It was the middle of the night when two old women and I were roused from our sleep by the squeaking wheel of a gurney being wheeled into the room. The women didn’t have to turn to witness the scene; they were already on their backs attached to a plastic bottle containing a saline solution hanging on a nearby stand. From what we could see it was a dark haired woman probably in her early thirties being swallowed in shadows as the two nurses deftly lifted her onto one of the two empty beds, covered her with a sheet, then wheeled the gurney out of room 453, opposite the Nurses Station on the Biological Floor in the General Hospital of Volos.

The world was overwhelmed by Covid 19 and, although the unconscious young woman must have been tested negative to be admitted to this section, the one thing everyone knew for certain was that no one knew much about this disease and everyone was suspect, and we were afraid. One of the old women was my wife who was being treated for double pneumonia.

The reason I was there in the middle of the night was because only one hotel was allowed to remain open in the city as a result of the virus and it was filled, and so the public hospital staff offered me the bed next to my wife. There were few familiarities between patients in this room, so no one knew the other’s name or particular biological ailment. This was a temporary berth, leaving any day now, hopefully.

For several minutes we remained focused on the new arrival. She seemed to be resting comfortably although intermittently her right hand would shake violently for a few seconds, but it didn’t seem to affect her. After a few more long moments we each surrendered to the world we were living in when interrupted and slipped into a deep sleep.

I was awake at first light when a man with a large head and a body in the shape of a dollar sign appeared in the doorway, dressed head to toe in black with wildly curly black hair and a scruffy beard. After a moment he stepped quietly into the room and stood beside the young woman and stared fixedly at her for the longest time.

Then he slowly walked around the bed to the other side and again stared unmoved even after her hand shook furiously for a few seconds. The poor man seemed exhausted but determined as he returned to his original position and sat in an armless orange plastic chair and continued his vigil.

The two old women woke a moment apart before breakfast and, before they noticed the man in the room, the man rose and went to the toilet, emerging a moment later delicately folding a paper towel. Back in his chair he laid the towel across the young woman’s forehead then pulled a bottle of water from his pocket and began gingerly dripping drops onto the towel as if watering a flower. For the next twenty hours, while nurses came and went and a visitor came for the other old woman, the man in black sat leaning forward in that armless plastic chair repeating the procedure, occasionally speaking softly into her ear and holding her lifeless hand to utterly no response. Every half hour or so he would stand and walk to the window with a view overlooking Volos Bay and stare transfixed then return to his chair and sprinkle water onto the towel. Having nothing to eat or drink all day, around midnight the man stood, exhausted, retrieved the towel and stepped wearily out of the room.

The next morning when the sun rose I was awake before the old women who, each in their turn, became vaguely aware of the man in black, now with a black back pack, as he entered the room and once again stood staring at the young woman from both sides of the bed. But for her hand shaking, she hadn’t moved or uttered a sound since her arrival. The man set his back pack on the floor and pulled out a small white pillow which he put under her arm, then a small red pillow which he placed under her hand. He then pulled out a clean white washcloth, which he then placed on her forehead, a large bottle of water, and a teaspoon, which he now used to sprinkle drops onto the washcloth. Intermittently he would lean in to her ear and speak softly. In mid afternoon her eyes finally fluttered open a moment and I could hear a murmur. Suddenly there was a renewed sense of hope in the room and the man seemed to redouble his efforts, changing wash cloths, sprinkling water, whispering in her ear and stroking her hand. In the early afternoon he produced a large sandwich from his backpack and devoured it. Only when nurses came to exchange her saline bottle and change her diaper would the man leave the room. In the early evening the young woman uttered a few more sounds in response to the man’s voice. By 11:00, almost too exhausted to leave, the man stood, gently picked up the washcloth and walked out of the room for the first time without his large head looking down.

Early the next morning the three of us were awakened in turn by the sound of a woman’s voice, weak, but clear, and only a few words, but you could see the man silently rejoice. He ate half his sandwich at lunch and the rest at dinner. He was now feeling optimistic as he continued sprinkling water and speaking softly in her ear. In the early evening she seemed to have a burst of life, even to speaking in sentences. The man was obviously excited. He took his cell phone from his back pack and video phoned another woman who was rather chatty. During this conversation I could see the man rocking back and forth wringing his hands, lost in thought, speaking in a low voice. “Maybe tomorrow she’ll sit up and eat something. Maybe leave here in a week or two.” Completely exhausted, he stood and left the room early this night. It was only 10:00 PM.

