Πού; Εκεί που μ’άφησες κι εκεί που σε άφησα. Στο δρόμο και πάνω στο μηχανάκι. Με κρύα, με βροχές, με χιόνια, με ζέστες, με καύσωνες. Ολοκληρώνοντας το  δεύτερο πλέον και συνεχόμενο χρόνο. 

Εύκολο; Δύσκολο; Δε ξέρω. Δεν ξέρω καν αν με απασχολεί. Είναι η πραγματικότητά μου και η καθημερινότητά μου πλέον. Η – όχι και τόσο – νέα μου πραγματικότητα. Η – όχι και τόσο – νέα μου καθημερινότητα. Κι έχω ένα μόνο να σου πω μετά από δύο χρόνια ντελίβερι.

Είμαι καλά! Ναι ρε φίλε! Είμαι καλά! Αισθάνομαι μάλιστα ότι είμαι πλέον  καταδικασμένος να είμαι καλά. Σε τέτοιο βαθμό πια που φοβάμαι να το πιστέψω. Σα να μου φιλάει κάτι η μοίρα ας πούμε. Άλλωστε, κλείνω τα 53 φέτος. Και δε το’χουμε τα αρσενικά στην οικογένειά μου να ξεπερνάμε τα 54. Ούτε ο πατέρας μου τα πέρασε, ούτε ο αδερφός μου. Για τον ανηψιό μου, ας μη το συζητήσω καν. Ως τα 16 έφτασε.

Τι να πω; Δε ξέρω τι παίζει. Αν υπάρχει Θεός – που δεν πιστεύω ότι υπάρχει – έχει μερικές εξηγήσεις να μου δώσει. Και μια συγνώμη. Και πάλι, θα το σκεφτώ.  Κι αφού δεν υπάρχει, τι φάση συμπαντική συνωμοσία ήταν αυτή; Και σα να μην έφτανε το θανατικό, φάε και μια ανεργία δυο χρόνια στο κεφάλι για κερασάκι στην τούρτα.

Αλλά κάπου εκεί μέσα στην καταιγίδα των απανωτών τραγωδιών, ήρθε το ντελίβερι. 

Φαντάσου λέει, τότε που αγόρασα το πρώτο μου παπί, εκεί γύρω στα 18, να μην ήθελα μηχανάκι, αλλά να ήθελα αυτοκίνητο. Τι σκατά θα έκανα τώρα; Γιατί, όπως γνωρίζουν οι φίλοι, δεν ήξερα να κάνω τίποτ’ άλλο πέρα από ρεπορτάζ και να οδηγάω μηχανή. Και δες πώς εκείνη η μετακόμιση στην Αρετσού, το ’85, έγινε η αιτία για να αγοράσω το πρώτο μου παπί. Και τώρα είναι η αιτία που μπορώ και ζω. Η αιτία που αναστήθηκα. Ηθικά, ψυχικά, υλικά και – ίσως και – πνευματικά.

Γιατί δεν είναι μόνο το ότι έχω δουλειά. Δεν είναι ότι δεν είμαι πια δημοσιογράφος. Ή μπορεί και να είμαι ακόμα. Δε ξέρω. Είναι όμως όλα αυτά που φέρνει μαζί της αυτή η δουλειά. Η δημοσιογραφία. Είναι το ποσό πολύ σου ταΐζει το εγώ. Σου ταΐζει τη φιλοδοξία. Το ότι είσαι αναγνωρίσιμος. Το ότι σε ξέρουν. Τι ότι σου ανοίγει πόρτες.

Το πιο δύσκολο δεν είναι να κάνεις το βήμα και να γίνεις από δημοσιογράφος, ντελιβεράς. Το πιο δύσκολο είναι να δεχτείς ότι δεν σε ξέρουν. Ότι δε σε χαιρετάνε πια άνθρωποι που αποτελούσαν το εργασιακό σου περιβάλλον. Πρόεδροι, δήμαρχοι, αξιωματούχοι, στελέχη, βουλευτές, υπουργοί και οι “άνθρωποι του περιβάλλοντός τους” – ή αλλιώς παρατρεχάμενοι – με πολλούς από τους οποίους έπρεπε να διατηρείς καλές σχέσεις γιατί αποτελούσαν “πηγές” σου και ήσουν αναγκασμένος να ανέχεσαι. Όσο κι αν γλιστρούσαν…

