ’ ἐμᾶς λυπήσου ποῦ λυώνομε μέσα σὲ μία ἐρημία γεμάτη ἀπὸ πληθυσμὸν ἀνθρώπινον.» Πηγές: – Αλέξης Δημ Αλεξίου ‘’Σκιάθος η αρχιτεκτονική των μεταβυζαντινών μνημείων’’ 1996 – Κ. Κουτούμπας ‘’

Ο Ναός της Γεννήσεως του Χριστού, έδρα της Επισκοπής Σκιάθου.’’ http://filoitoukastrou.blogspot.com/ – Αλεξ. Παπαδιαμάντης ‘’ΑΠΑΝΤΑ’’ Εκδόσεις: ΔΟΜΟΣ, 1997 – Xρίστος Χ. Χαχαμίδης ‘’Συμβολή στην εκκλησιαστική και πνευματική ιστορία των Βορείων Σποράδων (16ος-19ος αιώνας)’’

Θεσσαλονίκη 2008 – Ιω Φραγκούλας ‘’Μνημεία Σκιάθου’’ Φωτογραφίες από το Πνευματικό κέντρο Ιερών Ναών Σκιάθου