An hour or two later we were once again awakened by the squeal of a gurney entering the room. The gurney stopped in the shadows astride the young woman’s bed. Two nurses covered the young woman head to toe in her bed sheet and unceremoniously but carefully laid her on the gurney and wheeled her out of the room.“Kalo taxidi” my wife whispered aloud. Good voyage. Another nurse gathered the bed clothes and the saline bottle, and left the room to still another nurse who gathered the little red pillow and little white pillow and threw them into a garbage bag and left.

Καλό Ταξίδι

Ήταν βαθειά μεσάνυχτα όταν δύο ηλικιωμένες κυρίες και εγώ ξυπνήσαμε ξαφνιασμένοι από τον στριγκλό ήχο που έκαναν οι ρόδες ενός φορείου καθώς το έσπρωχναν μέσα στο δωμάτιο. Οι γυναίκες δεν χρειάστηκε να γυρίσουν πλευρό για να δουν την σκηνή – ήταν ήδη ανακαθισμένες και συνδεδεμένες με ένα πλαστικό μπουκάλι που περιείχε αλατούχο διάλυμα και κρεμόταν από ένα διπλανό στήριγμα. Από όσο μπορούσαμε να δούμε επρόκειτο για μια μελαχρινή γυναίκα πιθανόν λίγο πάνω από τα τριάντα, χαμένη μέσα στο μισοσκόταδο καθώς οι δύο νοσηλεύτριες την μετέφεραν με επιδέξιες κινήσεις σε ένα από τα δύο ελεύθερα κρεβάτια, την σκέπασαν με ένα σεντόνι, και έπειτα οδήγησαν το φορείο έξω από το δωμάτιο 453, απέναντι από το Γραφείο Νοσηλευτών στον Βιολογικό Όροφο του Γενικού Νοσοκομείου Βόλου. Ο κόσμος ήταν συγκλονισμένος από τον Covid 19 και, παρά το ότι η αναίσθητη νεαρή γυναίκα θα πρέπει να είχε διαγνωσθεί ως αρνητική για να έχει εισαχθεί σε αυτό το τμήμα, το μόνο που όλοι ήξεραν στα σίγουρα ήταν ότι κανένας δεν ήξερε πολλά πράγματα γι αυτήν την αρρώστεια και όλοι ήταν καχύποπτοι, αλλά και φοβισμένοι. Η μία από τις δύο ηλικιωμένες κυρίες ήταν η γυναίκα μου η οποία νοσηλευόταν με διπλή (αμφίπλευρη) πνευμονία. Ο λόγος για τον οποίο εγώ βρισκόμουν εκεί μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα ήταν επειδή μόνον ένα ξενοδοχείο στην πόλη είχε άδεια λειτουργίας εξ αιτίας του ιού και ήταν γεμάτο, συνεπώς το προσωπικό του δημόσιου νοσοκομείου μου προσέφερε το κρεβάτι δίπλα στην γυναίκα μου. Δεν υπήρχαν πολλές οικειότητες ανάμεσα στους ασθενείς σε εκείνο το δωμάτιο, κι έτσι κανένας δεν ήξερε το όνομα του άλλου ή από τί έπασχε. Ήταν ένα προσωρινό βόλεμα, από το οποίο ελπίζαμε να ελευθερωθούμε σύντομα.

Για αρκετά λεπτά είχαμε την προσοχή μας στραμμένη στη νέα άφιξη. Έδειχνε να αναπαύεται ήσυχα άνκαι κατά διαστήματα το δεξί της χέρι έκανε έντονους σπασμούς για λίγα δευτερόλεπτα, αλλά αυτό δεν έμοιαζε να την επηρεάζει. Έπειτα από λίγα ακόμη ατελείωτα λεπτά ο καθένας από μας παραδόθηκε στον κόσμο που ζούσαμε πριν από αυτήν την διακοπή και διολισθήσαμε σε έναν βαθύ ύπνο.