Σε ενοχλεί ακόμα ότι δεν έχεις πλέον επαφή, κάτι που σου έδινε την ευκαιρία η δημοσιογραφία, με ανθρώπους που θαυμάζεις και σέβεσαι. Καλλιτέχνες, δημιουργοί, άνθρωποι των γραμμάτων που έτυχε να γνωρίσεις και να συζητήσεις μαζί τους. Και να μάθεις απ’ αυτούς. Το ότι δεν σχολιάζουν κάποιο ρεπορτάζ σου, είτε θετικά, είτε αρνητικά. Και βέβαια, το να γράφεις, να ενημερώνεις όσο μπορείς καλύτερα και να υπογράφεις. 

Το πιο δύσκολο λοιπόν είναι να δεχτείς ότι είσαι ανώνυμος. Αυτό είναι σα να πέφτει το εγώ σου στο γκρεμό. Όταν όμως το αποδεχτείς, αποδεικνύεται απίστευτα απελευθερωτικό! Σα να φεύγει ένα βάρος από πάνω σου. Κι έχει κι ένα καλό η ανωνυμία, μεταξύ άλλων. Δε σε πρήζει κανένας μαλάκας για οποιαδήποτε μαλακία, την οποία εσύ μάλιστα  θεωρείς χοντρομαλακία. Σε πρήζουν άλλοι μαλάκες, αλλά όχι τόσο μεγάλοι. Μικροί μαλάκες. Μαλακούληδες. Αλλά αυτούς τους αλλάζεις. Τους φτύνεις και πας στο άλλο μαγαζί.
Μετά διαπιστώνεις ότι η ανωνυμία παρασέρνει κι άλλα. Τις επαγγελματικές φιλοδοξίες ας πούμε. 

Δε σε νοιάζει αν θα γίνεις ποτέ διευθυντής εφημερίδας, ή μετέπειτα βουλευτής ή και υπουργός. Γιατί να γίνεις δηλαδή; Για την εξουσία και το κύρος; Ποιον να εξουσιάσεις και για ποιο λόγο δηλαδή;

Οπότε, δε σε νοιάζει πια αν θα πας μπροστά ή αν βλέπεις τους άλλους να πηγαίνουν μπροστά. Γιατί ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις να πας πουθενά. Όχι επειδή έχεις πέσει σε τέλμα ή σε λάκκο ή έχεις κολλήσει. Αλλά επειδή απλά, έχεις ήδη φτάσει. Είσαι εκεί που, όχι πρέπει, αλλά θέλεις να είσαι. Γιατί ξέρεις τι είσαι. Και ξέρεις ότι δεν είσαι αυτό που κάνεις. Αλλά όλα αυτά που κουβαλάς μέσα σου. Και ξαφνικά ανακαλύπτεις ότι δεν χρειάζεσαι όλες αυτές τις φωτογραφίες με όλους αυτούς τους σημαντικούς ανθρώπους που γνώρισες και τις κρατούσες σα θησαυρό. Γιατί δε χρειάζεται να τις δείχνεις για να αποδείξεις ότι τους γνώρισες. Γιατί δε χρειάζεται να αποδείξεις ότι τους γνώρισες. Το ξέρεις ήδη εσύ. Κι αυτό αρκεί. Γιατί σου έδωσαν αυτή τη χαρά και είναι δική σου για πάντα.

Δε χρειάζεται να έχεις όλα αυτά τα βιβλία με τις ιδιόχειρες αφιερώσεις από  σημαντικούς και αξιοσέβαστους συγγραφείς και δασκάλους. Γιατί δε χρειάζεται να τα δείξεις σε κανέναν, ούτε να πείσεις κανέναν. Γιατί δε χρειάζεται να θρέψεις το εγώ σου προκαλώντας το θαυμασμό ή το σεβασμό των άλλων. Αυτό το κάνεις αν είσαι απλά ο εαυτός. Αυτοί οι άνθρωποι  σου έδωσαν. Αν πήρες κάτι, το έχεις ήδη μέσα σου. Και βγαίνει. Είτε το θέλεις, είτε όχι.

