Τα τελευταία χρόνια, το έργο της Μάγδας Μαυρογιάννη εκτείνεται σε νέες κατευθύνσεις. Η Σκοπελίτισσα στην καταγωγή καλλιτέχνιδα, μέσα από τα κείμενα που γράφει και ξεχωρίζουν για την αυθεντικότητά τους, ενώ τα συνδυάζει με μουσική, συνδιαλέγεται με την Ιστορία με τρόπο μοναδικό και απαράμιλλο. Τα μουσικά αναλόγια που δημιουργεί, συντείνουν στη βαθύτερη κατανόηση σπουδαίων ιστορικών γεγονότων της νεότερης Ελλάδας.

Στο πλαίσιο των εορτασμών για τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση και στο πλαίσιο της σειράς «Μουσικοί διάλογοι με την Ιστορία» που επιμελείται η κ. Μαυρογιάννη, παρουσιάστηκε μία σειρά έργων που αναφέρονταν στα γεγονότα του 1821. «Μαντώ Μαυρογένους, η μεγάλη ηρωίδα της Ελλάδας», «Λόρδος Βύρων – Μαίρη Σέλλεϋ», «Η θρυλική καπετάνισσα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα», «Ντελακρουά – Κανάρης, Γεωργία Σάνδη – Σοπέν» και «Ο γιος της καλογριάς – Γεώργιος Καραϊσκάκης», ήταν οι παραστάσεις που προβλήθηκαν είτε «ζωντανά», είτε μέσω live streaming, μέσα από τη σύμπραξη της Μάγδας Μαυρογιάννη με σημαντικούς μουσικούς και γνωστά καλλιτεχνικά σχήματα.

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

Όπως ήταν φυσικό, έπειτα από την προσέγγιση του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, σειρά στα μουσικά αναλόγια πήραν τα γεγονότα του 1922. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού φέτος συμπληρώνεται ένας αιώνας από τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η τελευταία παράσταση που φέρει την υπογραφή της, τιτλοφορείται «Η Σμύρνη… κάποτε» και τον Φεβρουάριο που μας πέρασε, παρουσιάστηκε με επιτυχία στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη, με τη συμμετοχή του Σκοπελίτη ρεμπέτη Γιώργου Ξηντάρη, της Κατερίνας Τσιρίδου και της ορχήστρας τους (πριν από λίγο καιρό, η συναυλία είχε προγραμματιστεί να παρουσιαστεί και στη Σκόπελο, αλλά τελικά αναβλήθηκε μέχρι νεοτέρας).

Η ΣΜΥΡΝΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Όταν ο θρήνος γίνεται εμπνευσμένη μελωδία

Τον περασμένο χειμώνα, το θλιβερό τέλος του Μικρασιατικού Ελληνισμού αναβίωσε επί σκηνής από τη Σκοπελίτισσα θεατρική συγγραφέα, μουσικό και ηθοποιό, μέσα από την ιδιαίτερη ματιά της στη μουσική παράδοση της Σμύρνης, η οποία από το 1922 και έπειτα άλλαξε μια για πάντα την ελληνική κουλτούρα, ενώ «γέννησε» και τα ρεμπέτικα τραγούδια, με τον πόνο για την τραγική μοίρα της ξακουστής πόλης της Ιωνίας να αποτυπώνεται σε πλείστα τραγούδια, και τη μουσική να εξελίσσεται σε κεντρικό μέσο έκφρασης των Μικρασιατών προσφύγων.

Ένα από τα τραγούδια της παράστασης, την οποία έγραψε η Μάγδα Μαυρογιάννη, το «Σαν της Σμύρνης το γιαγκίνι», (επρόκειτο για παραδοσιακό σμυρνέικο, με δάνειο στον τίτλο του από την τουρκική λέξη yanğın, που σημαίνει πυρκαγιά), στους στίχους του διασώζει την ανείπωτη θλίψη για την καταστροφή της Σμύρνης από τους Τσέτες. «Σαν της Σμύρνης το γιαγκίνι / στο ντουνιά δεν έχει γίνει / κάηκε και ’γινε στάχτη / κι έβγαλ’ ο Κεμάλ το άχτι», αναφέρει μεταξύ άλλων το σπαρακτικό τραγούδι που συμπεριλήφθηκε στο μουσικό αναλόγιο.

Η κ. Μαυρογιάννη πριν από λίγες ημέρες απάντησε στις ερωτήσεις του SkiathosLife.gr για τη συγκεκριμένη μουσική παράσταση, που ήταν αφιερωμένη στις μνήμες της Σμύρνης των Ελλήνων που χάθηκε για πάντα πριν από μία εκατονταετία, έπειτα από την ήττα της χώρας μας στον τελευταίο πόλεμο με τους Τούρκους. «Τα δύο τελευταία χρόνια στο Ίδρυμα Θεοχαράκη που δραστηριοποιούμαι, ήθελα να μιλήσω για την ιστορία των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση. Εκ των πραγμάτων κινήθηκα σ’ αυτή τη θεματολογία. Ωστόσο, το 2022 έχει επίσης επετειακό χαρακτήρα, αφού φέτος συμπληρώνεται ένας αιώνας από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Από τη στιγμή που είχα τη Σμύρνη στο κάδρο, σκέφτηκα: «Γιατί να μη βάλω κάτι πιο βαθύ και παραδοσιακό, αντί να συμπεριλάβω κλασικά έργα Ελλήνων συνθετών, όπως ο Μανώλης Καλομοίρης και ο Νίκος Σκαλκώτας;».