Ξύπνησα με το πρώτο φως της ημέρας όταν ένας άνδρας με μεγάλο κεφάλι και σώμα σαν το σήμα του δολλαρίου εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας, ντυμένος από την κορυφή ως τα νύχια στα μαύρα με αχτένιστα και ατημέλητα σγουρά μαύρα μαλλιά και γένια. Έπειτα από ένα λεπτό μπήκε ήσυχα μέσα στο δωμάτιο και στάθηκε δίπλα στην νεαρή γυναίκα με το βλέμμα του κολλημένο επάνω της για ατελείωτη ώρα. Κατόπιν έκανε αργά τον γύρο του κρεβατιού φθάνοντας στην άλλη πλευρά και κοιτάζοντάς την και πάλι ακίνητος και με τον ίδιο τρόπο ακόμη και όταν το χέρι της κουνήθηκε σπασμωδικά για λίγα δευτερόλεπτα. Ο καημένος ο άνθρωπος έδειχνε εξαντλημένος αλλά αποφασισμένος καθώς επέστρεφε στην αρχική του θέση, κάθισε σε μια πορτοκαλιά πλαστική καρέκλα και συνέχισε την αγρυπνία του.

Οι δύο ηλικιωμένες κυρίες ξύπνησαν ένα λεπτό η μία μετά την άλλη πριν από το πρωινό και, πριν προλάβουν να προσέξουν εκείνον τον άνδρα μέσα στο δωμάτιο, εκείνος σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα, και εμφανίστηκε μετά από ένα λεπτό διπλώνοντας προσεκτικά μια χαρτοπετσέτα. Πίσω στο κάθισμά του άπλωσε την πετσέτα στο μέτωπο της νεαρής γυναίκας, έπειτα έβγαλε ένα μπουκάλι με νερό από την τσέπη του και άρχισε να στάζει σταγονίτσες με πολύ λεπτές κινήσεις επάνω στην πετσέτα σαν να πότιζε ένα λουλούδι. Για τις επόμενες είκοσι ώρες, και ενώ οι νοσηλεύτριες πηγαινοέρχονταν και κάποιος επισκέπτης ήρθε για την άλλη ηλικιωμένη γυναίκα, ο μαυροφορεμένος άνδρας καθόταν σ’εκείνην την πλαστική καρέκλα επαναλαμβάνοντας την ίδια διαδικασία, ψιθυρίζοντας κάπου κάπου στο αυτί της και κρατώντας το άψυχο χέρι της χωρίς καμιά απολύτως αντίδραση. Κάθε περίπου μισή ώρα σηκωνόταν, πήγαινε μέχρι το παράθυρο που έβλεπε στον Κόλπο του Βόλου κοιτάζοντας έξω με παγωμένο βλέμμα και έπειτα γύριζε στο κάθισμά του και έσταζε νερό στην πετσέτα. Χωρίς να έχει βάλει στο στόμα του ούτε φαγητό ούτε νερό ολόκληρη την ημέρα, γύρω στα μεσάνυχτα ο άνδρας σηκώθηκε, εξαντλημένος, μάζεψε την πετσέτα και βγήκε παραιτημένος από το δωμάτιο.