Και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι, αφού μπορείς χωρίς αυτά, μπορείς και χωρίς τις εφημερίδες με τα ρεπορτάζ σου, που στοίβαζες επί χρόνια. Και διαπιστώνεις ότι όλα αυτά που κρατούσες και μάζευες και φυλούσες σα θησαυρό, ήταν, ουσιαστικά, βαρίδια που δε σε άφηναν να σηκωθείς. Και μετά κοιτάς γύρω σου το μικρό δώμα των 25τμ που μένεις και βλέπεις ότι είναι επίσης γεμάτο με αχρείαστα πράγματα. Με ρούχα, παπούτσια, έπιπλα για να φυλάς όλα αυτά, τραπεζάκια, συρτσριέρες, ντουλάπια, συρτάρια, κουτιά αποθήκευσης. Και τελικά, διαπιστώνεις πόσο λίγα πράγματα χρειάζεσαι πραγματικά. Και εν τέλει, πόσο πολύ πλούσιος είσαι. Γιατί έχεις πολύ περισσότερα από όσα πραγματικά χρειάζεσαι. Και ξέρεις ότι δεν τα χρειάζεσαι όλα αυτά.

Οπότε, διαπιστώνεις ότι μετά από τη δημοσιογραφία, την επωνυμία, την αναγνωρισιμότητα και την επαγγελματική φιλοδοξία, μπορείς να απαλλαγείς και από τα πράγματα.

Γιατί, τίποτα από όλα αυτά δεν σε κάνουν αυτόν τον άνθρωπο που είσαι. Γιατί οι πραγματικοί φίλοι σου σε ξέρουν. Δε χρειάζεται να τους αποδείξεις τίποτα. Αυτοί που δε σε ξέρουν, θα θελήσουν να σε γνωρίσουν γι’ αυτό που είσαι. Χωρίς να χρειαστεί να τους δείξεις φωτογραφίες σου με συγγραφείς, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, ούτε τις ιδιόχειρες αφιερώσεις τους στα βιβλία που σου χάρισαν, ούτε τις παλιές κιτρινισμένες εφημερίδες με τα ρεπορτάζ σου.

Θα με ρωτήσεις ίσως: Τι; Δεν έχεις όνειρα; Δεν έχεις φιλοδοξίες; Έχω. Να ζήσω καλά. Να κάνω κάποια ταξίδια, να πάω κάποιες εκδρομές. Να έχω χρόνο. Γιατί, νομίζω, πλούσιος είσαι αν έχεις το χρόνο να ζήσεις το χρόνο που έχεις. Γιατί, αυτός ο γαμημένος ο χρόνος, δεν αγοράζεται. Όσα λεφτά και να έχεις, οποιοδήποτε αξίωμα κι αν κατακτήσεις, όση εξουσία και να έχεις, χρόνο δεν μπορείς να αγοράσεις.

Και λέω εγώ τώρα. Έχω γύρω στα 20 καλά χρόνια ακόμα πριν αρχίσω να κατουριέμαι πάνω μου. Και λέω να τα ζήσω καλά. Άρα δε φιλοδοξώ να φτάσω ψηλά. Γιατί, λέω εγώ τώρα, νομίζω έφτασα εκεί που θέλω να είμαι. Και θέλω να το χαρώ και να το ‘φχαριστηθώ. Μην ξεχνάμε ότι έχω κι ένα βανάκι 4Χ4 που πρέπει να σπάσω. Κι αυτό, παρά τα κιλά του, δεν είναι βάρος. Είναι όχημα πραγματοποίησης ονείρων.

Όλα αυτά βέβαια, με την προϋπόθεση ότι θα καταφέρω να καβαντζάρω τα 54. Θα δούμε. Θα δείξει. Εγώ πάντως, πιστεύω ότι θα τα καβαντζάρω.

Άρα, εν κατακλείδι, μετά από δύο χρόνια ντελίβερι, μπορώ να πω πως είμαι καλά! Κι ας είναι καλά και το ντελίβερι, που ευθύνεται για όλες τις παραπάνω αμπελοφιλοσοφίες.

Ο Σάκης Αποστολάκης εργάστηκε επί 35 χρόνια ως δημοσιογράφος, στην Ελευθεροτυπία και άλλα μέσα. Σήμερα εργάζεται βιοπορίζεται επιτυχώς ως Ντελιβεράς