 

Η ιδέα αυτή της γνωστής καλλιτέχνιδας «γέννησε» και τη συνεργασία με τον Γιώργο Ξηντάρη. Η κ. Μαυρογιάννη εξήγησε το πώς προέκυψε η επιλογή του γνωστού ρεμπέτη και συντοπίτη της, με τον οποίον μάλιστα αποκάλυψε ότι συνδέεται με φιλία ετών: «Έχοντας στο μυαλό μου αυτή την ιδέα, σκέφτηκα τον Ξηντάρη και τους αμανέδες του όταν τραγουδάει μόνος. Εκείνος ήταν η πρώτη επιλογή μου. Τον έχω ακούσει πολλές φορές στην «Ανατολή» και ο τρόπος που ερμηνεύει αυτά τα τραγούδια πραγματικά είναι ξεχωριστός. Κι έτσι το ξεκινήσαμε. Έπειτα μπήκανε η Κατερίνα Τσιρίδου με τον άντρα της, ο οποίος παίζει ωραία κιθάρα, ενώ έπειτα προστέθηκαν τα υπόλοιπα όργανα, όπως βιολί και κανονάκι. Ήθελα τα ηχοχρώματα της Ανατολής και της Σμύρνης».

Η συζήτηση γύρω από την τελευταία συνεργασία της μαζί του, έδωσε την ευκαιρία στη Μάγδα Μαυρογιάννη, η οποία στο παρελθόν ακολούθησε διεθνή καριέρα (στο βιογραφικό της μπορεί κάποιος να διαβάσει ότι συμμετείχε σε θεατρικές, τηλεοπτικές και κινηματογραφικές παραγωγές σε Γαλλία, Αγγλία και Ελβετία), να γυρίσει πίσω τον χρόνο και να μιλήσει για τη γνωριμία της με τον Γιώργο Ξηντάρη: «Από παιδί επισκέπτομαι τη Σκόπελο, όπου κατάγονται και οι δύο γονείς μου. Με τον Γιώργο γνωριζόμαστε από πολύ νεαρή ηλικία. Έτυχε τα κτήματα των γονιών μας, να είναι κοντά, σ’ ένα βουνό, την Καρυά. Μεγαλώσαμε μαζί και βρισκόμασταν με όλα τα παιδιά στην παραλία, στις βόλτες. Ο Γιώργος έπαιζε μπουζούκι, εγώ ακορντεόν, πιάνο. Είχαμε αρκετά κοινά, πολλή αγάπη για τη μουσική και την τέχνη εν γένει».

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

Οι μνήμες και το «τραύμα» της Καταστροφής του 1922

Η Σκοπελίτισσα δημιουργός ετοιμάζοντας την παράσταση για τη Σμύρνη, γρήγορα συνειδητοποίησε ότι τα προ αιώνος γεγονότα έπρεπε να ειπωθούν μέσα από τα ανάλογα τραγούδια. Η μίξη της σμυρνέικης μουσικής με τα ρεμπέτικα, διαμόρφωσε καθοριστικά το τελικό αποτέλεσμα. «Όσο περισσότερο δούλευα το κείμενο και έβλεπα με ποιον τρόπο διασκέδαζαν τότε στη Σμύρνη, πώς περπατούσαν στην προβλήτα οι κοπέλες με τους νεαρούς και μιλούσαν για τον έρωτα, την ομορφιά, την καλή ζωή, κατάλαβα ότι η μουσική έπρεπε να έχει έναν χαρακτήρα πολύ ευαίσθητο και αληθινό, που να «αγγίζει» εκείνη την εποχή. Όλα τα τραγούδια που επιλέχθηκαν έχουν άμεση σχέση με τα χρόνια εκείνα, όπως και τα ρεμπέτικα που έχουν τις καταβολές τους στη σμυρνέικη σχολή. Και η ιστορία της μουσικής στη Σμύρνη, «δένει» με την ιστορία της καταστροφής και πώς αυτοί οι άνθρωποι έχασαν τα πάντα, ζώντας πράγματα φριχτά που δεν τα χωράει ο νους», είπε η κ. Μαυρογιάννη, ο οποία υπογράμμισε ότι η παράσταση ψηλάφησε το τραύμα της Καταστροφής στη Μικρά Ασία: «Από τη στιγμή που η Μικρασιατική Εκστρατεία πήρε άσχημη τροπή, είδαμε πώς βρέθηκαν κυνηγημένοι αυτοί οι άνθρωποι. Βρήκα αληθινές μαρτυρίες από Μικρασιάτες, οι οποίοι περιγράφουν το πώς κρυβόντουσαν από τους Τσέτες. Ακόμη και όταν ένα μωρό έκλαιγε, κάποιος είπε: «Σκοτώστε το, γιατί θα μας πιάσουν». Και τελικά η μάνα το έριξε στο πηγάδι. Πράγματα σκληρά και αδιανόητα για την εποχή μας».

