Πρόκειται για την περιπέτεια ενός νεαρού Έλληνα, που ξεκινά από τη Σμύρνη στο πλαίσιο αποστολής για τη διαφύλαξη αρχαιολογικών ευρημάτων στην περιοχή του Βόλου στα 1878. Στην προσπάθειά του αυτή ο κεντρικός ήρωας θα βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα στο επαναστατημένο Πήλιο, θα λάβει μέρος σε μάχες, θα δώσει μάχη για τη ζωή του, θα συναντηθεί με πραγματικά πρόσωπα, θα συνδεθεί με τον θρυλικό Άγγλο δημοσιογράφο που κάλυπτε τα γεγονότα, θα ερωτευθεί μια γενναία κοπέλα από τη Μακρινίτσα.
Όπως εκμυστηρεύτηκε ο Χριστόφορος Σεμέργελης, «όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το μυθιστόρημα, δεν ήθελα απλά να προσεγγίσω επιφανειακά τη ζωή στον Βόλο και το Πήλιο τον 19ο αιώνα, αλλά να τη «ζωντανέψω» στα μάτια του αναγνώστη. Δεν είχα σκοπό να παρουσιάσω τα πάντα ειδυλλιακά, που δεν ήταν σε καμία περίπτωση, παρά τη χαλάρωση των Τούρκων, γιατί δύσκολα θα γινόταν πιστευτή από τον αναγνώστη η ιστορία που διάλεξα να αφηγηθώ».

Όσον αφορά στις γυναίκες της Επανάστασης, ο ίδιος αναφέρθηκε στον χαρακτήρα της Δήμητρας, η οποία μετέχει ενεργά στον αγώνα, αντλώντας την έμπνευσή του από τη γενναιότητα των γυναικών που πολέμησαν τότε: «Στην εξέγερση του 1878, δεν ήταν λίγες οι γυναίκες που έλαβαν μέρος στις μάχες του Σαρακηνού και της Μακρινίτσας. Όλες έδειξαν απαράμιλλο θάρρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, πολεμώντας ισάξια με τους άντρες. Η πιο γνωστή από τις γυναίκες που πολέμησαν στο Πήλιο το 1878, είναι η Μαργαρίτα Μπασδέκη, την οποία η εφημερίδα «Ακρόπολις» των Αθηνών, δεν δίστασε κάποτε να χαρακτηρίσει «Μπουμπουλίνα της ξηράς», για το απαράμιλλο θάρρος που είχε δείξει τότε στο πεδίο της μάχης».
Ένας από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος είναι ο Κάρολος Ογλ, με τον συγγραφέα να τονίζει πως «η υπόθεση της δολοφονίας του σημάδεψε την εξέγερση του 1878 στη Θεσσαλία, με τον θάνατό του τόσα χρόνια μετά να παραμένει ένα άλυτο μυστήριο».

Τα πρώτα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου, όπως και το τελευταίο, εξελίσσονται στη Σμύρνη, τόπο καταγωγής του ήρωα, με τον Χριστόφορο Σεμέργελη να λέει: «Αναζητώντας στοιχεία για την ξακουστή αυτή πόλη και την εικόνα που παρουσίαζε στα τέλη του 19ου αιώνα, πολύ πριν το «Μαύρο» ’22, η εξερεύνηση της ιστορίας της εξελίχθηκε σε ένα υπέροχο ταξίδι. Όσο καιρό διήρκησε η έρευνα, η πρόκληση ήταν μεγάλη. Παλεύοντας να τηρήσω τις ισορροπίες ανάμεσα στο κομμάτι της μυθοπλασίας και την ιστορική αλήθεια, εκείνο που ήθελα πιο πολύ, ήταν να αναπλάσω τις γειτονιές της Σμύρνης με τέτοιον τρόπο, ώστε ο αναγνώστης να σεργιανίσει μαζί μου».
Ο ίδιος επισήμανε πως «η Ιστορία ανέκαθεν επιδρούσε στη λογοτεχνία. Στην ουσία πρόκειται για δύο έννοιες που συνδέονται στενά. Το πλέον εντυπωσιακό όμως είναι ότι ένα λογοτεχνικό έργο, μπορεί να μας κάνει να δούμε το παρελθόν με άλλο μάτι, συσχετίζοντας σημαντικά ιστορικά γεγονότα με το σύγχρονο κοινό».

Τέλος, όπως ανέφερε, «η Επανάσταση του 1878, λογοτεχνικά τουλάχιστον, δεν είχε βρεθεί άλλη φορά στο επίκεντρο κάποιου συγγραφέα. Ήταν ένα στοίχημα με τον εαυτό μου ότι μπόρεσα να ολοκληρώσω ένα μυθιστόρημα, που εκτυλίσσεται ακριβώς τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Ήθελα να κάνω τον αναγνώστη να γνωρίσει καλύτερα την εξέγερση του 1878, που έβαλε τις βάσεις για την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος τρία χρόνια αργότερα και να βιώσει μαζί με τους πρωταγωνιστές άγνωστες, πλην ένδοξες, στιγμές της τοπικής Ιστορίας».