Το επόμενο πρωί όταν βγήκε ο ήλιος εγώ είχα ήδη ξυπνήσει πριν από τις ηλικιωμένες κυρίες οι οποίες, η μία μετά την άλλη, μόλις που αντελήφθησαν τον μαυροφορεμένο άνδρα, που τώρα κουβαλούσε ένα μαύρο σακίδιο, καθώς εκείνος μπήκε στο δωμάτιο και στάθηκε για άλλη μια φορά κοιτάζοντας επίμονα την νεαρή γυναίκα και από τις δύο πλευρές του κραβατιού. Εκτός από τους σπασμούς του χεριού της, δεν είχε κουνηθεί ούτε είχε βγάλει άχνα από την στιγμή που είχε φτάσει στο δωμάτιο. Ο άνδρας ακούμπησε το σακίδιό του στο πάτωμα και έβγαλε από μέσα ένα μικρό λευκό μαξιλάρι το οποίο τοποθέτησε κάτω από το μπράτσο της, έπειτα ένα κόκκινο μαξιλαράκι το οποίο τοποθέτησε κάτω από το χέρι της. Κατόπιν έβγαλε μια καθαρή άσπρη πετσέτα προσώπου, την οποία ακούμπησε στο μέτωπό της, ένα μεγάλο μπουκάλι με νερό και ένα κουταλάκι, το οποίο χρησιμοποίησε αυτήν τη φορά για να στάξει λίγο νερό επάνω στην πετσέτα. Κατά διαστήματα έσκυβε στο αυτί της και ψιθύριζε απαλά. Το απογευματάκι τα μάτια της τρεμόπαιξαν επί τέλους για ένα λεπτό και άκουσα ένα μουρμουρητό. Ξαφνικά μια ανανεωμένη αίσθηση ελπίδας γέμισε το δωμάτιο και ο άνδρας έδειχνε να διπλασιάζει τις προσπάθειές του, αλλάζοντας πετσέτες, βρέχοντας τες, ψιθυρίζοντας στο αυτί της και χαϊδεύοντας το χέρι της. Νωρίς το απόγευμα έβγαλε ένα μεγάλο σάντουιτς από το σακίδιό του και το καταβρόχθισε. Έβγαινε από το δωμάτιο μόνον όταν οι νοσοκόμες έρχονταν για να αλλάξουν το μπουκάλι με το αλατούχο νερό και την πάνα της. Νωρίς το απόγευμα ακούστηκαν μερικοί ακόμη ήχοι από τη νεαρή γυναίκα σαν απάντηση στη φωνή του άνδρα. Όταν πήγε πια 11:00, σχεδόν εντελώς αποκαμωμένος, ο άνδρας σηκώθηκε, μάζεψε απαλά την πετσέτα και βγήκε από το δωμάτιο για πρώτη φορά χωρίς σκυμμένο το μεγάλο του κεφάλι.

Νωρίς το άλλο πρωί οι τρεις μας ξυπνήσαμε ο ένας μετά τον άλλον από μια γυναικεία φωνή, αδύναμη, αλλά καθαρή, και μόνο μερικές λέξεις, αλλά η σιωπηλή χαρά του άνδρα ήταν προφανής. Έφαγε το μισό σάντουιτς του το μεσημέρι και το υπόλοιπο για βραδυνό. Ένιωθε πια αισιόδοξος καθώς συνέχιζε να σταλάζει νερό και να μιλάει σιγανά στο αυτί της. Το βραδάκι εκείνη φάνηκε να ζωντανεύει κάπως, ακόμη και να ξεστομίζει κάποιες φράσεις. Ο άνδρας ήταν φανερά ενθουσιασμένος. Έβγαλε από το σακίδιό του το κινητό του και κάλεσε με βιντεοκλήση μιαν άλλη γυναίκα η οποία έδειχνε μάλλον ομιλητική. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνομιλίας έβλεπα τον άνδρα να κουνιέται μπρος πίσω σφίγγοντας τα χέρια του, χαμένος μέσα στις σκέψεις του, και μιλώντας με χαμηλή φωνή. “Μπορεί αύριο να ανασηκωθεί και να φάει κάτι. Μπορεί να φύγει από εδώ σε καμιά δυό εβδομάδες”. Εντελώς αποκαμωμένος, σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο νωρίς αυτό το βράδυ. Ήταν μόλις 10:00 μμ.

Έπειτα από μία ή δύο ώρες ξυπνήσαμε και πάλι από τον στριγγό ήχο ενός φορείου που μπήκε στο δωμάτιο. Το φορείο σταμάτησε μέσα στο μισοσκόταδο δίπλα στο κρεβάτι της νεαρής γυναίκας. Δύο νοσηλεύτριες την σκέπασαν με το σεντόνι της από το κεφάλι μέχρι τα πόδια και χωρίς πολλά πολλά αλλά με προσοχή την ξάπλωσαν στο φορείο και την απομάκρυναν από το δωμάτιο.“Καλό ταξίδι” ψιθύρισε φωναχτά η γυναίκα μου. Μια άλλη νοσηλεύτρια μάζεψε τα στρωσίδια και το μπουκάλι με το αλατούχο νερό και βγήκε από το δωμάτιο ενώ μια άλλη νοσηλεύτρια μάζεψε το κόκκινο μαξιλαράκι και το μικρό λευκό μαξιλάρι, τα πέταξε σε μια σακούλα σκουπιδιών και έφυγε.