Όσο για τον επίλογο της παράστασης «Η Σμύρνη… κάποτε»; Η κ. Μαυρογιάννη αναφερόμενη στην… επίγευση που αφήνει στον θεατή η τραγωδία του 1922, είπε: «Αυτό που εύκολα κατανοεί όποιος εξετάζει τα γεγονότα εκείνα, είναι ότι η Ελλάδα υπήρξε σκληρή με τους πρόσφυγες. Βρέθηκαν εδώ τόσοι άνθρωποι και παρότι μόχθησαν να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία, κληροδοτώντας μας τόσα και τόσα πράγματα, η Ελλάδα στάθηκε σκληρή απέναντί τους. Όμως, την ίδια στιγμή η μουσική σώζει τη σκληρότητα. Αυτό ήταν το μήνυμα που περάσαμε.

Γιώργος Ξηντάρης: «Το ρεμπέτικο γεννήθηκε στη Σμύρνη»

Με τον Γιώργο Ξηντάρη να υπηρετεί πιστά το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι πολλές δεκαετίες τώρα, η παρουσία του στο Ίδρυμα Θεοχαράκη πριν από λίγους μήνες, υπήρξε μία ξεχωριστή στιγμή στην καριέρα του. «Ήταν όμορφη εμπειρία. Με τη Μάγδα, με την οποία είμαστε πατριώτες, «δέσαμε» εξ αρχής στη συγκεκριμένη παράσταση», παραδέχθηκε στο SkiathosLife.gr, ενώ στη συνέχεια ο καταξιωμένος ερμηνευτής και οργανοπαίκτης μίλησε για το βαθύ αποτύπωμα που άφησε στην ελληνική μουσική το σμυρνέικο τραγούδι: «Από τη Σμύρνη κατάγονταν οι περισσότεροι ρεμπέτες. Ο Τούντας, ο Περιστέρης, ο Χατζηχρήστος, φανταστικοί όλοι τους. Όλοι οι υπόλοιποι, όπως ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου και ο Χατζηχρήστος βγήκαν αργότερα. Η σμυρνέικη σχολή έβαλε τις βάσεις για τη γέννηση και τη διάδοση του ρεμπέτικου, με κομβική χρονιά εκείνη που δημιουργήθηκε «Η τετράς, η ξακουστή του Πειραιώς», με τον Μάρκο (σ.σ. Βαμβακάρη), τον Στράτο (σ.σ. Παγιουμτζή), τον Αρτέμη (σ.σ. το παρατσούκλι του Σμυρνιού Ανέστη Δελιά, ο οποίος πέθανε επί Κατοχής από υπερβολική δόση ηρωίνης) και τον Γιώργο Μπάτη. Υπήρχαν πολλοί μουσικοί από τη Σμύρνη και μαέστροι, οι οποίοι όταν ανακατεύτηκαν με τους ντόπιους, βγήκε μια κατάσταση ωραία. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο».

Κατερίνα Τσιρίδου: «Σημείο αναφοράς η κουλτούρα των Μικρασιατών»

Η Κατερίνα Τσιρίδου ήταν επίσης τους συντελεστές της παράστασης. «Επρόκειτο για ένα έργο που αναφέρεται στην ακμή του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία, στην Καταστροφή και τον Διωγμό. Έγινε μία υπέροχη δουλειά από τη Μάγδα Μαυρογιάννη, ενώ με τον Γιώργο (σ.σ. Ξηντάρη) την πλαισιώσαμε μουσικά», είπε στο SkiathosLife.gr η δημοφιλής τραγουδίστρια με καταγωγή μάλιστα από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία, για να προσθέσει: «Ανασκαλεύοντας τις μνήμες από τις πατρίδες που χάθηκαν για πάντα και ακούγοντας τα τραγούδια αυτά σήμερα, εκατό χρόνια μετά, όλοι νιώθουμε νοσταλγία, λύπη, αλλά και θυμό. Το 1922 δεν θα πάψει ποτέ να μας συγκινεί και μας ταράζει. Και φυσικά, όλοι εκείνοι οι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους ήθη και έθιμα, που άλλαξαν για πάντα την ελληνική κοινωνία. Η κουλτούρα των Μικρασιατών δεν θα πάψει ποτέ να αποτελεί σημείο αναφοράς, ενώ η μουσική ήταν από τα πιο σημαντικά πράγματα που κουβάλησαν».